Λευκωσία

Αφήγηση του G. Sozomeno για την άλωση της πόλης

Άλωση της Λευκωσίας (9 Σεπτεμβρίου 1570) κατά την αφήγηση του G. Sozomeno....

 

Δεν μπορούσαμε πλέον να παρεμποδίσουμε τους Τούρκους να συμπληρώσουν ένα υπερυψωμένο ανάχωμα και να κατέρχονται εύκολα για τις επιθέσεις τους. Πραγματοποίησαν δεκαπέντε επιθέσεις σε σαράντα πέντε μέρες, τώρα σε έναν προμαχώνα, τώρα σε δυο, τώρα σε τέσσερις ταυτόχρονα˙ όλες αποκρούστηκαν από μας γενναία, κι έγινε μεγάλη σφαγή κι από τις δυο πλευρές καθώς και εκτεταμένη χρήση οβίδων, βλημάτων και άλλων πυρομαχικών, ώστε πραγματικά υποχρεωθήκαμε να στείλουμε κρυπτογραφημένο μήνυμα στην Αμμόχωστο, ζητώντας τους να μας στείλουν ενισχύσεις πεζικού και μαζί μ’ αυτές τον Signor Astorre [Βαγλιόνε]. Κι επειδή η απάντηση αργοπορούσε, υποψιαστήκαμε ότι οι αγγελιαφόροι μας είχαν συλληφθεί, και πράγματι έτσι είχε γίνει: γιατί οι Τούρκοι τους έφεραν και μας τους επέδειξαν ως αιχμαλώτους, ώστε βλέποντας ότι είμαστε αποκομμένοι από κάθε βοήθεια, ίσως παραδινόμαστε. Γι’ αυτό αναγκαστήκαμε πάλι να στείλουμε τον καπετάνιο Giobat Colombo, γνωρίζοντας ότι ήταν άνθρωπος με κρίση και βαρύτητα αυτός, αφού κοινοποίησε το αίτημά μας στην Αμμόχωστο, επέστρεψε, αφού διέτρεξε πολύ μεγάλο κίνδυνο, χωρίς να εξασφαλίσει οποιαδήποτε υποστήριξη. Για τον ίδιο σκοπό γράψαμε κρυπτογραφικά σ’ αυτούς που είχαν ανεβεί στα βουνά και σ’ αυτή την περίπτωση οι αγγελιαφόροι μας συνελήφθησαν από τους Τούρκους, οι οποίοι μας τους επέδειξαν, για να μας κάνουν να αισθανθούμε σίγουρα ότι δεν θα μπορούσαμε να πάρουμε βοήθεια από πουθενά, κι έτσι να παραδοθούμε. Η τελευταία επίθεση έγινε στις εννιά του Σεπτεμβρίου, κι άρχισε την αυγή με τρομακτική σφοδρότητα και αναρίθμητους άνδρες, έτσι ώστε οι επιθέσεις σε καμιά περίπτωση δεν χαλαρώθηκαν από έλλειψη ενισχύσεων, όλοι δε οι τέσσερις προμαχώνες υφίσταντο ταυτόχρονη επίθεση. Στον προμαχώνα Ποδοκάταρο, ο Καραμάν πασάς (του οποίου η οικογένεια έφερε το όνομα Remoliti) ηγείτο στρατευμάτων από Καράμανους. Στον προμαχώνα Κωνστάντζο ήταν ο Μουζαφέρ πασάς με τους άνδρες του. Στους προμαχώνες Άβιλα και Τρίπολι ήσαν ο Μουσταφά και ο Αλή πασάς, ένας από τους διοικητές των ογδόντα γαλέρων του στόλου. Όλοι αυτοί ηγούντο ταυτόχρονα βιαιοτάτων επιδρομών. Οι υπερασπιστές των προμαχώνων Κωνστάντζο, Άβιλα και Τρίπολι άντεξαν στις επιθέσεις κι απέκρουσαν τους εχθρούς, μη επιτρέποντάς τους να περάσουν πάνω από το στηθαίο. Η σφαγή ήταν μεγάλη και στις δυο πλευρές, πολύ περισσότερο όμως στην πλευρά των Τούρκων. Στον προμαχώνα Ποδοκάταρο ωστόσο (δεν γνωρίζω αν από έλλειψη των αναγκαίων διευθετήσεων), ούτε οι διοικητές ούτε οι στρατιώτες διέθεταν το σθένος για τόσο σοβαρό έργο, κι έτσι χωρίς να παρεμποδιστούν από τους άνδρες μας, οι Τούρκοι μπήκαν και κυρίευσαν τον προμαχώνα. Λίγοι Ιταλοί που βρίσκονταν εκεί πολέμησαν με ανδρεία και κατασφάγηκαν, όπως και οι ευγενείς που ήσαν μαζί τους. Αλλά οι στρατιώτες από την ύπαιθρο (cernide), και αυτοί που είχαν περισυλλεγεί την τελευταία στιγμή μέσα από την πόλη, φέρθηκαν άσχημα: μερικοί από αυτούς κατέβηκαν από τις πολεμίστρες και διέφυγαν στην ύπαιθρο. Όταν ο βοηθός τοποτηρητής το έμαθε, έτρεξε με τους αδελφούς του, τον συνταγματάρχη Palazzo και ευγενείς για να βοηθήσει στον προμαχώνα αυτόν. Αν και έφθασε καθυστερημένα, προσπάθησε με πολύ μεγάλη ανδρεία να απωθήσει τους εχθρούς, ο αριθμός τους όμως ήταν τόσο μεγάλος, ώστε σκότωσαν και τον ίδιο, τους αδελφούς του, τον συνταγματάρχη και όλους τους ευγενείς που τον συνόδευαν. Οι άλλοι προμαχώνες κράτησαν ωσότου οι Τούρκοι μπήκαν από ένα σημείο στην πόλη και τους προσέγγισαν από την πίσω πλευρά. Ακολούθησε ένα φρικιαστικό, θλιβερό θέαμα. Οι άτυχοι υπερασπιστές κατακρεουργήθηκαν με αγριότητα, ακινητοποιημένοι μεταξύ δύο πυρών και μη γνωρίζοντας πού να στραφούν, πού να αναζητήσουν ασφάλεια. Ωστόσο μερικοί απ’ αυτούς σώθηκαν ορμώντας ανάμεσα στους εχθρούς και διαφεύγοντας από τις πολεμίστρες μέσα στην πόλη. Αυτοί συγκεντρώθηκαν στα στενά δρομάκια μαζί με λίγους πολίτες και πρόβαλαν αντίσταση. Μερικοί στρατιώτες της υπαίθρου ήλθαν, αλλά όταν είδαν το πλήθος των Τούρκων και τη σφαγή των ανδρών μας, γύρισαν πίσω, ούτε και μπορούσαμε με οποιοδήποτε τρόπο να τους κάνουμε να μείνουν: μέχρι που ακόμη έστρεψαν και τα όπλα τους εναντίον εκείνων που ήθελαν να μείνουν και ν’ αντιμετωπίσουν τον εχθρό. Διεξήχθησαν συγκρούσεις σ’ όλους τους δρόμους και τις πλατείες, χωρίς διάταξη, χωρίς ηγέτες. Η σφαγή διήρκεσε μέχρι τις τρεις˙ όσοι αντιστάθηκαν σκοτώθηκαν, όσοι παραδόθηκαν αιχμαλωτίστηκαν. Στο τέλος ο πασάς μπήκε στην πόλη. Βλέποντας τη μεγάλη σφαγή, και βρίσκοντας πολλούς ένοπλους άνδρες τόσο στην πλατεία του Παλατιού όσο και αλλού, έδωσε εντολή στους άνδρες του να σταματήσουν να πολεμούν και παρότρυνε τους δικούς μας να παραδοθούν, υποσχόμενος να τους χαρίσει τη ζωή αν κατέθεταν τα όπλα τους. Πολλοί συμμορφώθηκαν. Οι ευγενείς που σώθηκαν ήσαν εικοσιπέντε με τριάντα, κι ο αριθμός των πολιτών όχι μεγάλος.

 

Αυτό ήταν το θλιβερό τέλος της ατυχέστατης πόλης της Λευκωσίας....

 

(Αποσπάσματα από το Narratione della guerra di Nicosia fatta nel Regno di Cipro da’ Turchi I’ anno 1571, Bologna, IS7I, του Gio. Sozomeno, όπως δημοσιεύονται στο Excerpta Cypria, pp. 81-86).