Μωρόγιαννος

Χαρακτήρας σε κυπριακές παραλογές, στις οποίες ονομάζεται μωρός και πλανημένος είτε γιατί εγκαταλείπει τη νιόπαντρη γυναίκα του και ξενιτεύεται είτε γιατί εγκαταλείπει την κάλλη του για τα πλούτη, το λοάριν, κάποιας άλλης. Ο ήρωας ονομάζεται και Γιαννακός και Μικρογιάννης (Θ. Παπαδοπούλλου, Κυπριακά Δημώδη Ἄσματα, Λευκωσία, 1975, σσ. 34-37, «Ἄσμα τοῦ Μικρογιάννη») και σε μια άλλη παραλλαγή Κωσταντάς (ό.π.π., σσ. 189-190, «Τραγούδιν τοῦ Κωσταντᾶ»).

 

Τα κυπριακά δημοτικά τραγούδια με πρωταγωνιστή τον Μωρόγιαννο μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες:

 

1. Στη μια κατηγορία ο Μωρόγιαννος, νιόγαμπρος τριών ημερών, ξενιτεύεται

και γυρίζει στο σπίτι του όταν πληροφορείται ότι παντρολογούν την κάλλη του.

Από αυτή την κατηγορία αναφέρουμε τις εξής παραλλαγές:

 

(α) «Ὁ Μωρόγιαννος» (Ξεν. Φαρμακίδη, Κύπρια Ἒπη, Λευκωσία, 1926, σσ. 45-48).

(β) «Ὁ Μωρόγιαννος» (ό.π.π., σσ. 55-57).

(γ) «Άσμα Γιάννου Μωρόγιαννου» (Αθ. Σακελλαρίου, Τά Κυπριακά, τόμ. Β', σσ. 57-58).

(δ) «Μωρόγιαννος» (Μ. Κιτρομηλίδου, Λαογραφία, τόμ. ΛΓ, 1982-1984, σσ. 214-215).

 

2. Στη δεύτερη κατηγορία ο Μωρόγιαννος εγκαταλείπει την κάλλη του πλανημένος από τα πλούτη άλλης γυναίκας. Στον γάμο προσκαλεί την πρώτη του γυναίκα ή αρραβωνιαστικιά, με την παράκληση να πλέξει τα στέφανα και να γίνει κουμπάρα. Η κόρη δεν απαντά αμέσως αλλά συμβουλεύεται τη μητέρα της, η οποία στις περισσότερες παραλλαγές την παροτρύνει να πάει στον γάμο αν έχει την αντοχή να πλέξει και να γυρίσει στέφανα. Σε αρκετές παραλλαγές η κόρη  κάμνει  πολλές προετοιμασίες και παίρνει μαζί της δώρα πολλά για τις χαρές του γάμου. Την ορισμένη μέρα ντύνεται, στολίζεται, λάμπει από ομορφιά και ξεκινά σαν αρχόντισσα για την εκκλησία. Με την εξωτική ομορφιά της θαμπώνει τους πάντες, άρχοντες, ψαλτάδες, παπάδες, διακόνους και ψαλτόπουλα... Όταν η νύφη ή και η μητέρα της την αντικρίζουν αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο και την βλέπουν σαν σκάνδαλο του γάμου. Οι καλεσμένοι όχι μόνο θαυμάζουν την κόρη αλλά και φασκελώνουν τον Μωρόγιαννο για την ανοησία του. Ενώ τελείται το μυστήριο, ο Μωρόγιαννος σαγηνεύεται από τη γοητεία της κάλλης του και δίνει εντολή στον παπά να τον νυμφεύσει μ' αυτήν:

 

- Παπά τζ'ι αν είσαι χρισκιανός

τζ'ι αν είσαι βαφτισμένος

εβκάρτε τα που την νωστήν

τζ'ι εις την παλιάν τα βάρτε.

 

(Ξεν. Φαρμακίδης, ό.π.π., σ. 52, στ. 76-77).

 

Από την κατηγορία αυτή των ασμάτων αναφέρουμε τα ακόλουθα:

(α) «Ό Μωρόγιαννος» (Ξεν. Φαρμακίδης, ό.π.π., αρ. 12 και 13, σσ. 49-54).

(β) « Ἄσμα τοῦ Μικρογιάννη» (Θ. Παπαδόπουλλος, ό.π.π., σσ. 34-37).

(γ) «Τραγούδιν τοῦ Κωσταντᾶ» (Θ. Παπαδόπουλλος, ό.π.π., σσ. 189-190).

(δ) «Τό τραούδιν τοῦ Μωρόγιαννου» (Μ. Κιτρομηλίδου, ό.π.π., σσ. 212-213).

(ε) «Μωρόγιαννος» (Μ. Κιτρομηλίδου, ό.π.π., σσ. 215-216).

 

Τα τραγούδια αυτής της κατηγορίας είναι γνωστά στον υπόλοιπο Ελληνισμό με τον τίτλο «Της κουμπάρας που έγινε νύφη». Στα κυπριακά άσματα κυριαρχεί βέβαια η εκρηκτική ομορφιά της κόρης αλλά τονίζεται περισσότερο η ανοησία και η μωρία του ανδρός που παρασύρεται από τα πλούτη και δεν μπορεί να αντιληφθεί όχι μόνο τη μαγευτική ομορφιά της κάλλης του αλλά ούτε και τη φρονιμάδα και τις άλλες αρετές της.

 

Τραγούδια με το θέμα αυτό υπάρχουν πολλά στον ελληνικό χώρο και κυρίως στα Δωδεκάνησα και τις Κυκλάδες. Αλλά το θέμα είναι επίσης πολύ γνωστό σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Αγγλία, Δανία, Νορβηγία, Σουηδία, κ.ά.