Μονιάτης

Image

Μεικτό χωριό της επαρχίας Λεμεσού, περί τα 31 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης της Λεμεσού.

 

Ο Μονιάτης είναι κτισμένος σε ορεινή περιοχή, σε μέσο υψόμετρο 730 μέτρων. Το ανάγλυφο στην περιοχή του είναι βουνίσιο με στενές βαθειές κοιλάδες και απότομες πλαγιές. Το υψόμετρο αυξάνεται από τα νότια προς τα βόρεια όπου φθάνει τα 1.600 περίπου μέτρα. Το τοπίο του χωριού δεν είναι μόνο επικλινές αλλά και διαμελισμένο από το ποτάμιο δίκτυο του Αμίαντου, παραπόταμου του ποταμού Κούρη.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν τα πυριγενή πετρώματα, κυρίως διαβάσες, γάββροι, πλαγιογρανίτες, χαρτζβουργίτες, δουνίτες και λάβες. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν πυριτιούχα εδάφη και φαιοχώματα.

 

Ο Μονιάτης δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 780 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή του καλλιεργούνται διάφορα είδη φρουτοδέντρων που περιλαμβάνουν μηλιές, ροδακινιές, αχλαδιές, κερασιές, δαμασκηνιές, χρυσομηλιές και ακτινίδια. Καλλιεργούνται επίσης οι πιστακιές, τα αμπέλια οινοποιησίμων ποικιλιών, τα εσπεριδοειδή, καθώς και λίγα λαχανικά και ελιές. Υπάρχουν και αρκετές ακαλλιέργητες εκτάσεις που καταλαμβάνονται από άγρια φυσική βλάστηση, κυρίως πεύκα, λατζ'ιές και αντρουκλιές.  Ένα μεγάλο τμήμα του χωριού, στα βόρεια του οικισμού, καταλαμβάνεται από το δάσος του Τροόδους και ένα πολύ μικρότερο τμήμα του, στα ανατολικά του οικισμού, καταλαμβάνεται από το δάσος της Μονής.

 

Η κτηνοτροφία είναι πολύ περιορισμένη.

 

Στα ανατολικά του Μονιάτη και μέσα στα διοικητικά του όρια βρίσκεται ο Σαϊττάς, ένας μικρός συνοικισμός όπου καλλιεργούνται διάφορα οπωροφόρα δέντρα. Εδώ βρίσκεται το κυβερνητικό φυτώριο για έρευνα και διάδοση διαφόρων δέντρων. Εξάλλου ο συνοικισμός γειτνιάζει με τα κρατικά δάση του Τροόδους και της Μονής. Το όμορφο βουνίσιο καταπράσινο τοπίο του Σαϊττά έχει προσελκύσει αρκετούς Κυπρίους και ξένους, κυρίως αραβικής καταγωγής, οι οποίοι αγόρασαν γη στην περιοχή και έκτισαν εξοχικές κατοικίες. Στον Σαϊττά βρίσκεται επίσης δασικός σταθμός καθώς και αγροτικός κτηνιατρικός σταθμός.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, ο Μονιάτης βρίσκεται δίπλα στον υπεραστικό δρόμο Λεμεσού - Πλατρών - Τροόδους που τον συνδέει τόσο με την πόλη της Λεμεσού όσο και με τα ορεινά θέρετρα του Τροόδους. Από το χωριό Πάνω Πλάτρες, που βρίσκεται στα βορειοδυτικά του, απέχει περί τα 6 χμ. και από το χωριό Τριμίκλινη, που βρίσκεται στα νοτιοδυτικά του, απέχει περί τα 3,5 χμ.

 

Το χωριό γνώρισε πληθυσμιακές αυξομειώσεις. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 92 
1891 94 
1901 130 
1911 183 
1921 174 
1931 257 (151 Ελληνοκύπριοι και 106 Τουρκοκύπριοι)
1946 345 (223 Ελληνοκύπριοι και 122 Τουρκοκύπριοι) 
1960 356 (262 Ελληνοκύπριοι, 90 Τουρκοκύπριοι και 4 άλλων εθνικοτήτων) 
1973 217 (όλοι Ελληνοκύπριοι) 
1976 370 
1982 217 
1992 220 
2001 227 

 

Μετά το 1964, εξαιτίας των διακοινοτικών ταραχών που ακολούθησαν την τουρκοκυπριακή ανταρσία, οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του Μονιάτη εγκατέλειψαν το χωριό τους και μετακινήθηκαν σε άλλα αμιγή τουρκοκυπριακά ή μεικτά χωριά, στο πλαίσιο οδηγιών της Άγκυρας για δημιουργία στο νησί ισχυρών τουρκοκυπριακών θυλάκων. Στις πιο πάνω επίσημες απογραφές πληθυσμού, στον πληθυσμό του Μονιάτη συνυπολογίζεται και εκείνος του συνοικισμού Σαϊττά.

 

Στα βόρεια του Σαϊττά και μέσα στα διοικητικά όρια του χωριού Μονιάτης βρίσκεται το μοναστήρι του Μέσα* Ποταμού. Στα δυτικά του μοναστηριού, στην τοποθεσία Αρκολαχανιά, δημιουργήθηκε και λειτουργεί εκδρομικός χώρος χωρητικότητας 100 ατόμων. Εξάλλου στην περιοχή του χωριού δημιουργήθηκε από την πτώση των νερών του ρυακιού Μέσα Ποταμού, παραπόταμου του Κούρη, ένας ιδιότυπος κλιμακωτός καταρράκτης ύψους 9 περίπου μέτρων.

 

Ο Μονιάτης διατηρεί σε αρκετά μεγάλο βαθμό στοιχεία της λαϊκής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.

 

Το χωριό υφίστατο από τα Μεσαιωνικά χρόνια. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας ήταν φέουδο. Σε παλαιούς χάρτες σημειώνεται ως Mognati. Εξάλλου, ως φέουδο, το χωριό αναφέρεται από τον μεσαιωνικό χρονογράφο Γεώργιο Βουστρώνιο ως ιδιοκτησία του Αλέξανδρου Καππαδόκη, κατά τα μέσα του 15ου αιώνα, από τον οποίο το αφαίρεσε ο βασιλιάς της Κύπρου Ιάκωβος Β' και το παραχώρησε, μαζί με τη γειτονική Κουκά, στον ευγενή Μπαλιάν Σαλάκχα:

 

... καί τοῦ Παλία Σάλαχα ἐχάρισέν του τά χωργία τοῦ σίρ Ἀλησάντρου Καπάδοκα, τόν Κουκᾶν καί τόν Μονιάτην...

 

Ωστόσο ο Φλώριος Βουστρώνιος (16ος αιώνας) αναφέρει τον Μονιάτη (γράφοντας ακριβώς Moniati) ως φέουδο που το 1460, όταν ο βασιλιάς της Κύπρου Ιάκωβος Β΄ προέβη σε αναδιανομή των φέουδων, δόθηκε στον Ιωάννη Πέρεζ Φαμπρέγκ, μαζί με άλλα 7 χωριά.

 

Ο Καμίλ Ανλάρ, αλλά και ο Ντώκινς, θεωρούν ότι το ένα αναφερόμενο από τον Βουστρώνιο χωριό δεν ήταν ο Μονιάτης αλλά το Μονάγριν.

 

Ο G. Jeffery (1917) μνημονεύει δυο εκκλησίες του χωριού, αφιερωμένες στον Ιωάννη τον Πρόδρομο και στον αρχάγγελο Μιχαήλ.

 

Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός (1788) αναφέρει το χωριό ως Μαγνάτην, γράφοντας ότι από την περιοχή του ρέει ο ποταμός που έρχεται από το μοναστήρι του Μέσα Ποταμού. Ο Κυπριανός αναφέρει τον Μαγνάτην ως ποτέ χωρίον, αφήνοντας έτσι να νοηθεί ότι στην εποχή του (β' μισό του 18ου αιώνα) το χωριό δεν υφίστατο πλέον και ήταν εγκαταλελειμμένο.

 

Πιθανώς όμως ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός να εννοούσε όχι τον σημερινό Μονιάτη αλλά μάλλον τον σημερινό Σαϊττά απ' όπου και περνά ο ποταμός τον οποίο αναφέρει. Στον Σαϊττά εξάλλου, μάλιστα δε στο σημείο συμβολής του ποταμού του Αμιάντου με τον Μέσα Ποταμό, υπάρχουν ερείπια παλαιού οικισμού.

 

Μπορούμε συνεπώς να θεωρήσουμε ότι αρχικά ο οικισμός του Μονιάτη βρισκόταν στη χαμηλότερη τοποθεσία όπου η συμβολή των δυο ποταμών, υστερότερα δε μετακινήθηκε στη σημερινή θέση.

 

Για την ονομασία του χωριού δεν υπάρχει σαφής εξήγηση. Μονιάτης λέγεται ο κάτοικος του χωριού Μονή ή ο προερχόμενος από κάποια μονή, κι ίσως αυτό να ήταν το επίθετο του πρώτου οικιστή. Εάν όμως θεωρήσουμε ότι ορθά έγραψε ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός το όνομα του χωριού: Μαγνάτης, τότε τούτο πιθανόν να έχει ξένη (φράγκικη) προέλευση, εάν βέβαια δεν αποτελούσε φράγκικη παραφθορά του αρχικού ονόματός του. Πάντως, εάν δεχθούμε ότι προήλθε από το μονιάτης (= ο εκ της μονής), τότε ίσως η ονομασία του να σχετίζεται προς το κοντινό μοναστήρι του Μέσα Ποταμού, ή το επίσης κοντινό μοναστήρι του Σταυρού (Κουκάς).