Μανιτάρι

Image

Ο αμανίτης (Amanita) και το αγαρικόν (Agaricus) των αρχαίων, γνωστό και ως μύκητας ή μύκας. Πρόκειται για γένος μυκήτων της οικογένειας των Αγαρικιδών (Agaricaceae) που περιλαμβάνει εκατοντάδες είδη, πολλά από τα οποία είναι εδώδιμα ενώ άλλα είναι δηλητηριώδη και επικίνδυνα. Τα δηλητηριώδη μανιτάρια οι αρχαίοι ονόμαζαν μύκητας φθοροποιούς ή και θανατικούς ή θανάσιμους, ή και αποπνίγοντας. Όπως όλοι οι μύκητες, τα μανιτάρια (μανιτάρκα στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα) δεν περιέχουν χλωροφύλλη, γι' αυτό και δεν μπορούν να απορροφούν το διοξείδιο του άνθρακα και να το μετατρέπουν σε φυτικές ουσίες۬ έτσι, ζουν με οργανικές ουσίες και αρκετά είδη είναι παράσιτα, παίρνουν δηλαδή την τροφή τους από ζωντανούς οργανισμούς.

 

Αρκετοί αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν τα μανιτάρια, μερικοί δε διηγούνται και περιπτώσεις δηλητηριάσεων από αυτά, ή ακόμη και δολοφονιών με αυτά.

 

Τα μανιτάρια είναι φυτά που αναπτύσσονται σε μικρό ύψος από το έδαφος και το συνηθισμένο σχήμα τους είναι σχήμα ομπρέλας. Τα βοτανικά τους μέρη είναι: α) ο πίλος ή και καπέλλο, ή και κεφαλή, δηλαδή το επάνω ογκώδες τμήμα τους۬ β) τα ελάσματα ή και κτένια, στο κάτω μέρος του πίλου, μέσα στα οποία παράγονται και οι σπόροι των μανιταριών· γ) ο ποδίσκος ή και στέλεχος, δηλαδή ο κοντόχοντρος «κορμός»۬ δ) ο δακτύλιος ή και στεφάνι, περίπου στο μέσον του ποδίσκου۬ ε) η θήκη της βάσης, ή volve, και στ) το μυκήλιο ή και κλωστές, όπου και η ρίζα τους.

 

Τα μανιτάρια βλαστάνουν παντού και αναπτύσσονται κυρίως σε δασώδεις περιοχές και κάτω από θάμνους όπου υπάρχει υγρασία, αφθονούν δε και αναπτύσσονται πολύ γρήγορα όταν υπάρχει πολυομβρία και όταν η θερμοκρασία υπερβεί τους 20 βαθμούς Κελσίου. Μια κυπριακή παροιμία, σχετική με τις καιρικές συνθήκες, λέγει: στην ανερκάν [=ανομβρία] τα μόσφιλα, στην πολυνέρκαν [=πολυομβρία] τα πουρούδκια (είδος μανιταριού).

 

Τα διάφορα είδη μανιταριών είναι πάρα πολλά και αριθμούνται σε χιλιάδες. Στην Κύπρο πιστεύεται ότι ο αριθμός των διαφόρων ειδών πιθανό να φθάνει ακόμη και τις 2.000. Ωστόσο τα μανιτάρια της Κύπρου δεν είχαν τύχει ειδικής και επισταμένης έρευνας και επιστημονικής ταξινόμησης. Το 2007 ιδρύθηκε ο Μυκητολογικός Σύνδεσμος Κύπρου, ακριβώς για μελέτη και ταξινόμηση των μανιταριών, καθώς και για προστασία τους, ακόμη και για διόρθωση παλαιών αντιλήψεων. Ο αριθμός των ειδών που έχουν καταγραφεί μέχρι και τα τέλη του 2009 από τον Σύνδεσμο ξεπερνάει τα 500. Εξ΄ αυτών, περί τα 70 είναι εδώδιμα, άλλα τόσα είναι τοξικά και τουλάχιστον 10 θανατηφόρα. Συνεπώς μπορούμε να κατατάξουμε τα μανιτάρια σε δύο μεγάλες ομάδες, στα εδώδιμα και στα μη εδώδιμα. Έχουν επίσης καταγραφεί έξι είδη τρούφας, από τα οποία μονο τα δύο έχουν εμπορική αξία.

 

Μεταξύ των μανιταριών που τρώγονται, γνωστότερα είναι τα κοτσ'ινομανίταρα που λέγονται και μανιτάρκα του πεύκου. Επιστημονική ονομασία: Lactarius deliciosus. To είδος αυτό φυτρώνει με τα πρωτοβρόχια στα δάση και απαντάται από τα παράλια μέχρι και τα βουνά.

 

Άλλο γνωστό είδος που τρώγεται είναι τα ασπρομανίταρα. Επιστημονική ονομασία: Agaricus sp. Πρόκειται για είδη που επίσης βλαστάνουν στα δάση, κυρίως στο δάσος της Πάφου, είναι όμως σπανιότερα.

 

Τρίτο φαγώσιμο είδος είναι τα πουρούδκια ή και πουρκά (που σε διάφορα μέρη του νησιού τα λένε επίσης ασπρομανίταρα). Απαντώνται σε όλες τις περιοχές εκτός από τα χαμηλά και θαμνώδη δάση. Επιστημονική ονομασία: Agaricus disporus. Είναι το μοναδικό είδος που έχει καλλιεργηθεί και πωλείται ολόχρονα στην αγορά. Το καλλιεργούμενο είδος, τα μανιταράκια (επειδή είναι μικρού μεγέθους), φέρει την επιστημονική ονομασία: Agaricus brunnescens (disporus)۬ καλλιεργείται σε σπηλιές αλλά και σε ειδικά υποστατικά με τεχνητή σταθερή θερμοκρασία.

 

Τα πιο εύγευστα όμως από τα μανιτάρια της Κύπρου είναι τα λεγόμενα μανιτάρκα της αναθρήκας. Επιστημονική ονομασία: Agaricus anathrekas. Φυτρώνουν σε μέρη όπου αφθονούν τα φυτά αναθρήκες (Ferula communis), μπορούν δε ν' αναπτυχθούν αρκετά και το βάρος τους είναι δυνατό να ξεπεράσει και το ένα κιλό. Το χρώμα τους ποικίλλει ανάλογα προς τον τόπο που φυτρώνουν, από βαθύ καφέ μέχρι ανοικτό γκρίζο, όταν όμως τα βλέπει ο ήλιος μπορεί να είναι και κάτασπρα. Δεν είναι τόσο πολλά όσα τα μανιτάρκα του πεύκου, απαντώνται δε κυρίως στις περιοχές Μύρτου, Πανάγρων, Καντάρας, Σαλαμίνας, από το Κίτι μέχρι τον Μαζωτό, στη Σκαρίνου, στο Μαρί και στα Λεύκαρα, ενώ ελάχιστα βρίσκονται στην επαρχία Πάφου.

 

Ένα άλλο είδος που τρώγεται και που απαντάται στην Κύπρο αλλά δεν εκτιμάται επειδή είναι σχεδόν άγνωστο στους πολλούς, είναι το μελανομανίταρον, γνωστό και ως μελανούδιν. Επιστημονική ονομασία: Lepista nuda. Απαντάται κυρίως στην περιοχή της Αθαλάσσας, κάτω από τις ακακίες και σε δάση ευκαλύπτων. Στην Ευρώπη θεωρείται ως ένα από τα πιο εύγευστα. Έχει χρώμα μελανί και το σχήμα του είναι κλασσικό συμμετρικό σχήμα μανιταριού.

 

Στην Κύπρο υπάρχει κι ένα φαγώσιμο είδος που είναι από τα πιο περιζήτητα στην Ευρώπη. Είναι λίγο γνωστό στο νησί, όπου και ονομάζεται αρνούιν. Επιστημονική ονομασία: Morchella elata. Είναι πανάκριβο γιατί αφενός το μέγεθός του είναι πολύ μικρό κι αφετέρου επειδή αυτοφύεται μόνο σε πολύ λίγες περιοχές με χαμηλά δάση και αραιή βλάστηση, όπως στην τοποθεσία «Σμιγιές» στον Ακάμα, στον δασικό σταθμό «Τζιόνια» κοντά στον Μαχαιρά και στο ακρωτήρι του Κορμακίτη.

 

Από τα δηλητηριώδη μανιτάρια της Κύπρου, τα πιο γνωστά είναι οι θανατίτες. Επιστημονική ονομασία: Boletus badius. Είναι πολύ εύκολο ν' αναγνωριστούν, αν και στο χρώμα μοιάζουν με τα κοτσινομανίταρα ή και άλλα είδη, όμως έχουν βασικές διαφορές: χαρακτηριστικό γνώρισμά τους είναι ότι δεν έχουν συμμετρικά κτένια στο κάτω μέρος του πίλου, αλλά είναι σπογγώδη. Επίσης, το άνω μέρος της κεφαλής τους είναι γλοιώδες.

 

Ένα μανιτάρι της Κύπρου που δεν είναι δηλητηριώδες αλλά και δεν τρώγεται, είναι ο λεγόμενος κουκκουλιανός. Επιστημονική ονομασία: Lepiota sp. Πρόκειται για είδη που φυτρώνουν συνήθως σε κοπριές και σε σκουπιδότοπους κι έχουν άσχημη μυρωδιά.

 

Γενικά, τα κυριότερα χαρακτηριστικά των μανιταριών της Κύπρου που δεν τρώγονται και που είναι επικίνδυνα, είναι τα ακόλουθα:

 

α) σπογγώδες (σαν σφογγάρι) κάτω μέρος της κεφαλής.

β) χνουδωτό ή γλοιώδες άνω μέρος της κεφαλής.

γ) γαλακτώδης χυμός όταν κοπούν.

δ) γεύση πικρή ή πιπερίζουσα όταν δοκιμαστούν.

 

Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι τα βασικά που ξεχωρίζουν τα επικίνδυνα μανιτάρια της Κύπρου, που είναι συνήθως όλα γνωστά με την κοινή ονομασία θανατίτες. Επειδή όμως ο κανόνας δεν είναι πάντοτε απόλυτος, κι επειδή εκτός από τις διαφορές, τα δηλητηριώδη μανιτάρια έχουν και σημαντικές ομοιότητες προς εκείνα που τρώγονται, είναι δύσκολο για όσους δεν γνωρίζουν να ξεχωρίσουν με βεβαιότητα τα μεν από τα δε. Έτσι, επιβάλλεται πολλή προσοχή και, οπωσδήποτε, δεν πρέπει να τρώγονται μανιτάρια για τα οποία δεν υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα.

 

Οι τοποθεσίες όπου αυτοφύονται τα μανιτάρια είναι γνωστές στην Κύπρο με την ονομασία μανιταρότοποι. Επίσης, οι επαγγελματίες χωρικοί που τα μαζεύουν και τα εμπορεύονται, λέγονται μανιταράες.

 

Τα διάφορα είδη μανιταριών που απαντώνται στην Κύπρο είναι γνωστά με κοινά τοπικά ονόματα, ανάλογα είτε προς το χρώμα, είτε προς τους τόπους όπου φυτρώνουν, είτε και προς άλλα χαρακτηριστικά τους. Μερικά τέτοια λαϊκά ονόματα μανιταριών είναι: ασπρομανίταρα, αρκόρνιθες, αρνούθκια, αποκτομανίταρα, ασιερομανίταρα, βολέδκια, κουκκουλιανοί, λαρτάες, μελανομανίταρα, ππούφφουροι, μαζοπούρουτα, μαλλίτσες, μάλλουροι, μανάδες, μαλιώνιδες, πετρομανίταρα, ποτήρκα, πορτομανίταρα, σκολίνια, σφογγαράες, βυζατζιήτες, πουρούδκια, πουρκά κ.ά.

 

Π. ΝΕΟΦΥΤΟΥ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image