Μάα - Παλαιόκαστρο, αρχαιολογικός χώρος

Image

Αρχαιολογικός χώρος με κατάλοιπα του 13ου/12ου π.Χ. αιώνα, στην επαρχία Πάφου. Πρόκειται για παραλιακή τοποθεσία, επί της μικρής και γραφικής χερσονήσου που συνορεύει με τον κόλπο των Κοραλλίων. Στον χώρο αυτό υφίστανται σημαντικά κατάλοιπα αρχαίου συνοικισμού.

 

Η ανακάλυψη του συνοικισμού οφείλεται στις συστηματικές ανασκαφικές έρευνες του Τμήματος Αρχαιοτήτων, που άρχισαν σε πολύ μικρή κλίμακα το 1954, υπό τη διεύθυνση του Π. Δίκαιου, και που συνεχίστηκαν από το 1979 μέχρι το 1986 με την προσωπική επίβλεψη του διευθυντή του Τμήματος Β. Καραγιώργη. Τα αποκαλυφθέντα οικιακά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, τα οχυρωματικά έργα και τα πολυποίκιλα κινητά ευρήματα, αντιπροσωπεύουν δυο σύντομες χρονολογικές φάσεις που εντάσσονται διαδοχικά στα τέλη του 13ου και στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. και χύνουν φως στα ιστορικά γεγονότα της περιόδου αυτής, που σχετίζονται με τη μόνιμη εγκατάσταση των Αχαιών αποίκων στην Κύπρο και τον εξελληνισμό του νησιού.

 

Τα σημαντικότερα οικιακά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα ανήκουν στο μεγαλύτερο κτίριο του συνοικισμού, που έχει διαστάσεις 15X13 μ. Το επιβλητικό αυτό κτίριο, που είχε επιμελημένη πρόσοψη από πελεκητούς ασβεστόλιθους, στερεά γήινα δάπεδα, μακρόστενους διαδρόμους και διάφορους αποθηκευτικούς χώρους, στην πρώτη του φάση πολύ πιθανό να αποτελούσε ένα συνδυασμό κατοικίας και διοικητικού ή θρησκευτικού κέντρου του συνοικισμού. Στη δεύτερή του φάση το όλο κτιριακό σύμπλεγμα χωρίστηκε από ένα δρόμο σε δυο ενότητες με περισσότερους οικιστικούς χώρους, που χαρακτηρίζονται από πρόχειρη και ατημέλητη τοιχοδομία. Σ’ ελάχιστη απόσταση στα νότια του μεγάλου κτιρίου αποκαλύφθηκαν και τ’ αρχιτεκτονικά κατάλοιπα μιας μικρότερης οικοδομής με πλινθόκτιστη κυκλική εστία στο κέντρο, που πιθανό να ταυτίζεται με λατρευτικό χώρο, και στα κατώτερα στρώματα του συνοικισμού βρέθηκαν κεραμεικά όστρακα της τελευταίας φάσης της Χαλκολιθικής εποχής.

 

Τα οχυρωματικά έργα του συνοικισμού αποτελούνται από τα κατάλοιπα δυο ανεξάρτητων ογκωδών τοίχων, από τους οποίους ο ένας κατελάμβανε ολόκληρο το πλάτος του στενότερου χώρου της χερσονήσου προς την πλευρά της στεριάς κι ο άλλος προστάτευε το ημικυκλικό άκρο της χερσονήσου, όπου το επίπεδο της θάλασσας βρίσκεται σχεδόν στο ίδιο ύψος με τη βραχώδη επιφάνεια της στεριάς. Και οι δυο οχυρωματικοί τοίχοι είχαν οικοδομηθεί με το ίδιο περίπου σύστημα, που θυμίζει την «Κυκλώπεια» τεχνοτροπία των μυκηναϊκών τειχών. Ο τοίχος, που προστάτευε τον συνοικισμό από την πλευρά της στεριάς και που είχε συνολικό μήκος 70 μ. και πάχος 3,5 μ., χωριζόταν σε δυο τμήματα από μια μνημειακή πύλη πλάτους 4 μ. Το κάτω μέρος του τοίχου αυτού αποτελείτο από δυο παράλληλες σειρές ογκολίθων και από ένα ενδιάμεσο κτίσμα μικρών αργολίθων. Το πάνω μέρος του φαίνεται να ήταν κτισμένο με πλινθάρια. Ο τοίχος προς την πλευρά της θάλασσας ήταν κτισμένος με παρόμοιους ογκόλιθους, αλλά μικρότερου μεγέθους, και είχε πάχος 4 μ. Όπως οι κατοικίες έτσι και οι δυο αυτοί οχυρωματικοί τοίχοι του συνοικισμού στη δεύτερή τους φάση τροποποιήθηκαν μ’ ένα προχειρότερο και απλούστερο οικοδομικό σύστημα και ενισχύθηκε περισσότερο ο τοίχος προς την πλευρά της θάλασσας.

 

Τα πολυάριθμα κινητά ευρήματα, που ανήκουν στις δυο οικοδομικές φάσεις του συνοικισμού, περιλαμβάνουν αρκετούς εγχώριους και μυκηναϊκούς τύπους πήλινων αγγείων, πήλινα πιθάρια και μπανιέρες, χάλκινα εργαλεία, κυλινδρικές σφραγίδες και διάφορα άλλα αντικείμενα.

 

Από τα γενικά αποτελέσματα των πρόσφατων ανασκαφικών ερευνών συμπεραίνεται ότι ο αρχαιολογικός χώρος της μικρής χερσονήσου στη Μάα - Παλαιόκαστρο χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στη διάρκεια της τελευταίας φάσης της Χαλκολιθικής εποχής, αλλ’ ακόμη δεν είναι βέβαιο αν κατοικήθηκε από την εποχή αυτή. Αβέβαιο είναι επίσης αν κατοικήθηκε σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της Πρώιμης και Μέσης εποχής του Χαλκού και στις δυο πρώτες φάσεις της Τελευταίας εποχής του Χαλκού. Αναμφίβολα όμως, κατά τον ανασκαφέα, κατοικήθηκε και οχυρώθηκε περί το 1230 π.Χ. από κατοίκους της μυκηναϊκής Ελλάδας και της Κρήτης που πιθανό να συνοδεύονταν και από κατοίκους της Ανατολίας, που κατέφυγαν στην Κύπρο σαν μετανάστες ύστερα από τη βίαιη καταστροφή και εγκατάλειψη των πελοποννησιακών και άλλων μυκηναϊκών ελλαδικών κέντρων. Γύρω στο 1200 π.Χ. καταστράφηκε με πυρκαγιά στη διάρκεια της άφιξης και εγκατάστασης των πρώτων Αχαιών αποίκων από το Αιγαίο και αμέσως μετά την καταστροφή του ξανακτίστηκε, πολύ πιθανό από τους ίδιους τους καταστροφείς του. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά την ανοικοδόμησή του, ο μικρός αυτός οχυρωμένος συνοικισμός, που αποτελούσε ένα είδος προσωρινού στρατιωτικού καταυλισμού, εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του, που μετοίκησαν στην ενδοχώρα και που πολύ πιθανό να εγκαταστάθηκαν στην Παλαίπαφο.

 

Ένας άλλος μικρός οχυρωμένος συνοικισμός της ίδιας περιόδου αποκαλύφθηκε από τον ίδιο ανασκαφέα στην τοποθεσία Κοκκινόκρεμμος, κοντά στο χωριό Πύλα της επαρχίας Λάρνακας, μεταξύ του 1981 και του 1982, κι ένας τρίτος παρόμοιος συνοικισμός, που δεν έχει ακόμη ανασκαφεί, εντοπίστηκε στη μικρή χερσόνησο της Λάρας, περί τα 15 χμ. βορειοδυτικά της Μάας - Παλαιοκάστρου. Αν πράγματι ο συνοικισμός στη Μάα - Παλαιόκαστρο ήταν ο προσωρινός μεταβατικός σταθμός των πρώτων Αχαιών αποίκων για την Παλαίπαφο, δεν αποκλείεται και οι δυο άλλοι παρόμοιοι συνοικισμοί να αποτελούσαν επίσης προσωρινούς μεταβατικούς σταθμούς των ιδίων Ελλήνων αποίκων για τις αντίστοιχες γειτονικές πόλεις του Κιτίου και του Μαρίου.

 

Στην άκρη του χώρου προς τη θάλασσα, κτίστηκε μοντέρνα ημιυπόγεια κυκλική αίθουσα που λειτουργεί ως τοπικό μουσείο.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image