Μωρόν

Ήρωας ενός κύκλου ακριτικών τραγουδιών, γιος του Αζγουρή ονομαζόμενος Αρέστης* ή γιος του Αντρόνικου και αδελφός του Κώστα ή Κωσταντά αλλά μη ονομαζόμενος. Αν στην πρώτη περίπτωση κάτω από το όνομα Αρέστης υποκρύβεται ο Βυζαντινός ήρωας Ορέστης, άποψη που έχει διατυπώσει ο Η. Gregoire, στη δεύτερη περίπτωση ο υπονοούμενος ανώνυμος ήρωας πρέπει να είναι ο Διγενής. Και στις δυο παραλλαγές των ασμάτων ο ήρωας είναι εκπληκτικής δυνάμεως, και μωρό μερικών ετών ή ημερών παρουσιάζει σε δικίμια την υπερφυσική του δύναμη.

 

Στον κύκλο αυτό μπορούμε να κατατάξουμε τα ακόλουθα άσματα:

 

1. «Ὁ Ἀζγουρής», (Π. Ξιούτα, Ἀπό τά τραγούδια μας, Λευκωσία, 1938, σσ. 62-70).

2. «Τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἀρμούρη» (Ακαδημ. Αθηνών, Ἑλληνικά Δημοτικά Τραγούδια, τόμ. Α', Αθήνα, 1962, σσ. 46-51.)

3. «Ἄσμα Ἀνδρονίκου» (Αθ. Σακελλαρίου, Τά Κυπριακά, τόμ. Β', σσ. 9-12).

4. «Τοῦ Μωροῦ» (Π. Ξιούτα, ό.π.π., σσ. 57-61).

 

Στα άσματα αυτά κοινά είναι δύο στοιχεία. Ο ήρωας είναι «μωρόν» και προτού η μάνα του τον αφήσει να πάει να συναντήσει ή να ελευθερώσει τον πατέρα του υποβάλλεται σε δοκιμασία αντιμετωπίζοντας Σαρακηνούς ή δράκοντες:

 

Έμπα μέρα κι έβκα μέρα ήρτεν και μια γιορτούλλα,

κι εξέβηκεν και το μωρόν έξω να διακινήσει,

ηύρεν και τους Σαρακηνούς δικίμια κι εσηκώνναν,

άλλος σηκώννει πιθαμήν κι άλλος σηκώννει πήχην,

τέλεια τους ο καλλίτερος στα στήθη του αθρώπου

ετάνησεν και το μωρόν με το μικρόν δαχτύλιν

και πίσω του το πέταξεν κι επήεν έναν μίλιν.

 

(Αθ. Σακελλαρίου, ό.π.π., σ. 9, στ. 9-15).

 

Το δεύτερο κοινό στοιχείο είναι ότι ο ήρωας αυτών των τραγουδιών αντιμετωπίζει μεγάλα φουσάτα τα οποία κατανικά και πάνω στην έξαψη της μάχης σκοτώνει για ασήμαντη αφορμή τον θείο ή τον αδελφό του.

 

Και στις δυο παραλλαγές αυτού του κύκλου ο ένας γονιός του ήρωα είναι αιχμάλωτος, στις παραλλαγές του Αζγουρή ο πατέρας και σε εκείνες του γιου του Αντρόνικου η μητέρα:

 

Ο τζ 'ύρης σον ο Αζγουρής τον τρέμ' η γη τζι' ο κόσμος

τζ'ι ο βασιλιάς τού μήνυσεν να πα' να πολεμήσει

τζ'ι επήεν τζ'αι του   γέλασεν  τζ'αι έφηκέν τον σκλάβον.

- Μάνα, χάρισ' μου τήν ευτζ'ήν, στον τζ'ύρην μου να πάω.

-Ω γιέ μου, τριών χρονών παιδίν, πού ξέρεις πού να πάεις;

 

(Π. Ξιούτας, ό.π.π., σ. 65, στ. 76-80).