Μάρκου Μιχαήλ Κύπριος

Image

Κύπριος αγωνιστής στην ελληνική επανάσταση του 1821, με σημαντική αγωνιστική δραστηριότητα. Μας είναι γνωστός από πιστοποιητικά που είχε υποβάλει ο ίδιος και, μετά τον θάνατό του το 1854, η σύζυγός του προς τις ελληνικές αρχές για σκοπούς συντάξεως. Δεν είναι γνωστό εάν ήταν συγγενής με τους Κυπρίους αδελφούς Αδάμ και Γεώργιο Μάρκου που είχαν επίσης πολεμήσει εθελοντικά στην Ελλάδα από τις αρχές του 1822.

 

Ο Μιχαήλ Μάρκου, όπως αναφέρεται σε ένα πιστοποιητικό του, ἅμα ἢχησεν ἡ σάλπιγξ τοῦ  ὑπέρ πατρίδος ἱεροῦ  ἀγῶνος ἀπολιπῶν τήν μικρήν τοῦ πατρίδα Κύπρον εἰς τήν διάκρισιν τῶν ἐχθρῶν, δράξας τά ὅπλα ἔτρεξε στό στάδιο τοῦ πολέμου φέρων ὑπό τήν διεύθυνσίν του ἀριθμόν στρατιωτῶν καί δι' ἰδικῶν του δαπανῶν, δηλαδή ὡς πουλουξῆς ἀξιωματικός ὑπαγόμενος ὑπό τάς διαταγάς τῶν προσυπογεγραμμένων ὁπλαρχηγῶν τῆς πατρίδος καί ἄλλων πολλῶν, ἐπαρευρέθη εἰς τάς κατά μάχας καί συμπλοκάς κατά τῶν ἐχθρῶν μέ ἔνθερμον καί διακαῆ ζῆλον... και  ἐφάνη πάντοτε πρόθυμος, εὐπειθής καί γενναῖος...

 

Το πιστοποιητικό αυτό υπογράφεται από τους οπλαρχηγούς Νικηταρά, Χατζηχρίστο και Τσάμη Καρατάσο, που βεβαιώνουν επίσης ότι ο Μιχαήλ Μάρκου είχε πολεμήσει στην Καρυστία, στο Τρίκερι, στο Δίστομο, στην Αράχωβα, στον Προφήτη Ηλία, στον Πειραιά, στο Κεραμύδι, στο Ναυαρίνο, στο Ναύπλιο, στην Άμφισσα, στη Θήβα και αλλού. Επίσης αναφέρεται ότι είχε πληγωθεί δυο φορές: στο πόδι στον Πειραιά και στο αριστερό χέρι στη Θήβα.

 

Δεν διευκρινίζεται εάν ο αριθμός στρατιωτών που αναφέρουν οι τρεις οπλαρχηγοί ότι είχε ὑπό τήν διεύθυνσίν του και συντηρούσε με δικά του έξοδα ήσαν Κύπριοι εθελοντές που είχε πάρει μαζί του από το νησί ή ήσαν Ελλαδίτες που είχε επιστρατεύσει εκεί.

 

Σύμφωνα προς άλλο πιστοποιητικό, του 1834, ἡ αὐτοῦ μεγαλειότης ὁ βασιλεύς [Όθων] εὐηρεστήθη διά τῆς ἀποφάσεώς του μηνολογουμένης ἀπό 20 Μαΐου 1834 να του χορηγήσει χάριν τῶν πρός τήν πατρίδα πιστῶν ἐκδουλεύσεών του, μηνιαία σύνταξη από 12 δραχμές.

 

Προκύπτει επίσης από τα πιστοποιητικά ότι μετά το τέλος του αγώνα ο Μιχαήλ Μάρκου είχε παραμείνει στην απελευθερωμένη Ελλάδα, είχε δημιουργήσει οικογένεια και ζούσε στην Αθήνα. Πέθανε εκεί το 1854. Σύζυγός του ήταν η ταπεινή ἀγράμματος  Ὂρσα Μιχαήλ Μάρκου Λιβαδίτησσα, όπως υπογράφει σε αίτηση ημερομηνίας 30 Απριλίου 1865 με την οποία ζητεί να καταβάλλεται σ' αυτήν η από 12 δραχμές σύνταξη του συζύγου της, που δεν της είχε καταβληθεί από του θανάτου του, το 1854.