Μάντρες

Image

Με την ονομασία αυτή υπάρχουν τρία κυπριακά χωριά, από τα οποία το ένα βρίσκεται στην επαρχία Αμμοχώστου και τα άλλα δύο στην επαρχία Λευκωσίας. Για να ξεχωρίζουν μεταξύ τους είναι γνωστά ως:

 

α. Μάντρες Αμμοχώστου

β. Μάντρες Μόρφου

γ. Χαμίτ Μάντρες

 

Μάντρες Αμμοχώστου: Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου, περί τα 32 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης της Αμμοχώστου. Βρίσκεται στην κατεχόμενη από το 1974 από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής περιοχή της Κύπρου.

 

Οι Μάντρες είναι κτισμένες στη νότια πλευρά του Πενταδάκτυλου σε μέσο υψόμετρο 300 περίπου μέτρων. Το ανάγλυφο του χωριού έχει μια γενική κλίση προς τα νότια. Στα βόρεια του οικισμού, μέσα στο δάσος της Καντάρας, το υψόμετρο φθάνει τα 600 περίπου μέτρα, μειώνεται στα 300 μέτρα κοντά στον οικισμό και στα 150 μέτρα νοτιότερα. Το τοπίο δεν είναι μόνο επικλινές αλλά και διαμελισμένο από μικρά και μεγάλα ρυάκια που πηγάζουν από τον Πενταδάκτυλο και κυλούν νοτιότερα για να τροφοδοτήσουν άλλα μεγαλύτερα ρυάκια και ποτάμια.  

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι αποθέσεις του φλύσχη της Καλογραίας -Αρδάνων, οι προσχώσεις των αναβαθμίδων, ο φλύσχης της Κυθρέας, οι αποθέσεις του σχηματισμού Λαπήθου (σειρά πελαγικών κιμωλιών, μαργών και ασβεστόλιθων με παρεμβολές ζωνών πίλλοου - λαβών), οι γύψοι του σχηματισμού Καλαβασού, και οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ξερορεντζίνες και εδάφη τέρρα ρόζα.

 

Οι Μάντρες δέχονται μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 550 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή τους καλλιεργούνταν, πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, τα σιτηρά, τα νομευτικά φυτά, οι ελιές, οι χαρουπιές, οι αμυγδαλιές και οι χρυσομηλιές. Υπήρχαν επίσης αρκετές ακαλλιέργητες εκτάσεις που καταλαμβάνονταν από άγρια φυσική βλάστηση, κυρίως πεύκα, κυπαρίσσια, σπαλαθκιές, θυμαριές, μαζ'ιές και ξισταρκές. Μέρος των κρατικών δασών Καντάρας και Υψαρόβουνου καθώς και ολόκληρο το μικρό δάσος Σπαλαθόβουνο, εμπίπτουν στα διοικητικά όρια του χωριού.

 

Αρκετά ανεπτυγμένη, πριν από την εισβολή, ήταν η κτηνοτροφία του χωριού. Το 1973 εκτρέφονταν από 57 κτηνοτρόφους 746 πρόβατα, 1.629 κατσίκες, 19 βόδια και 1.378 πουλερικά.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, οι Μάντρες συνδέονται στα βόρεια με τον δασικό δρόμο που ενώνει τον οικισμό Μερσιννίκι με το μοναστήρι της Καντάρας, στα νοτιοανατολικά με το χωριό  Άγιος Ιάκωβος (περί τα 2,5 χμ.) και στα νοτιοδυτικά με τα χωριά Πλατάνι (περί τα 4,5 χμ.) και Λευκόνοικον (περί τα 12 χμ.).

 

Το χωριό γνώρισε συνεχή πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μέχρι το 1960. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 127 
1891 145 
1901 189 
1911 205 
1921 262 
1931 296 
1946 371 
1960 398 
1973 354 

 

Το χωριό υφίστατο με την ίδια ονομασία από τα Μεσαιωνικά χρόνια. Σε παλαιούς χάρτες βρίσκεται σημειωμένο ως Mandra. Την ονομασία το χωριό την οφείλει στο ότι αρχικά ήταν οικισμός από μάντρες (=στάνες) όπου κατοικούσαν λίγοι βοσκοί.

 

Κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας, το χωριό ήταν φέουδο του οποίου όμως δεν γνωρίζουμε τους ιδιοκτήτες.

 

Στην περιοχή του χωριού φαίνεται ότι υφίστατο παλαιότερος απ' αυτό οικισμός. Σύμφωνα προς μαρτυρία του G. Jeffery (1918), στην περιοχή «Κυριλλής» ο ίδιος είχε δει ερείπια χωριού με κυκλικό τείχος και ίχνη από παλαιά εκκλησία.

 

Στις Μάντρες υπήρχαν εκκλησίες αφιερωμένες στην αγία Ειρήνη και, λίγο έξω απ' αυτό, στον Αρχάγγελο και στην Παναγία την Γαλακτινή. Σημαντικότερο όμως εκκλησιαστικό μνημείο που σώζεται στην περιοχή του χωριού και προς τα ανατολικά του, είναι η εκκλησία και οι μισοερειπωμένες εγκαταστάσεις ενός μικρού μοναστηριού. Πρόκειται για το μοναστήρι της Παναγίας του Τοχνιού, για το οποίο βλέπε σε χωριστό λήμμα Τοχνιού Παναγίας μοναστήρι.

 

Μετά την τουρκική εισβολή του καλοκαιριού του 1974, όλοι οι κάτοικοι των Μαντρών προσφυγοποιήθηκαν στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου. Οι Τούρκοι, στην προσπάθειά τους να εξαφανίσουν όλα τα ελληνικά τοπωνύμια στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, μετονόμασαν το 1975 τις Μάντρες σε Aĝillar, που σημαίνει και πάλι μάντρες στην τουρκική.

 

Στις Μάντρες κατοίκησαν ελάχιστοι Τούρκοι μετά το 1975.

 

Μάντρες Μόρφου: Μικρό αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, περί τα 43 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πρωτεύουσας Λευκωσίας.

 

Οι Μάντρες είναι κτισμένες σε μέσο υψόμετρο 280 μέτρων και το τοπίο τους είναι διαμελισμένο από το ποτάμιο δίκτυο του Γαϊδουροπνίκτη, παραπόταμου του ποταμού της Ελιάς.

 

Από γεωλογικής απόψεως, ο οικισμός βρίσκεται πάνω στις λάβες του πυριγενούς συμπλέγματος του Τροόδους πάνω στις οποίες αναπτύχθηκαν φαιοχώματα.

 

Οι Μάντρες δέχονται μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 350 χιλιοστόμετρα. Πολύ κοντά στα νότια του οικισμού αρχίζει το δάσος Αδελφοί με ποικίλη άγρια φυσική βλάστηση.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, οι Μάντρες συνδέονται με σκυρόστρωτο δρόμο στα δυτικά με τον κύριο δρόμο Λευκωσίας - Τροόδους.

 

Το χωριό γνώρισε πληθυσμιακές αυξομειώσεις. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881
1891
1901
1911 26 
1921 32 
1931 50 
1946
1960
1973
1976

 

Στις απογραφές πληθυσμού του 1946 και του 1973 το χωριό εμφανίζεται εγκαταλειμμένο.   Από την επίσημη απογραφή πληθυσμού του 1982 και εξής ο πληθυσμός των Μαντρών συνυπολογιζόταν με τον πληθυσμό του γειτονικού χωριού Κάτω Κουτραφάς, στα διοικητικά όρια του οποίου σήμερα περιλαμβάνονται.

 

Το χωριό δεν φαίνεται να είχε γνωρίσει ποτέ μεγάλη ανάπτυξη. Ιδρύθηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, από βοσκούς που είχαν κατασκευάσει εκεί τις μάντρες τους, από τις οποίες είχε πάρει και την ονομασία του. Ο οικισμός βρίσκεται σημειωμένος στον χάρτη του ντε Μας Λατρί (1862).

 

Χαμίτ Μάντρες: Αμιγές τουρκοκυπριακό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, περί τα 6,5 χιλιόμετρα βόρεια της πρωτεύουσας Λευκωσίας. Βρίσκεται στην κατεχόμενη από το 1974 από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής περιοχή της Κύπρου.

 

Οι Χαμίτ Μάντρες είναι κτισμένες σε μέσο υψόμετρο 155 μέτρων με τα βόρειά τους σύνορα να αποτελούν μέρος των διοικητικών ορίων των επαρχιών Λευκωσίας - Κερύνειας. To τοπίο του χωριού έχει μια γενική κλίση προς τα νότια και είναι διαμελισμένο από μικρά ρυάκια που πηγάζουν από τον Πενταδάκτυλο και ενώνονται νοτιότερα με τον ποταμό Πηδιά. Στα βορειοδυτικά του οικισμού, κοντά στα διοικητικά του σύνορα, το υψόμετρο φθάνει τα 232 μέτρα (κορφή Μακροράσ'η).

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι αποθέσεις του φλύσχη της Κυθρέας και οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κιμωλιών, μαργών και ψαμμιτών). Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ξερορεντζίνες.

 

Οι Χαμίτ Μάντρες δέχονται μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 315 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή τους καλλιεργούνταν, πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, κυρίως τα σιτηρά και τα νομευτικά φυτά και σε πολύ μικρή έκταση τα λαχανικά. Υπήρχαν επίσης αρκετές άγονες γυμνές εκτάσεις, ιδιαίτερα στα βόρεια του χωριού.

 

Πολύ ανεπτυγμένη, πριν από την εισβολή, ήταν η κτηνοτροφία του χωριού. Το 1973 εκτρέφονταν από 167 κτηνοτρόφους 1.499 πρόβατα, 2.322 κατσίκες, 20 βόδια, 45 αγελάδες και 3.077 πουλερικά.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, οι Χαμίτ Μάντρες συνδέονται στα βόρεια με τα χωριά Συγχαρί (περί τα 7 χμ.) και Βουνό (περί τα 6 χμ.), στα νοτιοδυτικά με το χωριό Ορτά Κιογιού (περί τα 6 χμ.) και στα νότια με την πόλη της Λευκωσίας.

 

Το χωριό, λόγω κυρίως της γειτνίασής του με την πρωτεύουσα Λευκωσία, γνώρισε συνεχή πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μέχρι το 1973. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 113 
1891
1901 163 
1911 180 
1921 254 
1931 276 
1946 361 
1960 418 
1973 528 

 

Το χωριό υφίστατο και πριν από την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου (1570-71), οπότε θα πρέπει ν' αποτελούσε φέουδο στα χρόνια της Βενετοκρατίας και της Φραγκοκρατίας. Ο αρχικός οικισμός είχε ιδρυθεί από βοσκούς που είχαν κτίσει εκεί τις μάντρες τους, από τις οποίες είχε πάρει και το χωριό την ονομασία του. Μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Τούρκους το 1570-71, οι Μάντρες φαίνεται ότι είχαν κατασχεθεί και αποδοθεί σε έναν Τούρκο στρατιωτικό στον στρατό του Λαλά Μουσταφά που είχε πάρει μέρος στην εκστρατεία κατά της Κύπρου, τον Χαμίτ. Έτσι, αργότερα στην αρχική ονομασία του χωριού προστέθηκε και το όνομα του νέου ιδιοκτήτη του, και το χωριό έγινε γνωστό πλέον ως Χαμίτ Μάντρες. Οι Τούρκοι, εξάλλου, ονόμαζαν από παλιά το χωριό Hamitkoÿ, δηλαδή χωριό του Χαμίτ. Σε καταλόγους των αρχών της Αγγλοκρατίας, το χωριό περιλαμβανόταν στον κατάλογο «τσιφλικιών και μαντρών».

 

Την αρχική ίδρυση του χωριού από Έλληνες (που εκτοπίστηκαν μετά το 1570-71), αποδεικνύουν και τα ελληνικά τοπωνύμια της περιοχής του, όπως: Αλουπός, Ασπρόκρεμμος, Άγιος Γεώργιος, Μακροκόλυμπος κ.ά.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image