Αρόδες Πάνω

Image

Μεικτό χωριό, στο οροπέδιο της Λαόνας, στην επαρχία Πάφου μεταξύ των χωριών Κάθηκα και Δρούσιας. Απέχει περί τα 7 χμ. από τη θάλασσα, βρίσκεται δε σε υψόμετρο 590 μ. Οι Πάνω Αρόδες είναι το δυτικό όριο της μεγάλης γεωγραφικής περιφέρειας των αμπελοχωριών Πάφου - Λεμεσού.

 

Το χωριό είναι τοποθετημένο πάνω σε μια τεράστια ποικιλία γεωλογικών αποθέσεων, που μαζί με άλλες τεκτονικές κινήσεις, επηρέασαν σημαντικά το ανάγλυφο. Τα κυριότερα πετρώματα είναι οι ασβεστολιθικοί ψαμμίτες κοντά στη θάλασσα, οι υφαλογενείς ασβεστόλιθοι, οι κρητίδες, οι μάργες, οι μαργαϊκές κρητίδες και οι αποθέσεις του σχηματισμού Μαμωνιών (κυρίως ψαμμίτες και ποικίλων συστάσεων μικροί και μεγάλοι βράχοι ή κομμάτια πετρωμάτων ανάμεικτα με αργίλους). Εκτός από το αντίκλινο του Ακάμα που το αξονικό του πεδίο περνά δίπλα από το χωριό, οι Αρόδες όπως και η γειτονική περιοχή του Ακάμα, επηρεάστηκαν από ρήγματα. Είναι πολλά τα ρήγματα που μαζί με άλλους παράγοντες δημιούργησαν μια πολύ ενδιαφέρουσα γεωμορφολογία στο χωριό.

 

Οι Αρόδες είναι τμήμα του μακρόστενου οροπεδίου της Λαόνας που έχει πολύ διαμελιστεί από το ποτάμιο δίκτυο, κυρίως του Άβακα και του αργακιού των Κουφών. Ο υδροκρίτης που ακολουθεί την κορυφογραμμή του οροπεδίου, βρίσκεται στ' ανατολικά του χωριού. Λόγω της κλίσης τόσο προς τη θάλασσα της Πάφου στα δυτικά, όσο και προς την κοιλάδα της Χρυσοχούς στ' ανατολικά, πάρα πολλά ρυάκια ξεκινούν από την κορυφογραμμή του οροπεδίου και διαμελίζουν το τοπίο των Αρόδων. Τα κυριότερα ποτάμια και ρυάκια είναι ο Άβακας, το αργάκι του Κλίμη, το αργάκι των Κουφών, το αργάκι της Σκάλας και το αργάκι του Πιθαρόλακκου. Λόγω της σχετικά ψηλής βροχόπτωσης του χωριού, που κυμαίνεται γύρω στα 650 χιλιοστόμετρα (πολύ πιο ψηλή από τη μέση όμβρηση της Κύπρου που είναι 489 χιλιοστόμετρα), πολλά ρυάκια διατηρούν νερό στην κοίτη τους για αρκετούς μήνες, κυρίως τους χειμερινούς και τους ανοιξιάτικους.

 

Προς τα δυτικά του χωριού, κοντά στη θάλασσα έχουν δημιουργηθεί μερικά αξιοσημείωτα φαράγγια, όπως εκείνα του Άβακα, της Ερήνης και του Διπόταμου, ίσως από τα πιο εντυπωσιακά που διαθέτει η Κύπρος. Ακόμη και καρστικά φαινόμενα συναντώνται στις Αρόδες από τη διάλυση του ανθρακικού ασβεστίου. Υπόγεια σπήλαια, καταβόθρες και κατακρημνίσεις πετρωμάτων είναι μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά της γεωμορφολογίας των ασβεστολιθικών πετρωμάτων. Τα εδάφη, που έχουν πολύ επηρεαστεί από το μητρικό πέτρωμα, είναι κυρίως ασβεστούχα και πυριτιούχα (από το γεωλογικό σχηματισμό των Μαμωνιών), ενώ κοντά στη θάλασσα αφθονούν οι τέρρα ρόζα πάνω στις καφκάλλες. Η τεράστια γεωγραφική ποικιλία που υπάρχει στο χωριό είναι ο βασικός λόγος της ύπαρξης πέραν των 130 τοπωνυμίων, που είναι ίσως μοναδικό φαινόμενο στην Κύπρο.

 

Η ποικιλία του ανάγλυφου, των πετρωμάτων και εδαφών συνέβαλε στην ανάπτυξη πολλών καλλιεργειών όπως τ' αμπέλια (κυρίως οινοποιήσιμα), τα σιτηρά, τα όσπρια, τα νομευτικά φυτά, λίγα φρουτόδεντρα, πολύ λίγα εσπεριδοειδή και λαχανικά. Καλλιεργούνται επίσης αμυγδαλιές, χαρουπιές και ελιές. Ωστόσο υπάρχουν μερικές ακαλλιέργητες εκτάσεις. Μέρος του δάσους Πέγειας, στα δυτικά των Πάνω Αρόδων εμπίπτει στα διοικητικά όρια του χωριού. Στο δάσος φυτρώνουν κυρίως πεύκα, αόρατοι και μια μεγάλη ποικιλία θαμνώδους φυσικής βλάστησης. Είναι στο δάσος αυτό που οι κάτοικοι αναζητούν τα περίφημα άγρια μανιτάρια κατά τους χειμερινούς ιδίως μήνες.

 

Οι Πάνω Αρόδες κατατάσσονται στην κατηγορία των αμπελοχωριών που η έκταση των αμπελιών καλύπτει το 15-20% της ολικής έκτασης του χωριού και είναι το 19ο χωριό της επαρχίας Πάφου με 1.927 σκάλες αμπελιών. Στις Πάνω Αρόδες προωθείται επίσης η εφαρμογή σχεδίου αναδασμού.

 

Η κτηνοτροφία στο χωριό δεν είναι ανεπτυγμένη.

 

Ο οικισμός των Πάνω Αρόδων είναι συγκεντρωτικού συμπαγούς τύπου και αναπτύχθηκε γύρω από την εκκλησία και το αρχικό σχολείο. Μια μεγάλη δημόσια πλατεία γύρω από την εκκλησία, συνέβαλε στο να κρατηθεί αραιή η δόμηση γύρω από τον αρχικό πυρήνα στο τμήμα αυτό του οικισμού. Όμως στα δυτικά και βόρεια του χωριού η δόμηση είναι πυκνή. Η αρχική βρύση του χωριού, αψιδωτή, κτισμένη με άψογη πελεκητή πέτρα, βρίσκεται στο δυτικό άκρο του οικισμού, στο σημείο επαφής των ασβεστολιθικών και αργιλωδών εδαφών. Κατά τα τελευταία χρόνια άρχισαν να κτίζονται ή και να βελτιώνονται αρκετά παραδοσιακά σπίτια. Κυρίαρχο δομικό υλικό είναι ο τοπικός ασβεστόλιθος. Σώζονται αρκετά μακρυνάρια, δίχωρα και ανώγια, μερικά από τον 19ο αιώνα.

 

Οι Πάνω Αρόδες γνώρισαν μια σταθερή πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μέχρι το 1946. Το 1881 οι Πάνω Αρόδες ήταν το 7ο σε πληθυσμό χωριό της Πάφου, ενώ το 1946 ήταν το 22ο από τα 154 χωριά που υπήρχαν. Μετά το 1946 άρχισε μια σταθερή μείωση του πληθυσμού. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 449 
1891 364 
1901 367 
1911 443 
1921 497 
1931 522 (405 Ελληνοκύπριοι και 117 Τουρκοκύπριοι)
1946 617 (505 Ελληνοκύπριοι και 112 Τουρκοκύπριοι)
1960 492 (391 Ελληνοκύπριοι και 101 Τουρκοκύπριοι)
1973 410 (311 Ελληνοκύπριοι και 99 Τουρκοκύπριοι)
1976 278 (όλοι Ελληνοκύπριοι)
1982 194 
1992 120 
2001 108 

 

Η εθνική σύνθεση του πληθυσμού το 1960 ήταν 391 Ελληνοκύπριοι και 101 Τουρκοκύπριοι. Οι σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων του χωριού υπήρξαν πάντοτε αρμονικές και ουδέποτε διασαλεύθηκαν. Ωστόσο μετά την τουρκική εισβολή, οι Τουρκοκύπριοι των Πάνω Αρόδων αναγκάστηκαν το 1975 να εγκαταλείψουν το χωριό και να μεταβούν στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.

 

Οι Πάνω Αρόδες καλύπτονται με πολεοδομικές ζώνες όπως όλες οι παράκτιες περιοχές της επαρχίας Πάφου.

 

Το χωριό εξυπηρετείται μ' ένα ευχερές συγκοινωνιακό δίκτυο. Ο καινούργιος δρόμος Πάφου - Πέγειας - Πόλης περνά από το χωριό. Συγκεκριμένα στα βόρεια οι Αρόδες συνδέονται με ασφαλτόστρωτο δρόμο με την Ίνια και τη Δρούσια, στα βορειοανατολικά συνδέονται με την Πόλη της Χρυσοχούς και στα νοτιοανατολικά με τον Κάθηκα. Στα δυτικά του χωριού βρίσκεται ο σκυρόστρωτος δρόμος που συνδέει τον Άγιο Γεώργιο Πέγειας με τον Ακάμα. Κάπου κοντά στο δρόμο αυτό περνά ο καινούργιος τουριστικός δρόμος που συνδέει την Πάφο με τη Λάρα, τη χερσόνησο του Ακάμα και την Πόλη.

 

Οι Πάνω Αρόδες περιλαμβάνονται στον κατάλογο των βασιλικών κτημάτων της Λουζινιανο-Βενετικής περιόδου του ντε Μας Λατρί. Επίσης μνημονεύονται από τον ντε Μας Λατρί στο μνημειώδες ιστορικό έργο του Histoire de l' ile de Chypre, τόμος III σ. 507.

 

Στα ΝΑ. του χωριού, κατά πάσαν πιθανότητα στη σημερινή κορυφογραμμή του οροπεδίου της Λαόνας, βρέθηκε μιλιοδείκτης του ρωμαϊκού οδικού δικτύου. Όπως είναι γνωστό, το ρωμαϊκό οδικό δίκτυο, γνωστό από το χάρτη του Peutinger και από τους μιλιοδείκτες που βρέθηκαν, ήταν σχεδόν κυκλικό στο νησί, πολύ κοντά στις ακτές. Ο δρόμος στην περιοχή αυτή της Πάφου δεν ακολουθούσε τη σημερινή κοιλάδα της Χρυσοχούς μέσω Στρουμπιού, αλλά την κορυφογραμμή μεταξύ Κάθηκα - Δρούσιας. Ήταν σχετικά ευθύς όπως οι συνηθισμένοι ρωμαϊκοί δρόμοι και περνούσε πάνω από σκληρά ανθεκτικά πετρώματα. Ίχνη του ρωμαϊκού αυτού δρόμου συναντώνται στα ανατολικά του χωριού.

 

Το χωριό είναι κατάσπαρτο από αρχαιότητες. Εκατοντάδες τάφοι —οι περισσότεροι συλημένοι— έφεραν σε φως μεγάλη ποικιλία αρχαίων αντικειμένων, αρκετά από τα οποία βρίσκονται στο επαρχιακό Αρχαιολογικό Μουσείο Πάφου. Όμως συστηματικές αρχαιολογικές έρευνες δεν άρχισαν ακόμη στις Πάνω Αρόδες. Κοντά στο χωριό βρέθηκαν ίχνη οχυρωματικού τείχους της Τελευταίας εποχής του Χαλκού, μικροί συνοικισμοί των Ρωμαϊκών χρόνων, τάφοι των Ελληνιστικών χρόνων, τάφοι της Τελευταίας εποχής του Χαλκού, επιτύμβια ασβεστολιθική στήλη των Ρωμαϊκών χρόνων, αγάλματα, αγγεία, αμφορείς κ.α.

 

Ο Λεόντιος Μαχαιράς αναφέρει πως «ερίσκεται ...ες τήν ρόδαν   ἃγιος Καλάντιος,   ἃγιος γάπιος και   ἃγιος Βαρλάμ.»  Οι τρεις αυτοί άγιοι περιλαμβάνονται μεταξύ των τριακόσιων Αλαμάνων αγίων της Κύπρου. Και οι τρεις άφησαν τα ίχνη τους στο χωριό. Σήμερα η εκκλησία του χωριού, κτίσμα του 18ου αιώνα, είναι αφιερωμένη στον άγιο Καλανδίωνα. Στον ίδιο άγιο είναι αφιερωμένο και το αγίασμα στα νοτιοανατολικά του χωριού. Στον άγιο Αγάπιο ή Αγαπητικό ή Αγάπη είναι αφιερωμένη η λάρνακα στα νότια της εκκλησίας. Μια εκδοχή είναι πως στη λάρνακα αυτή τάφηκε ο άγιος Αγάπιος. Στα βόρεια της εκκλησίας βρίσκεται μια άλλη λάρνακα γνωστή τοπικά ως σαρκοφάγος του αγίου Μισητικού, στην οποία κατά πάσαν πιθανότητα τάφηκε ο άγιος Βαρλαάμ.

 

Για τις δυο λάρνακες σώζεται μια πολύ ενδιαφέρουσα παράδοση. Αν θέλεις να αγαπήσεις ή να εκδικηθείς κάποιο πρόσωπο, θα πρέπει να επισκεφθείς αθέατος ένα από τα δυο μνήματα και να κόψεις ένα μικροσκοπικό κομματάκι από την ασβεστόπετρα της μιας ή της άλλης σαρκοφάγου. Αφού κονιορτοποιήσεις το πέτρωμα, θα το ρίξεις στο ποτό του προσώπου που επιθυμείς να αγαπήσεις ή να εκδικηθείς, οπότε επιτυγχάνεται το ποθητό αποτέλεσμα.

 

Στα σημερινά διοικητικά όρια των Πάνω Αρόδων περιλαμβάνεται και ο μεσαιωνικός οικισμός της Θεμοκρήνης ο οποίος αναφέρεται σε πολλούς χάρτες από το 1573 μέχρι το 1768. Το γεγονός ότι η Θεμοκρήνη δεν εμφανίζεται στο χάρτη του ντε Μας Λατρί (1862) ή του Κίτσενερ (1885) υποδηλώνει πως ο οικισμός θα πρέπει να εξαφανίστηκε γύρω στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

 

Κι ενώ οι Αρόδες στους βενετικούς χάρτες εμφανίζονται ως Rodes, η Θεμοκρήνη καταγράφεται ως Timochrin. Ο ντε Μας Λατρί την μνημονεύει ως Themocrini και την περιλαμβάνει στον κατάλογο των βασιλικών κτημάτων της Λουζινιανο - βενετικής περιόδου. Η πηγή αυτή αποδεικνύει πως οι Αρόδες και η Θεμοκρήνη στα Μεσαιωνικά χρόνια ήταν δύο ανεξάρτητοι οικισμοί. Στο χώρο όπου βρισκόταν ο οικισμός της Θεμοκρήνης εξακολουθούν να υπάρχουν τα θεμέλια παλιών σπιτιών, το τοπωνύμιο Αλωνούδκια, το τοπωνύμιο Φρακτούδες όπου βρίσκονταν τα γνωστά σωχώραφα, λαξευμένος ναός στα ασβεστολιθικά πετρώματα αφιερωμένος στην Παναγία τη Χρυσοσπηλιώτισσα και μια πηγή. Είναι πολύ πιθανόν ο λαξευμένος ναός της Παναγίας Χρυσοσπηλιώτισσας να ανάγεται στα Ρωμαϊκά χρόνια. Στο βόρειο τμήμα του ναού κτίστηκε το 1947 άλλο σύγχρονο εκκλησάκι αφιερωμένο κι αυτό στην Παναγία τη Χρυσοσπηλιώτισσα.

 

Ο Χόκαρθ μνημονεύει τη Λίπατη, ένα εντυπωσιακό οροπέδιο στα δυτικά του χωριού, ενώ υπαινίσσεται πως κάπου εδώ βρίσκονται ίχνη αρχαίου χωριού. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει πως στ' ανατολικά των Πάνω Αρόδων «συναντήσαμε ερείπια. Βρίσκονται στ' ανατολικά του μονοπατιού που οδηγεί στη Γιόλου. Όμως είναι σωροί από πέτρες που ανάμεσά τους μπορείς να διακρίνεις τα θεμέλια μιας εκκλησίας κι ένα κυκλικό πύργο. Και τα δυο δεν πρέπει να ’ναι πολύ παλαιά.» Μεταξύ του οικισμού των Πάνω Αρόδων και της Δίπατης ο Χόκαρθ αναφέρεται σε μια άλλη τοποθεσία, χρησιμοποιώντας τον ελληνικό όρο «πέτραι τρυπημέναι». Ίσως να πρόκειται για το σημερινό τοπωνύμιο Τρυπιά. Ο Χόκαρθ μιλά για 50 μονόλιθους που επεσήμανε σ' όλη την Κύπρο, αναφέροντας πως «εκείνοι των Αρόδων και του Αγίου Φωτίου είναι πιθανόν οι πιο παλαιοί που υπάρχουν στο νησί» (D.G. Hogarth, Devia Cypria, London, 1889, σσ. 13, 19, 20, 38, 48).

 

Για το σημερινό τοπωνύμιο του Αγίου Σάββα, όπου βρίσκεται ερειπωμένη εκκλησία, επικρατεί η παράδοση πως στην περιοχή λειτουργούσε στα παλαιά χρόνια μοναστήρι. Ο Χόκαρθ που το αναφέρει ως μοναστήρι, γράφει: «Το ερειπωμένο μοναστήρι του Αγίου Σάββα... δεν παρουσιάζει τίποτε το αξιόλογο και μου λέχθηκε πως πριν από λίγα χρόνια κάποιος λόρδος έσκαψε εκεί κοντά αλλά δεν βρήκε τίποτε» (Devia Cypria, σ. 20). Ο Τσικνόπουλλος το θεωρεί ως μετόχι του μοναστηριού του Αγίου Σάββα της Καρόνος, που εκτίσθη περί τα δύο μίλια νοτιοανατολικώς του χωρίου Πραστειό των Κελοκεδάρων.

 

Ακόμη στις Πάνω Αρόδες, στο πιο ψηλό σημείο του χωριού, βρίσκεται η Βίκλα. Κατά πάσαν πιθανότητα από εδώ περνούσε ο ρωμαϊκός δρόμος. Από τη Βίκλα των Αρόδων η θέα τόσο προς τον κόλπο της Χρυσοχούς όσο και προς τη δυτική παφιακή θάλασσα είναι ίσως μοναδική. Πιθανόν κατά τους Βυζαντινούς χρόνους να βρισκόταν εδώ κάποιο φυλάκιο, ακόμη και πύργος, για να φρουρείται η περιοχή, ιδιαίτερα στην εποχή των αραβικών επιδρομών. Δεν είναι βέβαιο αν ο κυκλικός πύργος που αναφέρει ο Χόκαρθ ήταν κάπου εδώ.

 

Από τις Πάνω Αρόδες κατάγεται και ο ήρωας του απελευθερωτικού αγώνα 1955-59 Γεώργιος Παπαβερκίου, πού έπεσε στις 7 Φεβρουαρίου 1957, ύστερα από ενέδρα, σε περιοχή ανάμεσα στα χωριά Ανδρολίκου και Προδρόμι.

 

Τοπων: Αρόδες, ονομασία που προήλθε από τους Φράγκους κυρίαρχους του οικισμού στα χρόνια της Φραγκοκρατίας. Το χωριό κατεχόταν τότε από τους ιππότες του τάγματος των Ιωαννιτών, που έδρα τους είχαν το νησί της Ρόδου, γι’ αυτό κι ο ντόπιος πληθυσμός τους ονόμαζε Ροδίτες ή Αροδίτες και, κατά συνέπειαν, και το χωριό Αρόδες. Η ετυμολογία αυτή, που προβλήθηκε από παλαιότερους ερευνητές και μελετητές, δεν γίνεται σήμερα αποδεκτή καθολικά. Νεότεροι ερευνητές πιστεύουν ότι το όνομα του χωριού έχει προέλευση αρχαιότερη.

 

Πηγή 

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image