Μιχαηλίδης Βασίλης

Image

Κορυφαίος διαλεκτικός ποιητής, γνωστότατος κυρίως από τα μακροσκελή επικά ποιήματά του, εξαιτίας των οποίων ονομάσθηκε και «εθνικός ποιητής της Κύπρου». Γεννήθηκε κατά τα μέσα του 19ου αιώνα (οι διάφοροι μελετητές παραθέτουν χρονολογίες γέννησης του ποιητή από το 1849 μέχρι το 1853 ενώ ο ίδιος δεν γνώριζε πότε ακριβώς) και τόπος γέννησής του ήταν το χωριό Λευκόνοικο της Μεσαορίας. Πέθανε στη Λεμεσό στις 8 Δεκεμβρίου του 1917 (βλέπε Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος Αρχείου ΡΙΚ).

 

Παιδικά - νεανικά χρόνια: Ο Μιχαηλίδης ορφάνεψε από μικρός, χάνοντας τη μητέρα του Αννέττα που καταγόταν από το Δάλι. Ο πατέρας του, Χατζή Μιχάλης Χαραλάμπους, γνωστός ως Χατζηκουμπάρος, που ήταν μεροκαματιάρης, έστειλε τον μικρό Βασίλη στο Δάλι, κοντά στον θείο του ιερέα και δάσκαλο Χρύσανθο Παπακονόμο. Κοντά σ’ αυτόν έμαθε τα πρώτα του γράμματα ή, αν όχι τα πρώτα, λίγα γράμματα, χωρίς να έχει αργότερα καμιά ευκαιρία για περαιτέρω σπουδές. Από τον πατέρα του, που ήταν και καλός τραγουδιστής, και από τον ιερωμένο θείο του που ήταν ποιητάρης και ζωγράφος, φαίνεται ότι είχε πάρει και ο Βασίλης Μιχαηλίδης το πρώτο του βάπτισμα στον χώρο των τεχνών, κι εκτός από την ποίηση θα προσπαθήσει ν’ ασχοληθεί και με τη ζωγραφική αργότερα. Δοκίμασε μάλιστα να αφοσιωθεί στην αγιογραφία και προς τον σκοπό αυτό μετακινήθηκε από το Δάλι στη Λευκωσία κοντά σε έναν άλλο συγγενή του, επίσης ιερωμένο, διάκο τότε ακόμη και καθηγητή στην Ελληνική Σχολή Λευκωσίας, τον μετέπειτα επίσκοπο Κιτίου Κυπριανό Οικονομίδη.

 

Ο νεαρός Μιχαηλίδης (υπολογίζεται ότι στη Λευκωσία πήγε όταν ήταν περίπου 12 χρόνων) εγκαταστάθηκε στο περιβάλλον και στα υποστατικά της Αρχιεπισκοπής. Προοριζόταν, εξάλλου, ν’ ακολουθήσει την ιερατική σταδιοδρομία, πράγμα που τελικά δεν συνέβη. Παρά το ότι μερικοί μελετητές του θεωρούν ότι φοίτησε ίσως και στην Ελληνική Σχολή, τούτο δεν φαίνεται πιθανό.

 

Στη Λευκωσία παρέμεινε λίγα χρόνια, υπάρχουν δε μαρτυρίες ότι παρακολούθησε μαθήματα αγιογραφίας κοντά σε κάποιο Χαράλαμπο ή Χριστόδουλο. Δεν μπόρεσε όμως να γίνει σημαντικός ζωγράφος. Δεν είναι γνωστό για πόσα ακριβώς χρόνια παρέμεινε στη Λευκωσία, συνεπώς δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν πρόλαβε να σχετιστεί με τον Έλληνα ποιητή Γεώργιο Βιζυηνό που, νεαρός επίσης τότε, είχε ζήσει για ένα διάστημα στη Λευκωσία, ως τρόφιμος της Αρχιεπισκοπής.

 

Από τη Λευκωσία ο Μιχαηλίδης μετακόμισε στη Λάρνακα, γύρω στα 1868, κοντά στον συγγενή του Κυπριανό Οικονομίδη και πάλι, που τώρα είχε εκλεγεί επίσκοπος Κιτίου. Εκεί θα ζήσει και πάλι σε αυστηρό εκκλησιαστικό περιβάλλον και θα δοκιμάσει να εργαστεί ως ζωγράφος, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Η Λάρνακα ήταν όμως τότε μια «εξευρωπαϊσμένη» πόλη, περισσότερο «κοσμοπολίτικη» απ’ οποιανδήποτε άλλη κυπριακή πόλη, και το περιβάλλον της θα επιδράσει στον νεαρό Μιχαηλίδη που θα γνωριστεί εκεί και με μερικούς λογίους της εποχής, όπως ο Γουσταύος Λαφφών, ο Θεόδουλος Κωνσταντινίδης πιθανότατα, και ίσως και άλλοι.

 

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Λάρνακα, ο Βασίλης Μιχαηλίδης θα πρωτοεμφανιστεί στα γράμματα, δημοσιεύοντας στα 1873 τα πρώτα του

στιχουργήματα στον Πυθαγόρα της Σμύρνης. Χρησιμοποιεί στους στίχους του την καθαρεύουσα άλλοτε, άλλοτε τη δημοτική αλλά και το κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα, πράγμα που φανερώνει αβεβαιότητα γλωσσική αλλά και αλληλοσυγκρουόμενες επιδράσεις. Αρχίζει να εισέρχεται, πάντως, στην τάξη των «λογίων», αλλά και ν’ αντιμετωπίζει σοβαρά το πρόβλημα της επαγγελματικής του αποκατάστασης. Παρά το ότι έχει υψηλούς προστάτες (επίσκοπος Κιτίου Κυπριανός), ωστόσο δεν έχει ικανές σπουδές ώστε να τοποθετηθεί σε κάποια θέση. Έχοντας όμως έμφυτη την κλίση προς την καλλιτεχνική δημιουργία, και προκειμένου ν’ ακολουθήσει κάποιο κλάδο που δεν χρειάζεται απαραίτητα να γνωρίζει και πολλά γράμματα, αποφασίζει να γίνει ζωγράφος και προσπαθεί να κάμει ανώτερες σπουδές στην Ιταλία. Αφού κατόρθωσε να εξοικονομήσει χρήματα από κάπου (ίσως του έδωσε ο επίσκοπος θείος του, ίσως του τα έκλεψε κατ’ άλλους), ο Μιχαηλίδης έφυγε για την Ιταλία γύρω στα 1875. Δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για το τι έκαμε εκεί, χωρίς ούτε τη γλώσσα να γνωρίζει αλλά ούτε και τις προϋποθέσεις να έχει για ανώτερες σπουδές. Η προσπάθειά του πάντως απέτυχε και το ταξίδι του στην Ιταλία θα του αφήσει μόνο αναμνήσεις από έργα μεγάλων ζωγράφων που θα προσπαθήσει να αντιγράψει και μιμηθεί, χωρίς επιτυχία.

 

Σύντομα θα εγκαταλείψει την Ιταλία και θα βρεθεί στην Ελλάδα, όπου θα πάρει μέρος στον ένοπλο αγώνα για απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1877. Το τέλος του αγώνα εκείνου θα συμπέσει με μια πολύ σημαντική μεταβολή και στην Κύπρο: το νησί παραδίδεται το 1878 από την Τουρκία στην Αγγλία. Λίγο μετά την άφιξη των Άγγλων στην Κύπρο (καλοκαίρι του 1878), ο Μιχαηλίδης επιστρέφει στο νησί το ίδιο αμόρφωτος όσο είχε φύγει, επιπρόσθετα δε άρρωστος με ρευματισμούς (που θα τον βασανίσουν σ’ ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του), εντελώς απένταρος και σχεδόν ρακένδυτος.

 

Η ζωή του στη Λεμεσό: Μετά την αποτυχημένη προσπάθειά του να σπουδάσει, δυσκολεύεται ίσως να παρουσιαστεί ξανά στους γνωστούς του στη Λάρνακα. Εγκαθίσταται στη Λεμεσό όπου προσωρινά βρίσκει στέγη στα εκεί υποστατικά της μητρόπολης Κιτίου. Λίγο αργότερα αρχίζει να εργάζεται στον Δήμο Λεμεσού, στην αρχή ίσως (δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο) χωρίς μισθό και με μόνη ανταμοιβή την παροχή τροφής και στέγης. Στα αρχεία του Δήμου Λεμεσού αναφέρεται ως κανονικός υπάλληλος του Δήμου μόλις το 1884, ως «νοσοκόμος προσωρινός καί διά τήν ἐποπτείαν τῶν σφαζομένων κρεάτων». Λίγο αργότερα αναφέρεται ως «ἐπιστάτης τοῦ πτωχοκομείου καί ἐπόπτης τῶν ἐν τῷ σφαγείῳ σφαζομένων ζώων μέ μηνιαῖον μισθόν £4...». Αναφέρεται ταυτόχρονα ότι οι αρμόδιοι του Δήμου θεωρούσαν καλό όπως ο Μιχαηλίδης «καταγείνη καί ἐκμάθη τήν φαρμακοποιΐαν». Δεν γνωρίζουμε πόσα έμαθε τελικά ο ποιητής από «φαρμακοποιΐαν» προκειμένου να σταδιοδρομήσει. Πάντως έγινε γνωστός στη Λεμεσό ως ο Βασίλης ο Σπετσέρης. Στη θέση αυτή στο Δημαρχείο παρέμεινε για πολλά χρόνια, μέχρι το 1910 οπότε απολύθηκε επειδή είχε γίνει αλκοολικός.

 

Όλο αυτό το διάστημα που ζούσε κι εργαζόταν στη Λεμεσό, ούτε το μόνιμο οικονομικό του πρόβλημα κατόρθωσε να λύσει, ούτε και μπόρεσε να νυμφευθεί και ν’ αποκτήσει οικογένεια, αν και αναφέρεται μεγάλος και αποτυχημένος έρωτάς του. Λέγεται μάλιστα ότι μερικά ποιήματά του, περιλαμβανομένης και της περίφημης Ἀνεράδας, τα είχε εμπνευστεί εξαιτίας της κοπέλας αυτής που ανήκε σε πλούσια αστική οικογένεια της πόλης. Ο ποιητής είχε, ωστόσο, μια μόνιμη εργασία στο νοσοκομείο της Λεμεσού (που δεν ήταν βέβαια τότε τίποτε το σπουδαίο), όπως είχε και αρκετούς φίλους, μερικοί μάλιστα από τους οποίους ανήκαν στην «αριστοκρατία» της πόλης. Συμμετείχε ως ένα βαθμό στην κοινωνική ζωή της Λεμεσού, κι είχε αδυναμία στο ποτό, αδυναμία που θα τον οδηγούσε τελικά στον αλκοολισμό. Μεταξύ των φίλων του ήταν ο Στυλιανός Χουρμούζιος (που ο ποιητής είχε συνδεθεί μαζί του όταν ήσαν και οι δυο παιδιά στην Αρχιεπισκοπή στη Λευκωσία). Ο Χουρμούζιος εξέδωσε στη Λεμεσό το 1884 την εφημερίδα Σάλπιγξ στην οποία ο Βασίλης Μιχαηλίδης θα δημοσιεύσει αρκετά ποιήματά του. Πριν από την έκδοση της εφημερίδας αυτής, ποιήματά του δημοσίευε στην εφημερίδα Ἀλήθεια, από το 1881.

 

Αργότερα, το 1888, ο ποιητής έκαμε μια προσπάθεια να εκδώσει ο ίδιος εφημερίδα δική του. Εξέδωσε (στο τυπογραφείο της Σάλπιγγος) την 15νθήμερη έμμετρη και σατιρική εφημερίδα 

Ὁ Διάβολος. Η προσπάθειά του αυτή να μεταπηδήσει στον χώρο της δημοσιογραφίας, απέτυχε και πάλι. Εξέδωσε μόνο έξι φύλλα του Διαβόλου, στο διάστημα από 18 Ιανουαρίου 1888 μέχρι 18 Απριλίου 1888.

 

Στο μεταξύ στη Λεμεσό δημιούργησε το σημαντικό ποιητικό του έργο. Ήδη στην πόλη αυτή εξέδωσε το 1882 την πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο  Ἀσθενής Λύρα. Σ’ αυτήν περιλαμβάνει λίγα μόνο ποιήματά του στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα, που είναι και τα πιο αξιόλογα της μικρής συλλογής, αλλά όχι και τα πιο σημαντικά του. Αυτά θα γραφούν λίγο αργότερα, όπως το θαυμάσιο λυρικό ποίημά του Ἡ  Ἀνεράδα (1893) και τα πασίγνωστα μακροσκελή επικά του δημιουργήματα 9η Ιουλίου και Ἡ Χιώτισσα. (Βλέπε Βίντεο

 

Νέα ποιητική συλλογή ο Μιχαηλίδης θα εκδώσει αρκετά χρόνια αργότερα, το 1911 στη Λεμεσό και πάλι. Πρόκειται για τη συλλογή με τίτλο Ποιήματα στην οποία θα περιλάβει και τα δυο μακροσκελή επικά ποιήματα που αναφέρθηκαν πιο πάνω.

 

Εκτός από τις εφημερίδες Ἀλήθεια και Σάλπιγξ καθώς και το περιοδικό Πυθαγόρας της Σμύρνης, που προαναφέρθηκαν, σκόρπια ποιήματα του Βασίλη Μιχαηλίδη δημοσιεύθηκαν και σε διάφορα άλλα έντυπα της εποχής, όπως το περιοδικό Γράμματα της Αλεξάνδρειας, το Νέον Κίτιον της Λάρνακας, η εφημερίδα Κήρυξ της Λεμεσού και, βέβαια, ο δικός του Διάβολος. Στον Μιχαηλίδη αποδίδονται και διάφορα ανυπόγραφα ποιήματα.

 

Μετά την αποχώρησή του από την εργασία του στο νοσοκομείο της Λεμεσού (το 1910), το Δημαρχείο της πόλης τον υποαπασχολεί παραχωρώντας του κι ένα χαμηλό μισθό (λίρες 2 τον μήνα) σε εργασία «σχετικήν μέ τήν καθαριότητα τῆς πόλεως». Η εργασία αυτή φαίνεται ότι ήταν μάλλον τυπική, προκειμένου να δικαιολογείται η παροχή του βοηθήματος των 2 λιρών προς τον ποιητή. Η έκδοση της συλλογής του Ποιήματα, που θεωρείται ως η πιο σημαντική που είχε εκδοθεί ως τότε στην Κύπρο (βέβαια θεωρείται εκ των υστέρων), έγινε περισσότερο για να βοηθηθεί ο ποιητής από τις πωλήσεις του βιβλίου. Ο σκοπός απέτυχε γιατί οι πωλήσεις (και μάλιστα υπό τις τότε συνθήκες) δεν μπορούσε παρά να ήταν πενιχρές.

 

Τελικά ο ποιητής θα καταλήξει στο πτωχοκομείο της Λεμεσού (στο τέλος του 1915 ή το 1916), όπου και θα ζήσει λησμονημένος το σύντομο υπόλοιπο της ζωής του. Εκεί και θα πεθάνει στις 8 Δεκεμβρίου του 1917.

 

Το έργο του:  Σε τέσσερις κατηγορίες, από απόψεως θεματογραφίας, μπορούν να χωριστούν τα ποιήματα του Βασίλη Μιχαηλίδη: επικά (πατριωτικά), πολιτικά, σατιρικά (περιλαμβανομένων και των μύθων του) και ερωτικά (και λυρικά). Γνωστότερα είναι τα δυο επικά ποιήματά του Ἰουλίου και Ἡ Χιώτισσα (Βλέπε Βίντεο που διακρίνονται μεταξύ άλλων και για την στιχουργική τεχνική τους. Από γλωσσολογικής απόψεως, το ποιητικό του έργο μπορεί να ταξινομηθεί σε τρεις κατηγορίες: ποιήματα στην καθαρεύουσα, ποιήματα στη δημοτική και ποιήματα στην κυπριακή τοπολαλιά. Αναμφίβολα τα σπουδαιότερα των ποιημάτων του είναι εκείνα που γράφτηκαν στην κυπριακή τοπολαλιά, στη γλώσσα που γνώριζε και μιλούσε ο ποιητής, στη γνήσια και ρωμαλέα τοπική διάλεκτο στην οποία τραγουδούσαν οι Κύπριοι τραγουδιστές και συνέθεταν οι Κύπριοι ποιητάρηδες. Μπορούμε τελικά να πούμε ότι ο Βασίλης Μιχαηλίδης τότε μόνο βρήκε τον δρόμο του στον χώρο της ποίησης, όταν ακολούθησε και τη γλώσσα και την τεχνική και το μέτρο του Κύπριου λαϊκού ποιητάρη. Στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα είναι γραμμένα τα περίφημα πατριωτικά του ποιήματα Ἡ 9η Ἰουλίου (χωρίζεται σε 24 ραψωδίες και έχει 560 δεκαπεντασύλλαβους στίχους), Ἡ Χιώτισσα, Ἡ Κύπρος στήν Μάναν της), το ωραιότατο λυρικό του ποίημα Ἡ  Ἀνεράδα, διάφορα σατιρικά (όπως το εκτενές Μιά Ἐπιστολή) κ.α. Τούτο δεν σημαίνει, βέβαια, πως δεν υπάρχουν αξιόλογα ποιήματά του στη δημοτική γλώσσα. Δεν είναι όμως αυτά που του χάρισαν τον τίτλο του εθνικού ποιητή της Κύπρου.

 

Διάφορες εκδόσεις ποιημάτων του Βασίλη Μιχαηλίδη έγιναν μετά το θάνατό του, μεταξύ δε αυτών αναφέρουμε:

  • Βασίλη Μιχαηλίδη, Ἐκλογή ἀπό τά Ποιήματά του (έκδοση με πρόλογο του Α.Κ. Ιντιάνου, Λευκωσία, 1942).
  • Βασίλη Μιχαηλίδη, Ποιήματα (έκδοση Δήμου Λεμεσού, 1959, με πρόλογο και επιμέλεια Ν. Ξιούτα).
  • Βασίλης Μιχαηλίδης, Ἃπαντα (έκδοση Χρ. Ανδρέου, Λευκωσία, 1987). Από τον ίδιο εκδότη εξεδόθη ως δεύτερος τόμος η αξιόλογη μελέτη Βασίλης Μιχαηλίδης, Η Ζωή και το Έργο του, του Γ. Κατσούρη, όπου περιλαμβάνεται και ολόκληρη η προγενέστερη βιβλιογραφία.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image