Λιασίδης Αχιλλέας

Image

Πολιτευτής, δήμαρχος Λευκωσίας και δημοσιογράφος με πλούσια πολιτιστική δραστηριότητα. Γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1850 και πέθανε το 1924. Διετέλεσε μέλος της Σχολικής Επιτροπής Λευκωσίας από το 1893 μέχρι το 1918. Υπηρέτησε επίσης ως μέλος της Επαρχιακής Εκπαιδευτικής Επιτροπής και του Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συμβουλίου. Εξελέγη μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου (βουλευτής) τέσσερις φορές, υπηρετώντας κατά τις αντίστοιχες περιόδους (1886-1891, 1891-1896, 1896-1901 και 1911-1916). Έξι φορές εξελέγη και υπηρέτησε ως δήμαρχος Λευκωσίας  από την 1η Αυγούστου 1888 (1888-1908, 1911-1914, 1914-1917,1917-1920,1920-1923 και 1923-1924 οπότε πέθανε).

Ο Αχιλλέας Λιασίδης ίδρυσε, μαζί με τον Πασχάλη Κωνσταντινίδη*, δικηγόρο και πολιτευτή, το πρώτο πολιτικό κόμμα στην Κύπρο που διεδραμάτισε ισχυρό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Κύπρου κατά την πρώτη περίοδο της αγγλικής κυριαρχίας και συγκεκριμένα κατά τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού. Ως αρχηγός του κόμματος, ο Λιασίδης ήταν για αρκετά χρόνια ένας από τους ισχυρούς Κυπρίους με μεγάλη πολιτική δύναμη, πράγμα που τον είχε καταστήσει ρυθμιστικό παράγοντα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου. Για αρκετά χρόνια, από το 1907 μέχρι το 1923, εξέδιδε στη Λευκωσία την εβδομαδιαία εφημερίδα Πατρίς, με την οποία συνεργάστηκαν πολλές προσωπικότητες του νησιού. Διετέλεσε επίσης πρόεδρος του αναγνωστηρίου Ἡ  Ἀγάπη τοῦ Λαο, του οποίου η πολιτιστική και άλλη προσφορά προς την πρωτεύουσα Λευκωσία υπήρξε αξιόλογη (ιδρύθηκε το 1891). Επίσης, στον πολιτιστικό τομέα, ο Αχιλλέας Λιασίδης ήταν από τους πρωτοπόρους στη δημιουργία θεατρικής κίνησης στην πρωτεύουσα Λευκωσία˙ υπήρξε ο υποκινητής και υπεύθυνος της πρωτοποριακής για την εποχή ίδρυσης του θεατρικού συγκροτήματος του «Ερασιτεχνικού Ομίλου Λευκωσίας» (1880). Σε μερικές μάλιστα παραστάσεις είχε πάρει μέρος και ο ίδιος, ο δε όμιλος είχε αρκετή επιτυχία ανεβάζοντας ακόμη και τον «Άμλετ» του Σαίξπηρ. Οι εισπράξεις του θιάσου διετίθεντο προς όφελος των εκπαιδευτηρίων της Λευκωσίας.

 

Σημαντική, ωστόσο, υπήρξε η πολιτική δραστηριότητα του Αχιλλέα Λιασίδη. Μεταξύ άλλων, υπήρξε μέλος της πρώτης κυπριακής «πρεσβείας» που πήγε στο Λονδίνο το 1889 με σκοπό την προώθηση του εθνικού ενωτικού αιτήματος των Ελλήνων της Κύπρου. Επικεφαλής της αντιπροσωπείας εκείνης είχε τεθεί ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Σωφρόνιος*, δεσπόζουσα φυσιογνωμία της εποχής εκείνης, μετείχαν δε, εκτός του Λιασίδη, και οι Θ. Περιστιάνης και Πασχάλης Κωνσταντινίδης.

 

Μετά το θάνατο του αρχιεπισκόπου Σωφρονίου (1900) δημιουργήθηκε το γνωστό αρχιεπισκοπικό* ζήτημα με τον ανταγωνισμό και την αντιπαράθεση των δυο επισκόπων, Κυρίλλου Κιτίου και Κυρίλλου Κυρηνείας που και οι δυο διεκδικούσαν τον χηρεύοντα αρχιεπισκοπικό θρόνο. Η αντιπαράθεση αυτή, που συγκλόνισε ολόκληρη την Κύπρο για μια 10ετία και δίχασε τον Ελληνισμό του νησιού σε Κιτιακούς και σε Κυρηνειακούς, είχε όχι μόνο εκκλησιαστικά αλλά και πολιτικά κίνητρα. Επρόκειτο για την πρώτη σοβαρότατη πολιτική διαφωνία των Ελλήνων της Κύπρου ως προς την τακτική που έπρεπε ν' ακολουθηθεί στον αγώνα για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, αφού ο αρχιεπίσκοπος που θα εκλεγόταν θα ήταν και ο πολιτικός αρχηγός των Ελλήνων Κυπρίων, κι αφού εκ των δυο υποψηφίων ο μεν Κιτίου εκπροσωπούσε τους αδιάλλακτους, ο δε Κυρηνείας τους διαλλακτικούς. Η μερίδα των διαλλακτικών - Κυρηνειακών είχε ως πυρήνα της το ισχυρό κόμμα του Αχιλλέα Λιασίδη που υποστήριζε με φανατισμό την υποψηφιότητα του Κυρίλλου Κυρηνείας. Την παράταξη των αδιάλλακτων -Κιτιακών υποστήριζε η πολιτική δύναμη του πολιτευτή Θεοφάνη Θεοδότου*, ενισχυμένη και από τον φανατικό εχθρό του Λιασίδη, τον φλογερό ενωτικό αγωνιστή Νικόλαο Καταλάνο*.

 

Οι χαρακτηρισμοί αδιάλλακτοι και διαλλακτικοί ήσαν, ωστόσο, παλαιότεροι. Χρονολογούνταν από το 1896, οπότε είχαν σημειωθεί και οι πρώτες σοβαρές διαφωνίες μεταξύ των ελληνικών μελών του Νομοθετικού Συμβουλίου. Μερικοί από τους βουλευτές της παράταξης του Λιασίδη, της οποίας ηγείτο ο ίδιος στο Συμβούλιο, είχαν χαρακτηρισθεί ως «διαλλακτικοί» από τον εχθρικά προς την πολιτική τους Τύπο, δηλαδή «φιλοκυβερνητικοί» ή, έστω, ανεχόμενοι τους Βρετανούς και τηρώντας ήπια στάση έναντί τους. Κατ' ακολουθίαν, οι λοιποί Έλληνες βουλευτές χαρακτηρίστηκαν ως «αδιάλλακτοι», μ' επικεφαλής τον επίσης βουλευτή μητροπολίτη Κιτίου Κύριλλο.

 

Καμιά από τις δυο παρατάξεις δεν ήταν εναντίον του ενωτικού αγώνα, ήταν όμως σοβαρή και ουσιαστικής σημασίας η διαφωνία ως προς την τακτική του, με τους «διαλλακτικούς» να υποστηρίζουν μετριοπαθή πολιτική έναντι των Βρετανών και τοποθέτηση του ιδανικού της ενώσεως ως μακροπρόθεσμου στόχου που θα επιδιωκόταν σταδιακά· αντίθετα, οι «αδιάλλακτοι» υποστήριζαν την υιοθέτηση σκληρής στάσης έναντι των Βρετανών και την άσκηση συνεχούς και ασυμβίβαστης πιέσης για άμεση πραγματοποίηση της ένωσης. Η δεκάχρονη διαμάχη τερματίστηκε με τον συμβιβασμό των δύο Κυρίλλων με εκλογή ως αρχιεπισκόπου του Κιτίου Κυρίλλου, που πέθανε όμως λίγα χρόνια αργότερα με αποτέλεσμα να ανέλθει στον αρχιεπισκοπικό θρόνο και ο δεύτερος Κύριλλος.

 

Ο Αχιλλέας Λιασίδης είναι γνωστός και από την εκλογική αναμέτρησή του με τον  Άγγλο διοικητή Αμμοχώστου Άρθουρ Γιάγκ στις βουλευτικές εκλογές του 1891. Ο Γιάγκ είχε θεωρήσει ότι ο νόμος του έδινε το δικαίωμα να θέσει υποψηφιότητα για βουλευτική έδρα που ανήκε στους  Έλληνες του νησιού (ο νόμος ομιλούσε όχι για ελληνικές και τουρκικές βουλευτικές έδρες αλλά για μωαμεθανικές και μη μωαμεθανικές, συνεπώς ο ίδιος, ως μη Μωαμεθανός, διεκδίκησε εκλογή του). Η υποψηφιότητα του Γιάγκ είχε ως αποτέλεσμα την αφύπνιση και κινητοποίηση των Ελλήνων της Κύπρου και ο Λιασίδης έθεσε υποψηφιότητα στην ίδια εκλογική περιφέρεια με τον Γιάγκ (περιφέρεια Λάρνακος - Αμμοχώστου), μαζί με τον Γεώργιο Σιακαλλή* και άλλους. Η κινητοποίηση ήταν γενική και ο Γιάγκ απέτυχε παταγωδώς (πήρε 494 ψήφους, έναντι 1.450 του Λιασίδη, 1.444 του Σιακαλλή, 1.009 του Νικολάου Ρώσσου και 842 του Γιάγκου Βοντιτσιάνου, κατετάγη δηλαδή τελευταίος).

 

Εξοργισμένος ο Γιάγκ κατέφυγε στην (αγγλική) δικαιοσύνη, κατηγορώντας τον Λιασίδη, τον Σιακαλλή, τον επίσκοπο Κιτίου Κύριλλο και άλλους για «εκφοβισμό ψηφοφόρων», «επηρεασμούς», «δωροδοκίες» κ.α. Η δίκη έγινε στο Τρίκωμο και ο δικαστής Τέμπλερ απεφάνθη ότι οι Λιασίδης και Σιακαλλής έγιναν ένοχοι τέτοιων παραπτωμάτων μέσω των «πρακτόρων» τους εκκλησιαστικών. Και αυτοί και ο επίσκοπος καταδικάστηκαν σε πρόστιμο. Το όλο ζήτημα τελικά πήρε μεγάλες διαστάσεις κι έφθασε μέχρι το Λονδίνο όπου συζητήθηκε και στη Βουλή των Κοινοτήτων. Οι εκλογές επανελήφθησαν και ο Γιάγκ δεν έθεσε υποψηφιότητα. Εξελέγησαν και πάλι οι Λιασίδης και Σιακαλλής, αλλά ικανοποιήθηκε και ο Γιάγκ που κατέλαβε μια από τις έδρες του Νομοθετικού Συμβουλίου οι οποίες πληρώνονταν με διορισμούς από τον ύπατο αρμοστή.

 

Ο Αχιλλέας Λιασίδης θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι ήταν ηγετικό μέλος της ομάδας η οποία — υπό τον αρχιεπίσκοπο Σωφρόνιο — πήρε την απόφαση και προχώρησε στην ίδρυση του Παγκυπρίου Γυμνασίου στη Λευκωσία το 1893.

 

Ως δήμαρχος, ο Λιασίδης εκτέλεσε διάφορα έργα στην πρωτεύουσα. Επί ημερών του άρχισε η χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος (1913), ιδρύθηκε φιλαρμονική (1897), δημιουργήθηκε ο δημόσιος κήπος πίσω από το σημερινό κτίριο της Βουλής (1902), οργανώθηκε η προσπάθεια για καθαριότητα της πρωτεύουσας και η εκδίωξη των αδέσποτων σκύλων, θεσπίστηκαν κανονισμοί για τους μικροπωλητές, επιδιορθώθηκαν και βελτιώθηκαν οι δρόμοι, έγιναν δενδροφυτεύσεις, οργανώθηκε το πτωχοκομείο κλπ.