Μιχαήλ ή Μιχαήλου Χρίστος Κύπριος

Image

Σημαντικός αγωνιστής στην ελληνική επανάσταση του 1821. Η δράση του μας είναι γνωστή από πιστοποιητικά που σώθηκαν στα κρατικά αρχεία της Ελλάδας. Τα πιστοποιητικά είχε υποβάλει τον Απρίλιο του 1865 η σύζυγος του Χρίστου Μιχαήλ (ή Μιχαήλου), για σκοπούς συνταξιοδότησής της. Αναφέρει στη συνοδευτική της αίτηση ότι ο σύζυγός της ήταν Κύπριος, κι ότι πέθανε στο Ναύπλιο τον Δεκέμβριο του 1864˙ κατέλιπε και τέσσερα παιδιά, δυο αγόρια και δυο κορίτσια, η δε οικογένειά του είχε παραμείνει ἔρημος πάσης περιουσίας καί στερουμένη παντός πόρου ζωῆς. Η σύζυγός του ονομαζόταν Μαρία και καταγόταν από το Άργος.

 

Τα πιστοποιητικά του Κυπρίου αυτού αγωνιστή υπογράφονται από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Νικήτα Σταματελόπουλο, τον Νικόλαο Κριεζώτη, τον Χατζή Χρίστο και άλλους οπλαρχηγούς. Εξάλλου, σώζεται και έγγραφο ημερομηνίας 28.1.1859, που απέστειλε προς τη Βουλή των Ελλήνων ο ίδιος ο Χρίστος Μιχαήλ Κυπραῖος (όπως το υπογράφει). Σ’ αυτό αναφέρει ότι ήταν αγράμματος, ότι ήταν Κύπριος κι είχε πάει στην Ελλάδα ως εθελοντής από την αρχή του αγώνα. Υπηρέτησε μέχρι το τέλος της επανάστασης, υπό τον Δημήτριο Υψηλάντη αρχικά και υπό τις διαταγές άλλων αρχηγών αργότερα. Ακόμη, ήταν επικεφαλής μικρής ομάδας στρατιωτών, που ο ίδιος είχε συγκεντρώσει, πληρώνοντάς τους από δικά του χρήματα (αναφέρει ότι ὑπέρ εἴκοσι χιλιάδες δραχμές δαπάνησε).

 

Μεταξύ άλλων, τα πιστοποιητικά των οπλαρχηγών βεβαιώνουν ότι ο Κύπριος αυτός αγωνιστής πήρε μέρος, ως αξιωματικός, σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο κατά του Δράμαλη, στην πολιορκία του Ναυπλίου, στη μάχη της Γράνας (όπου πληγώθηκε σοβαρά), στη Στερεά Ελλάδα, στο Δίστομο (όπου πληγώθηκε πάλι). Επίσης, πήρε μέρος στις μάχες κατά του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, καθώς και στην εκστρατεία υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη οπότε πολέμησε στη Δομπραίνα, στην Αράχωβα, στη Φουντάνα και στο Δίστομο. Πήρε επίσης μέρος στην εκστρατεία της Χίου, όπου επέδειξε ιδιαίτερη γενναιότητα και όπου πληγώθηκε σοβαρά για τρίτη φορά. Για τέταρτη φορά πληγώθηκε στο Ναυαρίνο.

 

Ως αξιωματικός, ανήλθε μέχρι το βαθμό του χιλιάρχου, υπηρέτησε δε και με τον ιδιαίτερα τιμητικό τίτλο του σημαιοφόρου.

 

Μετά το τέλος του αγώνα παρέμεινε στην απελευθερωμένη Ελλάδα, όπου νυμφεύθηκε κι απέκτησε οικογένεια, εγκαταστάθηκε δε στο Άργος κι αργότερα στο Ναύπλιο. Στο έγγραφό του προς τη Βουλή, αναφέρει ότι είχε τιμηθεί με χάλκινο αριστείο, πράγμα που το θεωρεί άδικο γιατί πίστευε πως έπρεπε να του δοθεί το αργυρούν, όπως σε άλλους που, μάλιστα, είχαν υπηρετήσει υπό τις δικές του διαταγές. Αναφέρει ακόμη ότι μια πλημμύρα ποταμού είχε καταστρέψει ολοσχερώς το σπίτι του. Σημειώνει επίσης ότι ποτές δέν ἐκαταδέχθην νά ζητήσω ὀβολόν ἀνταμοιβήν διά τόσας θυσίας καί πληγάς θανατηφόρους διά τάς ἐκδουλεύσεις τῆς πατρίδος και ότι τώρα (1859) καταφεύγω εἰς τό ἔλεος τῆς φιλανθρωπίας (ζητώντας βασικά να αναγνωρισθεί η προσφορά του, γιατί φαίνεται ότι η απονομή του χάλκινου αριστείου τον είχε πικράνει ιδιαίτερα).

 

Αργότερα φαίνεται ότι είχε ζήσει για κάποιο διάστημα και στην Αθήνα. Αίτηση για χρηματική βοήθεια, παρ’ ότι δυστυχούσε ο ίδιος και η πολυπληθής οικογένειά του, δεν υπέβαλε (εκτός από αίτηση για την κανονική σύνταξή του). Τέτοια αίτηση, μαζί με τα σωζόμενα πιστοποιητικά του, υπέβαλε η σύζυγός του Μαρία τον Απρίλιο του 1865, μερικούς δηλαδή μήνες μετά τον θάνατο του αγωνιστή συζύγου της.