Μακάριος επίσκοπος

Image

Με το όνομα αυτό απαντώνται δυο επίσκοποι Κιτίου, εκ των οποίων ο πρώτος κατείχε τον θρόνο κατά τον 18ο αιώνα (περίοδος Τουρκοκρατίας), ο δε δεύτερος κατά τον 20ό αιώνα (περίοδος Αγγλοκρατίας).

 

Μακάριος Α ': Επίσκοπος Κιτίου από το 1737 μέχρι το 1776. Προκάτοχός του στον ίδιο θρόνο ήταν ο Ιωαννίκιος και διάδοχός του ο Μελέτιος.

 

Το όνομα του επισκόπου Μακαρίου απαντάται σε έγγραφο του αρχιεπισκόπου Κύπρου Φιλοθέου (Οκτώβριος του 1748) με το οποίο ο αρχιεπίσκοπος καθαίρεσε έναν ιερέα του χωριού Κάτω Δρυς, επειδή είχε ιερουργήσει ενώ βρισκόταν σε αργία, τιμωρημένος από τον επίσκοπο Μακάριο (Κώδιξ Αρχιεπισκοπής, Α', σ. 42).

 

Μας είναι όμως γνωστός και από διάφορους αγώνες της Κυπριακής Εκκλησίας. Το 1753 ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Νικηφόρος* ετέθη επικεφαλής αποστολής στην Κωνσταντινούπολη, με αίτημα την ελάττωση της δυσβάστακτης φορολογίας. Της αποστολής μετείχαν οι επίσκοποι Πάφου Ιωακείμ, Κιτίου Μακάριος και Κυρηνείας Νικηφόρος. Η ασθένεια όμως του αρχιεπισκόπου τον ανάγκασε να διακόψει το ταξίδι του στη Βηρυτό, όπου και παρέμεινε. Στην Κωνσταντινούπολη έφθασαν οι τρεις επίσκοποι κι άρχισαν σχετικές ενέργειες. Οι αρχές θεώρησαν όμως αρχικά τις ενέργειές τους ως ανατρεπτικές. Ο σουλτάνος μάλιστα θεώρησε ως υπεύθυνους τον οικουμενικό πατριάρχη Κύριλλο Ε', τον οποίο κι έπαυσε, καθώς και τον μεγάλο διερμηνέα της Πύλης Ιωάννη Καλημέρη, τον οποίο κι εξόρισε στην Τένεδο (Αθ. Υψηλάντου, Τά μετά τήν Ἃλωσιν, σ. 367). Αργότερα όμως ο Μακάριος και οι λοιποί αρχιερείς της Κύπρου κατόρθωσαν να αλλάξουν κι ακυρώσουν την πρώτη εντύπωση και, κατά τον αρχιμανδρίτη Κυπριανό, νά πείσωσι τόν Μεγάλον Βεζύρην ἐλθεῖν εἰς τοιαύτην συγκατάβασιν, ὥστε ὁ τόπος νά πληρώνῃ  ἀπό τοῦ 1754 καίφεξῆς, δόσιμον 10.000 χαρτιά καί 66 ἀπό 29.1 /2 κατ' έτος διά μαχαέττιν, καί δή νεζοῦλι καί διά χαράτσι.

 

Έτσι, συμφωνήθηκε ο καθορισμός συγκεκριμένου ετησίου φόρου που θα πλήρωνε η Κύπρος, πράγμα που, εάν δεν εξάλειφε, τουλάχιστον μείωνε τις τεράστιες αυθαιρεσίες των τοπικών αρχών. Τούτο επιβεβαιώθηκε και με την έκδοση χαττ-ι χουμαγιούν (αυτοκρατορικού θεσπίσματος).

 

Επί πλέον, οι Κύπριοι αρχιερείς πέτυχαν να εξασφαλίσουν από τον μεγάλο βεζύρη φιρμάνι με το οποίο αναγνωρίζονταν ως κοτζαμπάσηδες των ραγιάδων της Κύπρου με δικαίωμα προσφυγής απ' ευθείας στην Υψηλή Πύλη για τα τοπικά προβλήματα της Κύπρου και καταγγελίας των υπερβασιών των τοπικών αρχών του νησιού. Ουσιαστικά αναγνωρίστηκαν ως οι εθνικοί και πολιτικοί αρχηγοί των Ελλήνων της Κύπρου, πράγμα που ενίσχυσε σημαντικά κατά τα επόμενα χρόνια, και μέχρι το 1821, τη δύναμη και την επιρροή των αρχιεπισκόπων και επισκόπων του νησιού.

 

Το 1759 έγινε προσπάθεια παραμερισμού του ασθενούντος αρχιεπισκόπου Φιλοθέου, που όμως απέτυχε χάρη στην αντίδραση και την υπέρ αυτού αποφασιστική τοποθέτηση του Μακαρίου και των άλλων δυο επισκόπων. Σώζεται δε επιστολή των τριών επισκόπων (Κιτίου Μακαρίου, Πάφου Ιωακείμ και Κυρηνείας Νικηφόρου) προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με την οποία το ευχαριστούν για την όλη στάση που τήρησε στο θέμα αυτό. Την επιστολή υπογράφουν και άλλοι 21 κληρικοί και 21 λαϊκοί πρόκριτοι.

 

Μια νέα αποστολή στην Κωνσταντινούπολη ανέλαβε ο Κιτίου Μακάριος το 1760. Κατά το 1759 η Κύπρος είχε πληγεί από επιδρομή των ακρίδων, ενώ κατά τα τέλη του χρόνου άρχισε και μεγάλη επιδημία πανώλους που αποδεκάτισε σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού. Ο τότε αρχιεπίσκοπος Κύπρου Παΐσιος απέστειλε (1760) στην Κωνσταντινούπολη τον Μακάριο — με τη σύμφωνη γνώμη και του Τούρκου κυβερνήτη Κιασίμ αγά — για να ενεργήσει προς οικονομική ανακούφιση του πληθυσμού της Κύπρου. Ο επίσκοπος Μακάριος συνοδεύθηκε, στην αποστολή του αυτή, από τον μεγάλο δάσκαλο Εφραίμ* τον Αθηναίο.

 

Η αποστολή του πέτυχε και, μεταξύ άλλων, η Κύπρος απηλλάγη από την καταβολή του ρουσφετιού, δηλαδή του δώρου που ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει στον μεγάλο βεζύρη.

 

Υπόμνημα για ζητήματα φορολογίας υπεβλήθη προς την Πύλη και το 1772. Πρόκειται για συλλογικό έγγραφο, γραμμένο στην τουρκική, που σώζεται στα αρχεία της Αρχιεπισκοπής. Υπεγράφη από τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο*, τον Πάφου Πανάρετο, τον Κιτίου Μακάριο και τον Κυρηνείας Σωφρόνιο. Το έγγραφο δίνει σημαντικές πληροφορίες για την κατάσταση της Κύπρου τότε, τελειώνει δε με θερμή έκκληση προς τον σουλτάνο «όπως απαλλάξει από τα βάσανα τους δυστυχείς ραγιάδες».

 

Ο Κιτίου Μακάριος αναφέρεται ως συμμετέχων και σε σύνοδο που συνεκάλεσε ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος τον Οκτώβριο του 1775.

 

Τέλος, ο Μακάριος είναι γνωστός και για την όλη στάση που είχε τηρήσει το 1745 έναντι του «επιβάτη» αρχιεπισκόπου Νεοφύτου. Ο Νεόφυτος* εξελέγη και χειροτονήθηκε αντικανονικά αρχιεπίσκοπος Κύπρου, ενώ ο αρχιεπίσκοπος Φιλόθεος βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Νεόφυτος καθαιρέθηκε τόσο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο όσο και από την Ιερά Σύνοδο της Κύπρου που αποτελούσαν ο Μακάριος (Κιτίου), ο Ιωακείμ (Πάφου) και ο Νικηφόρος (Κυρηνείας).

 

Μακάριος Β': Επίσκοπος Κιτίου από το 1948 μέχρι το 1950. Πρόκειται για τον μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Γ', για τον οποίο βλέπε χωριστό λήμμα πιο πάνω.

Φώτο Γκάλερι

Image