Μαμελούκοι και Κύπρος

Image

Με την ονομασία Μαμελούκοι που σημαίνει αργυρώνητοι δούλοι (από την αραβική λέξη μαμλούκ), είναι γνωστά στην ιστορία στρατιωτικά σώματα που εμφανίστηκαν κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια σε μουσουλμανικές χώρες. Τα σώματα αυτά εξελίχθηκαν, από απλοί υπηρέτες, σε αξιωματούχους και, μάλιστα στην Αίγυπτο, σε άρχουσα τάξη από τα μέσα του 13ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 16ου. Έτσι βασικά οι σχέσεις της Κύπρου προς τους Μαμελούκους εντάσσονται στο πλαίσιο των σχέσεων Κύπρου - Αιγύπτου (βλέπε και λήμμα Αίγυπτος και Κύπρος, κεφάλαιο Μεσαιωνικοί χρόνοι).

 

Οι Σελτζούκοι Τούρκοι όταν κατέκτησαν την Αίγυπτο τον 13ο αιώνα, σχημάτισαν και στη χώρα αυτή ειδικά στρατιωτικά σώματα κυρίως σωματοφυλάκων, εφαρμόζοντας την τακτική του παιδομαζώματος από κατακτημένες χώρες. Τα σώματα αυτά, από σκλάβους Κιρκασίους, Σλάβους, Τούρκους, ακόμη και  Έλληνες που κατοικούσαν σε περιοχές της Κασπίας Θάλασσας, ήσαν σώματα λευκών δούλων που ονομάστηκαν Μαμελούκοι. Σύντομα κατέστησαν σημαντική πολεμική δύναμη με αρχηγούς που προέρχονταν από τη δική τους τάξη. Το 1250 κατέλαβαν την εξουσία στην Αίγυπτο με πρώτο Μαμελούκο σουλτάνο τον Μοζάφφερ Σαιφ αλ - Ντιν, γνωστότερο ως Κοτούζ. Τούτον ανέτρεφε ο Μπαϊμπάρς Α' δέκα χρόνια αργότερα. Η εξουσία τους στην Αίγυπτο κράτησε από το 1250 μέχρι το 1517 οπότε η χώρα κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς υπό τον Σελίμ. Αλλά και μετά το 1517, οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου εξακολούθησαν ν' αποτελούν ισχυρή δύναμη για πολλά χρόνια, μέχρι την εξολόθρευσή τους το 1811 από τον Μωχάμετ Άλι, πασά της Αιγύπτου, που τους κατέσφαξε. Λίγοι μόνο σώθηκαν, που διέφυγαν στην Κάτω Νουβία. Εκεί ίδρυσαν μικρή πόλη, προσπαθώντας να ανακτήσουν τη δύναμή τους με στρατολόγηση νέγρων, χωρίς όμως να το κατορθώσουν και με αποτέλεσμα τελικά να εξαφανιστούν.

 

Οι κυβερνήσαντες την Αίγυπτο Μαμελούκοι διακρίνονται σε δυο ομάδες: την τουρκική (1250-1390), γνωστή ως Μπαχρί (ονομάστηκαν έτσι από τη λέξη μπαχρ= ποταμός, επειδή στρατοπέδευαν κοντά σε ποταμούς) και την κιρκασιανή (1390-1517), γνωστή και ως Μπουρτζί (από τη λέξη (μπούρτζι= φρούριο). Γενικά και οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου διακρίνονταν σε Μπαχρίτες και σε Μπουρτζί. Οι Μαμελούκοι σουλτάνοι της Αιγύπτου απεδείχθησαν, στο σύνολό τους, ικανοί ηγέτες. Επί των ημερών τους η Αίγυπτος γνώρισε ακμή και ευημερία και άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών, των οποίων οι Μαμελούκοι σουλτάνοι υπήρξαν προστάτες.

 

Σχέσεις Μαμελούκων και Κύπρου: Καθ' όλη την περίοδο της κυριαρχίας των Μαμελούκων στην Αίγυπτο (1250-1517), η Κύπρος βρισκόταν υπό την κατοχή των Φράγκων οργανωμένη σε βασίλειο (μέχρι το 1489) και στη συνέχεια υπό την κατοχή των Βενετών. Μάλιστα από το 1426 η Κύπρος ήταν φόρου υποτελής στους Μαμελούκους της Αιγύπτου, πληρώνοντας ετήσιο φόρο που συνέχισε να καταβάλλεται και όταν το νησί περιήλθε υπό την κατοχή των Βενετών.

 

Ως σημαντικός σταθμός εμπορίου μεταξύ Ανατολής και Δύσης, η Κύπρος διατηρούσε συνεχή επαφή και σχέση με την Αίγυπτο, που συχνά διακοπτόταν ή οξυνόταν εξαιτίας πολεμικών γεγονότων, αλλά που συνήθως αποκαθίστατο με τη μεσολάβηση όσων είχαν μεγάλα οφέλη από το εμπόριο (όπως οι Βενετοί, οι Γενουάτες, οι Καταλανοί και άλλοι). Η Κύπρος, ως το «προκεχωρημένο φυλάκιο» των Χριστιανών στην Ανατολή (ιδίως μετά την απώλεια της φράγκικης Συρίας), συχνά εμπλεκόταν και σε πολεμικές περιπέτειες και συγκρούσεις με τις γύρω χώρες, περιλαμβανομένης της Αιγύπτου.  Όταν οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου κατέλαβαν την Άκρα (Πτολεμαΐδα) της Συρίας στις 28 Μαΐου του 1291, παρά τη βοήθεια που είχε στείλει στην πόλη το βασίλειο της Κύπρου, ο πάπας απαγόρευσε στους Ευρωπαίους εμπόρους να συναλλάσσονται με την Αίγυπτο και η εμπορική οδός Κύπρου - Αλεξανδρείας αχρηστεύθηκε επίσημα, αν και πολύ συχνά η απαγόρευση παρεβαίνετο. Τότε διάφορες πόλεις της Κύπρου (κυρίως η Λεμεσός) ενισχύθηκαν από φυγάδες από την Άκρα κι άρχισαν να γνωρίζουν μεγαλύτερη ακμή. Παράλληλα οι βασιλιάδες της Κύπρου ανέπτυξαν δικό τους εμπόριο, εις βάρος του εμπορίου με την Αίγυπτο, κι ακόμη διενήργησαν εκστρατείες ή και μετείχαν σε άλλες, στην Αίγυπτο, στη Συρία και στη Μικρά Ασία. Αποκορύφωμα των πολεμικών συγκρούσεων του 13ου και 14ου αιώνα, απετέλεσε η εκστρατεία του βασιλιά της Κύπρου Πέτρου Α' (1359-1369) στην Αίγυπτο κατά των Μαμελούκων. Ο Κύπριος βασιλιάς, που είχε αναλάβει και διεξαγάγει με επιτυχία αρκετές πολεμικές επιχειρήσεις σ' όλες σχεδόν τις γύρω από την Κύπρο χώρες, επετέθη και κατά των Μαμελούκων το 1365. Ύστερα από σύντομη πολιορκία, κατόρθωσε να καταλάβει την ίδια την Αλεξάνδρεια που την κράτησε για μερικές μέρες και τη λεηλάτησε. Οι Μαμελούκοι επρόκειτο ν' ανταποδώσουν το σοβαρό αυτό πλήγμα με εισβολή τους στην Κύπρο 60 χρόνια αργότερα, το 1425-1426.

 

Αφορμή για την εισβολή τους στην Κύπρο απετέλεσε η συνεχιζόμενη από πολλού πειρατεία που ανθούσε τότε στην Ανατολική Μεσόγειο. Πειρατικές ενέργειες κατά των Μαμελούκων διενεργούσαν συχνά Κύπριοι πειρατές αλλά και ξένοι, βασικά δυτικοί αλλά και άλλοι, που συχνά χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριό τους την Κύπρο. Οι Μαμελούκοι διαμαρτυρήθηκαν αρκετές φορές για τέτοιες ενέργειες, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Είχαν γίνει μάλιστα κι επανειλημμένες συνομιλίες Κύπρου - Αιγύπτου, που απέτυχαν. Ο τότε βασιλιάς της Κύπρου Ιανός (1398-1432) είτε δεν θέλησε είτε δεν μπόρεσε να εμποδίσει τις επιδρομές, στις οποίες ήσαν αναμεμειγμένοι και Κύπριοι ευγενείς και αξιωματούχοι του βασιλείου που πλούτιζαν από τα λάφυρα, ενώ διάφοροι στην Κύπρο ασχολούνταν και με την εμπορία τέτοιων λαφύρων.

 

Ο τότε σουλτάνος της Αιγύπτου, ο Μελέκ ελ - Ασράφ Μπαρσαβάχ, γνωστότερος με το όνομα Μπαρσμπάι (1421-1438) έστειλε στρατό κατά της Κύπρου, αρχικά μικρή δύναμη το 1424 που κτύπησε τη Λεμεσό. Τον επόμενο χρόνο, 1425, έστειλε μεγαλύτερη δύναμη που βάδισε αρχικά κατά της Αμμοχώστου η οποία και συνθηκολόγησε (η πόλη κατεχόταν τότε από τους Γενουάτες και προσπάθειες των Κυπρίων να την ανακαταλάβουν είχαν αποτύχει). Στη συνέχεια οι Μαμελούκοι προχώρησαν προς τη Λάρνακα, λεηλατώντας και πυρπολώντας τη γύρω περιοχή μαζί με τα χωριά Κίτι, Δρομολαξιά, Κελλιά, Αγρίνου, Αραδίππου. Ύστερα βάδισαν προς τη Λεμεσό, την οποία επίσης κατέλαβαν και λεηλάτησαν, όπως και την περιοχή γύρω από την πόλη. Οι Μαμελούκοι είχαν, δηλαδή, διεξαγάγει τις επιχειρήσεις του 1425 στα ανατολικά και νότια παράλια της Κύπρου, από την Αμμόχωστο μέχρι τη Λεμεσό. Κατά την επίθεση των Μαμελούκων της Αιγύπτου εναντίον της Κύπρου στα 1425, ο στόλος τους έπλευσε κατά μήκος των νοτίων ακτών της Καρπασίας και στις 4 Αυγούστου έφθασε στην Αμμόχωστο, όπου αποβιβάστηκαν ιππείς και τοξότες. Ο Γενουάτης διοικητής της πόλης αμέσως παραδόθηκε και παρέδωσε την πόλη και τον πληθυσμό σαν δούλους   των εισβολέων, που η σημαία τους αναπετάσθηκε στο κάστρο. Ο στρατός τους δεν επιχείρησε να βαδίσει στα ενδότερα του νησιού, προτιμώντας να έχει την υποστήριξη και βοήθεια των αιγυπτιακών καραβιών που παρέπλεαν τις κυπριακές ακτές. 

 

Στη συνέχεια οι Μαμελούκοι έκαψαν την Τράπεζα και την Καλοψίδα, αλλά μερικοί πιάστηκαν στους Στύλλους από τον Ερρίκο, αδελφό του Ιανού. Άλλοι, ωστόσο, είχαν επιτυχίες στο Κάβο Γκρέκο, στην Αραδίππου και στην Αλυκή, όπου ο στόλος τους προχώρησε από την Αμμόχωστο. Η αντιζηλία Κύπρου - Γένουας για την Αμμόχωστο φαίνεται ότι υπήρξε ένα από τα κίνητρα της εισβολής των Μαμελούκων, που τους υπεκίνησαν οι Γενουάτες, όπως και ο Ιμπραχήμ της Αλάγιας. Πάντως στα 1426 ο Ιανός στην προσπάθειά του να σώσει το βασίλειο του, ζήτησε δάνεια από τη Γένουα και από τη Βενετία, μάταια, και έστειλε στη Δύση για επαφές τον Λατίνο επίσκοπο Αμμοχώστου Νικόλαο ντε Τέντα, σύμβουλο του βασιλιά της Πολωνίας Σιγισμούνδου. Στην εξέγερση των δουλοπάροικων κατά των Λουζινιανών στα 1426-   1427, το Λευκόνοικο ήταν η έδρα του ρήγα Αλέξη, που καταγόταν από την Κατωμηλιά [=Μια Μηλιά;]. Ο Λατίνος επίσκοπος Αμμοχώστου Σολομών χτυπήθηκε και ληστεύθηκε από τους άνδρες του Αλέξη, αν και η Αμμόχωστος ανήκε τότε στους Γενουάτες, πράγμα που δείχνει ότι οι χωρικοί επαναστάτες της περιοχής Αμμοχώστου δεν έκαναν διάκριση μεταξύ των δυο ξένων κυριάρχων (ο Σολομών θα ήταν ο διάδοχος του Νικολάου ντε Τέντα και αγνοείται από τους J. Hackett - X.I. Παπαϊωάννου, Ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου, γ', σσ. 130-131).

 

 

 

Μια προσπάθεια του τότε σεΐχη της Δαμασκού (το όνομά του είναι άγνωστο) να μεσολαβήσει για επίτευξη ειρήνης μεταξύ Κύπρου και Αιγύπτου, (στέλλοντας μάλιστα τον γιο του στην Κύπρο για διαβουλεύσεις), απέτυχε. Ο Ιανός δεν δέχθηκε ν' ακολουθήσει τις συμβουλές του, παρά την προειδοποίηση ότι ο σουλτάνος της Αιγύπτου ήταν πολύ ισχυρός αλλά και αποφασισμένος να καταστρέψει την Κύπρο, εάν αναγκαζόταν.

 

Η μεγάλη επίθεση των Μαμελούκων κατά της Κύπρου πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου, 1426. Στην εκστρατεία μετείχαν 180 καράβια και δύναμη πέραν των 3.000 ανδρών, σ' αυτήν δε συναρχηγοί ήσαν ο Τανγκριβέρ Μωχαμέντ και ο Ινάλ ελ - Κακκιμί. Ο στρατός τους αποβιβάστηκε στην περιοχή της Αυδήμου (κόλπος Επισκοπής) την 1η Ιουλίου 1426, αλλά απέτυχε να καταλάβει τα καλά οχυρωμένα φέουδα, της Επισκοπής και του Κολοσσιού. Κατέλαβε όμως εύκολα τη μισοερειπωμένη Λεμεσό και, με προφυλάξεις, βάδισε προς τα ενδότερα. 

Όμως φαίνεται ότι η πολύ βιαστική επιδιόρθωση που είχε γίνει δεν ήταν ικανοποιητική και η Λεμεσός κατελήφθη εύκολα από τους Μαμελούκους στις 3 ή 4 Ιουλίου 1426. Οι εισβολείς παρέμειναν εκεί για μερικές μέρες, λεηλατώντας και καίγοντας. Ο Στέφανος Λουζινιανός γράφει ότι τόσο η πόλη όσο και το κάστρο της καταστράφηκαν εκ θεμελίων. Όμως φαίνεται ότι τουλάχιστον σ' ό,τι αφορά το κάστρο, η καταστροφή του δεν πρέπει να ήταν ολοκληρωτική.

Ο βασιλιάς Ιανός συγκέντρωσε τον δικό του στρατό στη Χοιροκοιτία, όπου αποφάσισε ν' αντιμετωπίσει τους εισβολείς. Εκεί όμως συνετρίβη (βλέπε λήμμα Χοιροκοιτίας μάχη), συνελήφθη μάλιστα αιχμάλωτος ο ίδιος κι εστάλη σιδηροδέσμιος στο Κάιρο (απ' όπου απελευθερώθηκε αργότερα, αφού κατέβαλε λύτρα). Στη συνέχεια οι Μαμελούκοι κατέλαβαν και λεηλάτησαν ξανά τη Λάρνακα και ακολούθως την ίδια την πρωτεύουσα Λευκωσία! Οι εισβολείς, αφού συγκέντρωσαν πάρα πολλά λάφυρα αλλά και μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων, αναχώρησαν για την Αίγυπτο.

 

Η απελευθέρωση του βασιλιά Ιανού από τους Μαμελούκους, όπως και άλλων Κυπρίων αιχμαλώτων, επετεύχθη ύστερα από καταβολή λύτρων άνω των 200.000 δουκάτων, που συγκεντρώθηκαν από εισφορές Κυπρίων ευγενών και Ευρωπαίων που είχαν καταβάλει και μεσολαβητικές προσπάθειες. Μεταξύ άλλων, η συμφωνία πρόβλεπε και την καταβολή από την Κύπρο στην Αίγυπτο ετήσιου φόρου που ανερχόταν σε 5.000 δουκάτα. Πολλοί όμως από τους αιχμαλώτους δεν μπόρεσαν να βρουν χρήματα για να εξαγοράσουν την ελευθερία τους και πουλήθηκαν ως σκλάβοι.

 

Έκτοτε οι Μαμελούκοι θεωρούσαν την Κύπρο υποτελή τους και επενέβαιναν στις υποθέσεις της ή διενεργούσαν και επιδρομές, όπως στα 1434 κατά του Κολοσσιού (ίσως για τιμωρία των Καταλανών που είχαν κάμει επιδρομές στη Συρία) ή απειλούσαν με επιδρομές, όπως στα 1435,1437, 1443.

 

Ωστόσο γενικότερα οι σχέσεις των Λουζινιανών βασιλιάδων της Κύπρου με τους Μαμελούκους ήσαν καλές σε αρκετές περιπτώσεις: Το 1438 έγινε στο Κάιρο θερμή υποδοχή στον Πιέρο Ταφούρ, πρέσβη του βασιλιά της Κύπρου Ιωάννη Β'. Στα 1440 ο αιγυπτιακός στόλος ανεφοδιάστηκε στην Κύπρο κατά τη διάρκεια εκστρατείας του κατά των Ιωαννιτών της Ρόδου. Στα 1458 ο Ιάκωβος Β'*, όταν διεκδικούσε τον θρόνο της Κύπρου από την ετεροθαλή αδελφή του βασίλισσα Καρλόττα*, ζήτησε τη βοήθεια των Μαμελούκων που του παρεσχέθη· με στρατιωτική δύναμη ενισχυμένη και από δυνάμεις των Μαμελούκων, κατόρθωσε να εκθρονίσει την Καρλόττα και να καταλάβει την εξουσία.

 

Όταν οι Βενετοί εξανάγκασαν τη βασίλισσα της Κύπρου Αικατερίνη Κορνάρο να εκχωρήσει το νησί στη Βενετία, κατεβλήθησαν πολλές προσπάθειες να πεισθεί ο σουλτάνος του Καΐρου ν' αποδεχθεί τη διευθέτηση αυτή και να μη αντιδράσει. Τούτο τελικά έγινε κατορθωτό από τους Βενετούς, νοουμένου ότι τα συμφέροντα της Αιγύπτου δεν θα παραβλάπτονταν και ο ετήσιος φόρος θα συνέχιζε να καταβάλλεται.

 

Τον Οκτώβριο του 1501 ο Οθωμανός σουλτάνος Βαγιαζίντ μήνυσε στον σουλτάνο της Αιγύπτου Κανσούχ αλ - Κχούρι ότι είχε πρόθεση να επιτεθεί και καταλάβει την Κύπρο. Ο τελευταίος αντέδρασε έντονα (παρά την υπόσχεση του Βαγιαζίντ ότι θα του πλήρωνε αυτός τον ετήσιο κυπριακό φόρο) και τα σχέδια αυτά ναυάγησαν.

 

Το 1516 ο Μαμελούκος σουλτάνος αλ - Κχούρι σχεδίαζε να έλθει στην Κύπρο για να επιβάλει στο νησί άλλη από την εξουσία των Βενετών, τους οποίους δεν εμπιστευόταν. Οι Βενετοί προσπάθησαν να οργανώσουν καλύτερα, και εσπευσμένα, την άμυνα του νησιού, αλλά στο μεταξύ ο αλ - Κχούρι νικήθηκε από τον Οθωμανό σουλτάνο Σελίμ Α' (στις 24 Αυγούστου 1516) και σκοτώθηκε στη μάχη. Όταν ο Σελίμ Α' νίκησε κι εκτέλεσε (Απρίλιος του 1517) και τον διάδοχο του αλ - Κχούρι, τον τελευταίο Μαμελούκο σουλτάνο Τουμανμπάι και η δυναστεία των Μαμελούκων εξέλιπε, ο ετήσιος φόρος της Κύπρου συνέχισε να καταβάλλεται, αλλά τώρα πληρωνόταν στην Κωνσταντινούπολη.