Μιτσερό

Image

Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, περί τα 28 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης της Λευκωσίας.

 

Το Μιτσερόν είναι κτισμένο στις βόρειες υπώρειες της οροσειράς του Τροόδους, σε μέσο υψόμετρο 390 μέτρων. Το τοπίο του χωριού είναι διαμελισμένο από τους μικρούς παραπόταμους του ποταμού του Ακακίου που ρέουν στην περιοχή του.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκωσίας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, κροκάλες και ψαμμιτικές μάργες), οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι), οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κρητίδων, μαργών και ψαμμιτών), οι υφαλογενείς ασβεστόλιθοι του σχηματισμού Κορωνιάς, καθώς και οι λάβες και διαβάσες του πυριγενούς συμπλέγματος του Τροόδους. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν προσχωσιγενή εδάφη, ερυθρογαίες, ασβεστούχα εδάφη, τέρρα ρόζα και φαιοχώματα.

 

Το Μιτσερόν δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 375 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή του καλλιεργούνται τα αμπέλια οινοποιησίμων κυρίως ποικιλιών, τα φρουτόδεντρα (συκιές, αχλαδιές, χρυσομηλιές, μηλιές και ροδιές), οι αμυγδαλιές, οι ελιές, οι πιστακιές, λίγα εσπεριδοειδή, τα σιτηρά, τα λαχανικά (πατάτες, φασολάκια, καρπούζια, πεπόνια, τομάτες, αγγουράκια, κρεμμύδια και κραμπιά), τα όσπρια (ρεβίθια, κουκιά, λουβιά και φακές), και τα νομευτικά φυτά.

 

Η κτηνοτροφία είναι σχεδόν ανύπαρκτη.

 

Στα δυτικά του χωριού βρίσκονται τα μεταλλεία χαλκούχων σιδηροπυριτών της Κοκκινοπεζούλας και Κοκκινογιάς, τα οποία στη διάρκεια της λειτουργίας τους διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην όλη οικονομική ανάπτυξη και ευημερία του Μιτσερού. Εξάλλου στα βόρεια του χωριού, πάνω σε λόφο, άρχισε τη λειτουργία του από το 1956 εργοστάσιο εμπλουτισμού των θειούχων μεταλλευμάτων της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας, το «πλυντήριο» όπως είναι γνωστό στους κατοίκους της περιοχής. Στο εργοστάσιο αυτό μεταφερόταν το μετάλλευμα από τη γύρω περιοχή όπου καθαριζόταν και εμπλουτιζόταν. Για το πλύσιμο του μεταλλεύματος εχρησιμοποιούντο τρεις τεχνητές λίμνες κοντά στο πλυντήριο, που το χρώμα των νερών τους επηρεάστηκε από το μετάλλευμα. Το εργοστάσιο αυτό εμπλούτιζε μεταλλεύματα μέχρι το 1989. Από το 1989 και εξής εργάζεται σαν λατομική μονάδα. Παράγονται οικοδομικά υλικά όπως άμμοι, σκύρα και ασβέστης. Παράγεται επίσης μπεντονίτης. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, στο συγκρότημα μεταλλείων του Μιτσερού προστέθηκε και ένα ασβεστοκάμινο για την παραγωγή ασβέστη τόσο για τις ανάγκες επεξεργασίας του μεταλλεύματος όσο και για επιτόπια κατανάλωση.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, το Μιτσερόν συνδέεται στα ανατολικά με το χωριό Αγροκηπιά (περί τα 3 χμ.) και στα βορειοδυτικά με το χωριό - Άγιοι Ηλιόφωτοι (περί τα 3 χμ.).

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 145 
1891 182 
1901 234 
1911 265 
1921 337 
1931 378 
1946 498 
1960 717 
1973 705 
1976 1.026 
1982 704 
1992 684 
2001 713 (περιλ. και οι μοναχοί της μονής Αγίου Παντελεήμονος) 

 

Το Μιτσερόν γνώρισε συνεχή πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μέχρι το 1960. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974 το Μιτσερόν δέχτηκε προσωρινά ένα αριθμό Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων. Έτσι το 1976 ο πληθυσμός του ήταν αυξημένος.

 

Ο αρχικός οικισμός, συμπαγής, με αρκετά πλινθόκτιστα σπίτια μ’ όλα τα χαρακτηριστικά της λαϊκής αρχιτεκτονικής ακόμη έκδηλα, περιστοιχίζεται από σύγχρονες οικοδομές που συνεχώς επεκτείνονται στην περιφέρειά του. Η αντίθεση των παραδοσιακών σπιτιών και των σύγχρονων οικοδομών είναι πολύ εμφανής.

 

Εκείνο που ιδιαίτερα χαρακτηρίζει το χωριό αυτό είναι οι μεγάλες συσσωρεύσεις άχρηστων υλικών και σκουριάς από τις διάφορες εξορύξεις μεταλλεύματος που έγιναν από την Αρχαιότητα μέχρι τα πρόσφατα χρόνια. Στα δυτικά του οικισμού, μετά τους τεράστιους σωρούς του άχρηστου υλικού, αρχίζουν να παρουσιάζονται τα πρώτα πεύκα που στην αρχή εμφανίζονται μαζί με ελιές και αμυγδαλιές. Το τμήμα του χωριού στα νοτιοδυτικά του οικισμού είναι ίσως το πιο ανεπηρέαστο από την ανθρώπινη επέμβαση. Είναι η περιοχή που δεν δέχτηκε την άγρια εκμετάλλευση του πετρώματός της για μεταλλευτικούς σκοπούς, και η οποία καταλαμβάνεται από τμήμα του κρατικού δάσους Αδελφοί. Σ’ αυτή την περιοχή του πεύκου και του θυμαριού οι κάτοικοι των περιχώρων μαζεύουν τον χειμώνα μανιτάρια.

 

Μεταξύ Μιτσερού και Αγροκηπιάς βρίσκεται ο συνοικισμός της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας.

 

Το χωριό υφίστατο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, οπότε ήταν φέουδο και πιθανώς είναι αυτό που σημειώνεται σε παλαιούς χάρτες με την ονομασία Micco. Ως φέουδο, ανήκε αρχικά στους Ναΐτες ιππότες, όμως μετά τη διάλυση του τάγματός τους παραχωρήθηκε, μαζί με όλη την άλλη περιουσία του, στο τάγμα των Ιωαννιτών ιπποτών που είχε ως έδρα του το χωριό Κολόσσι.

 

Η περιοχή του χωριού, ωστόσο, με τα πλούσια μεταλλεία της, ήταν κατοικημένη και κατά την Αρχαιότητα, οπότε τα μεταλλεία βρίσκονταν σε χρήση. Υπάρχουν στην περιοχή, εκτός από τα αρχαία κατάλοιπα σκουριάς, και αρχαιολογικοί χώροι διαφόρων εποχών. Στην περιοχή έγιναν κατά καιρούς αρχαιολογικές επισκοπήσεις, όχι όμως και συστηματικές ανασκαφές.

 

Ο ιστορικός Φλώριος Βουστρώνιος (16ος αιώνας) αναφέρει το χωριό με την ίδια ονομασία του, γράφοντάς το ως Mizzero. Ο Φλώριος περιλαμβάνει το χωριό στον κατάλογο εκείνων που κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας ανήκαν πρώτα στο τάγμα των Ναϊτών ιπποτών και που το 1313, μετά τη διάλυση του τάγματος αυτού και την εκτέλεση των μελών του, δόθηκαν στο τάγμα των Ιωαννιτών ιπποτών.

 

Αναφέρεται ότι κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια ο οικισμός του Μιτσερού βρισκόταν δυτικότερα του σημερινού, στη ρίζα της απομονωμένης κορφής Κορώνη. Σύμφωνα προς τοπική παράδοση, ο πληθυσμός του χωριού είχε αποδεκατιστεί από μεγάλη επιδημία (πιθανώς εκείνη του 1692), οπότε ο αρχικός οικισμός εγκαταλείφθηκε και ιδρύθηκε άλλος ανατολικότερα, αυτός που σώζεται σήμερα. Στην ίδια περιοχή, αλλά στα βορειοανατολικά της κορφής Κορώνη, βρισκόταν και άλλος οικισμός που πιστεύεται ότι λεγόταν Λαμπαδιώτισσα. Ελάχιστα ερείπια του βυζαντινού αυτού οικισμού σώζονται σήμερα, μεταξύ δε αυτών τα πιο σημαντικά είναι εκείνα της εκκλησίας της Παναγίας Λαμπαδιώτισσας* (ή Λαμπάδος). Μερικοί μελετητές θεώρησαν ότι εδώ βρισκόταν η αρχαία πόλη (ή κώμη) Λαμπαδιστού* που αναφέρεται κατά τη δεύτερη αποστολική περιοδεία στην Κύπρο, κατά τα μέσα του 1ου μ.Χ. αιώνα και που θεωρήθηκε, επίσης, ως ο τόπος καταγωγής του αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή*, πράγμα που σήμερα δεν θεωρείται πιθανό. Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε την ονομασία του βυζαντινού αυτού οικισμού που αυθαίρετα ονομάστηκε Λαμπαδιώτισσα επειδή αυτό ήταν το επώνυμο της τιμώμενης εκεί Παναγίας.

 

Ερείπια εκκλησίας, αφιερωμένης στον άγιο Γεώργιο, σώζονται και στην τοποθεσία όπου βρισκόταν ο αρχικός οικισμός του Μιτσερού. Μια αξιόλογη μεγάλη εικόνα του αγίου, προερχόμενη από την εκκλησία αυτή, βρίσκεται στο κοντινό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος Αχεράς*.

 

Η σημερινή εκκλησία του χωριού, αφιερωμένη στον αρχάγγελο Μιχαήλ, αντικατέστησε παλαιότερη της οποίας ο R. Gunnis (1935) γράφει ότι είχε δει τα ερείπια του ιερού. Από την παλαιά εκκλησία προέρχεται το εικονοστάσιο της σημερινής, που χρονολογείται στα 1796, επί ημερών του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου. Το εικονοστάσιο ανακαινίσθηκε από κάποιον Χριστόδουλο και τη σύζυγό του, που έκαμαν και προσθήκες σ’ αυτό.

 

Δεν είναι βέβαιο από πού προήλθε η ονομασία του χωριού Μιτσερόν. Σύμφωνα με μια εκδοχή, θεωρείται ότι πιθανόν να είναι φυτώνυμη, από το μιτσικόριδον  (=ματσικόριδον*).