Μαντάλιν

Ξύλινος μοχλός με τον οποίο ασφαλίζεται εσωτερικά η πόρτα στο παραδοσιακό κυπριακό σπίτι. Το μαντάλιν συγκρατεί την πόρτα, ενώνοντάς την με το μέσα μέρος του ανωφλίου, κι αποτελούσε διαφορετικό τρόπο ασφαλίσεως της θύρας από την κλειδαριά και το ρουμανίσιν*. Πρβλ. και παροιμία: Κλείδωσε τζ'αι μαντάλωσερουμάνισε], τζ' όποθθεν θέλεις έμπα.

 

Από τη λέξη παράγεται και το ρήμα μανταλώννω, ενώ η ασφάλιση της θύρας με το μαντάλιν λέγεται μαντάλωμαν (το).