Λύμπια

Image

Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, περί τα 27 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της πρωτεύουσας Λευκωσίας.

 

Τα Λύμπια είναι κτισμένα σε μέσο υψόμετρο 260 μέτρων με τα νότιά τους σύνορα να αποτελούν μέρος των διοικητικών ορίων των επαρχιών Λευκωσίας -Λάρνακας. Το χωριό βρίσκεται ανάμεσα σε ήπιους, σχεδόν γυμνούς, αποστρογγυλωμένους ασβεστολιθικούς λόφους κάτω από τα τουρκικά φυλάκια του γειτονικού τουρκοκυπριακού χωριού Λουρουτζίνα. Το ιδιόμορφο αυτό τοπίο με τους αποστρογγυλωμένους λόφους, μερικούς τραπεζοειδείς σχηματισμούς και τις ξηρές κοιλάδες, είναι γνωστό ιδιαίτερα στους ταξιδιώτες του δρόμου Λευκωσίας - Λάρνακας μέσω των χωριών Λύμπια και Κόση. Στα νοτιοδυτικά του χωριού κυριαρχεί το λοφώδες τοπίο των λαβών.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού απαντώνται οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι), και οι λάβες του πυριγενούς συμπλέγματος του Τροόδους. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ασβεστούχα εδάφη, ξερορεντζίνες και φαιοχώματα.

 

Τα Λύμπια δέχονται μέση ετήσια βροχόπτωση που κυμαίνεται περί τα 350 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή του χωριού καλλιεργούνται ξηρικές κυρίως καλλιέργειες, όπως σιτηρά, νομευτικά φυτά, ελιές, χαρουπιές και αμυγδαλιές. Σε πολύ μικρότερη έκταση καλλιεργούνται επίσης τα εσπεριδοειδή, τα λαχανικά και λίγα αμπέλια. Η αρδευόμενη έκταση είναι περιορισμένη και η άρδευση γίνεται είτε από το ομώνυμο φράγμα που βρίσκεται στα νοτιοδυτικά του χωριού, είτε από ελάχιστες γεωτρήσεις που ανορύχθηκαν στην περιοχή του.

 

Η κυριότερη ωστόσο απασχόληση των κατοίκων του χωριού είναι η κτηνοτροφία. Τα ισχνά εισοδήματα από τις ξηρικές καλλιέργειες ανάγκασαν τους κατοίκους των Λυμπιών να στραφούν προς τις σύγχρονες κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις. Το 1985 εκτρέφονταν 3.492 πρόβατα, 1.512 κατσίκες, 1.883 αγελάδες και 10.353 πουλερικά. Ο αριθμός των προβάτων ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος της επαρχίας μετά το χωριό Ακάκι, και ο αριθμός των αγελάδων ο δεύτερος μετά το χωριό Δάλι.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, τα Λύμπια συνδέονται στα βόρεια με το χωριό Λουρουτζίνα (περί το 1,5 χμ.), στα βορειοδυτικά με το χωριό Δάλι (περί τα 5 χμ.) και στα νοτιοανατολικά με το τουρκοκυπριακό χωριό Κόση (περί τα 8 χμ.) και μέσω του με την πόλη της Λάρνακας. Συνδέονται επίσης στα νοτιοδυτικά με το χωριό Μοσφιλωτή (περί τα 7 χμ.) και στα νότια με το χωριό Ψευδάς (περί τα 5,5 χμ.). Στα Λύμπια είναι επίσης ανεπτυγμένη η κεντητική. Ένα σημαντικό μέρος του οικονομικά ενεργού πληθυσμού που δεν απασχολείται στη γεωργία, τη κτηνοτροφία και την κεντητική, διακινείται καθημερινά προς τις πόλεις της Λευκωσίας και της Λάρνακας για εργοδότηση.

 

Η πλεονεκτική γεωγραφική θέση του χωριού, ανάμεσα στα δυο μεγάλα αστικά κέντρα της Λευκωσίας και της Λάρνακας, και οι προσοδοφόρες κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό και στην πληθυσμιακή του ανάπτυξη. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 356 
1891 431 
1901 529 
1911 641 
1921 778 
1931 868 
1946 1.200 
1960 1.383 
1973 1.517 
1976 1.574 
1982 1.723 
1992 2.030 
2001 2.268 

 

Τα Λύμπια σχετίζονται, σύμφωνα προς την τοπική θρησκευτική παράδοση, με τον περίφημο σταυρό των Λυμπιών που η αγία Ελένη είχε αφήσει στο Σταυροβούνι. Το Σταυροβούνι, αναφέρει η παράδοση, είχε ονομαστεί Λύμπια ή και Ολυμπία, από το όνομα του ενός από τους δυο ληστές που σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό, που λεγόταν Ολυμπάς (βλέπε σχετική παράδοση στο λήμμα Σταυροβούνι). Όμως το 1426, όταν οι Σαρακηνοί εισέβαλαν στην Κύπρο, ὁ σταυρός τῶν Λυμπίων, τουτέστιν ὁ μέγας, μοναχός του ἦλθεν κάτω τοῦ ὄρου όπως γράφει ο Λεόντιος Μαχαιράς (Χρονικόν, παρ. 68). Έφυγε δηλαδή, ο σταυρός από το Σταυροβούνι και βρέθηκε στην κορφή του λόφου, που δεσπόζει του χωριού, όπου βρίσκεται σήμερα το εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού. Εφόσον, λοιπόν, ο σταυρός του Σταυροβουνιού ήταν γνωστός ως σταυρός του Ολυμπά (το όνομα του καλού ληστή), ονομάστηκε και το χωριό Λύμπια.

 

Ωστόσο φαίνεται ότι η παράδοση αυτή «ερμηνεύει» εκ των υστέρων την ονομασία, δίνοντας αυθαίρετα στον καλό ληστή το όνομα Ολυμπάς. Η ονομασία του χωριού όπως και πολλές άλλες παρόμοιες στην Κύπρο, θα πρέπει ασφαλώς να θεωρηθεί ως αρχαία ελληνική, από την ονομασία Όλυμπος, του ελληνικού βουνού που αποτελούσε την κατοικία των θεοτήτων του ελληνικού πανθέου (απ’ όπου Ολυμπία και Λύμπια). Και η κορφή του Σταυροβουνιού ονομαζόταν Λύμπια ή Ολυμπία, και το Τρόοδος ονομαζόταν Όλυμπος, Λύμπια ονομάζεται και κορφή πάνω από την Πέτρα του Λιμνίτη, ο Στράβων αναφέρει ακρωτήρι που ονομαζόταν Όλυμπος, ενώ Έλυμπος ονομάζεται και κορφή πάνω από το χωριό Ακάνθου (βλέπε για τις ονομασίες αυτές λήμμα Όλυμπος). Θα πρέπει, λοιπόν, να θεωρήσουμε ότι η ύπαρξη τόσων Ολύμπων στην Κύπρο, πιθανότατα οφειλόταν στο ότι κατά την Αρχαιότητα ονομάζονταν έτσι όσες βουνοκορφές φιλοξενούσαν ναούς αφιερωμένους σε θεότητες του ελληνικού Ολύμπου.

 

Τα Λύμπια, ευρισκόμενα πολύ κοντά στην έδρα του αρχαίου βασιλείου του Ιδαλίου, στη διοικητική έκταση του οποίου θα πρέπει να περιλαμβανόταν ο χώρος τους, φαίνεται ότι διασώζουν αρχαία ελληνική ονομασία. Εξάλλου στα ανατολικά του χωριού, στην τοποθεσία Φτέλια, βρέθηκαν αρχαίοι τάφοι που φανερώνουν την ύπαρξη αρχαίου οικισμού στην περιοχή.

 

Το χωριό δεν βρίσκεται σημειωμένο σε πολύ παλαιούς χάρτες και φαίνεται να είναι σχετικά νεότερο. Ο Νέαρχος Κληρίδης αναφέρει τοπική παράδοση, σύμφωνα προς την οποία το χωριό ιδρύθηκε από πρόσφυγες κατοίκους γειτονικών οικισμών που είχαν καταστραφεί κατά τη διάρκεια της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο το 1570 και της προέλασής τους προς την πρωτεύουσα Λευκωσία. Στην τοποθεσία όπου βρίσκονται τα Λύμπια, μέχρι το 1570 υπήρχαν μόνο μάντρες, αναφέρει η ίδια παράδοση.

 

Η εκκλησία του χωριού, αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο, είναι κτίσμα του 1901. Των Λυμπιών δεσπόζει, στην κορφή του γειτονικού λόφου, το εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού για το οποίο ο G. Jeffery (1918), γράφει:

 

Το χωριό Λύμπια ξεχωρίζει ιδιαίτερα για ένα πολύ περίβλεπτο ορόσημο, την εκκλησία που κουρνιάζει στην κορυφή ενός λόφου και δεσπόζει του χωριού. Το μικρό αυτό κτίριο αν και τόσο σημαντικό για το τοπίο, με διαστάσεις μόνο 3 μέτρα επί 9, είναι μονόθολος σύγχρονη εκκλησία του 1865. Στη νότια πλευρά στο εσωτερικό υπάρχει μια αψιδωτή κόγχη στην οποία ένας μεγάλος λευκός μετάλλινος σταυρός ακουμπά στον τοίχο. Ο σταυρός που θυμίζει εκείνον σε παρόμοια θέση στο Σταυροβούνι, έχει ύψος περί το ενάμισυ μέτρο κι είναι διακοσμημένος με μικρογραφία του Χριστού στο κέντρο. Η εκκλησία είναι γνωστή ως ο Σταυρός των Λυμπιών.

 

Το εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού είναι κατεχόμενο από το 1974 από τους Τούρκους εισβολείς, που το μετέτρεψαν σε φυλάκιό τους.

 

Κατά τον Ιερώνυμο Περιστιάνη, πριν από το 1870 τα «κοινά γράμματα», όχι όμως γραφή, δίδασκε στο σπίτι του σε 15 περίπου παιδιά ο ιερέας παπά Λοΐζος Χατζή Μπεννέττου. Το πρώτο κοινοτικό αλληλοδιδακτικό σχολείο, ή της νέας μεθόδου, ιδρύθηκε το 1872 με δαπάνες της εκκλησίας κι ο πρώτος που δίδαξε σ’ αυτό την αλληλοδιδακτική μέθοδο ως το 1879 ήταν ο Δημήτριος Κραμβής, τελειόφοιτος της Ελληνικής Σχολής της Λευκωσίας. Τα μαθήματα που διδάσκονταν σε 40-50 παιδιά ήσαν ανάγνωση, «Γεροστάθης», γραφή, αριθμητική, γραμματική, ελληνική ιστορία, ιερά ιστορία, φυσική ιστορία και χρηστομάθεια. Επόμενος δάσκαλος ήταν ο Σταύρος Σταυρινίδης, στον οποίο αναφέρεται ο Ιωσίας Σπένσερ στην έκθεσή του, μετά την έναρξη της αγγλικής κατοχής:

 

...Ο δάσκαλος Σταύρος Σταυρινίδης δεν ήταν καθόλου ευχάριστο πρόσωπο. Παραπονιόταν πικρά ότι δεν μπορούσε να πάρει τον μισθό του, που πρέπει να είναι 2.500 γρόσια. Οι χωρικοί ωστόσο τον προμηθεύουν τροφή. Η διευθέτηση είναι όπως οι γονείς πληρώνουν 1.200 γρόσια κι η εκκλησία 1.300, αλλά η φτώχεια, είπαν, εμπόδιζε την εκτέλεσή της. Φαίνεται κάτι συμβαίνει το οποίο δεν μπορώ να εννοήσω. Ο δάσκαλος ήταν πολύ δυστυχισμένος και φαινόταν να μη έχει δραστηριότητα κι ενδιαφέρον στη δουλειά του...

 

Κατά τον Περιστιάνη, ο Σπένσερ αδικεί πολύ τον Σταυρινίδη θεωρώντας τον «μη ευχάριστο πρόσωπο» επειδή απλώς παραπονιόταν ότι δεν του πλήρωναν οι χωρικοί τον μισθό του.

 

Παρόμοιες πληροφορίες για την εκπαίδευση στα Λύμπια δίνει και ο Λοΐζος Φιλίππου, γράφοντας όμως ότι το κοινοτικό σχολείο του χωριού ιδρύθηκε το 1874 κι ότι σ' αυτό φοιτούσαν και αρκετά παιδιά από κοντινά χωριά.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image