Αγαθάγγελος ο Μυριανθούσης

Image

Σημαντικός Κύπριος ιεράρχης, επίσκοπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Γεννήθηκε στο χωριό Μηλικούρι το 1780 και χειροτονήθηκε μοναχός στη μονή Κύκκου. Κατά το 1813 πήγε για σπουδές στη Σμύρνη και στην Κωνσταντινούπολη. Εξελέγη μητροπολίτης Κοτυαίου στα 1818, ενώ στα 1825 μετετέθη στη μητρόπολη της Άγκυρας. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, που είχε τη λανθασμένη πληροφορία ότι χήρευε ο θρόνος της επισκοπής Θηβών, μετέθεσε εκεί τον Αγαθάγγελο, ο οποίος, όταν έφθασε στη Θήβα διωκόμενος από τους Τούρκους, πληροφορήθηκε ότι ο μητροπολίτης Θηβών Παΐσιος ζούσε. Απέφυγε να αναμειχθεί στα εκκλησιαστικά ζητήματα της περιοχής και κατά το 1829 ζήτησε από το υπουργείο Θρησκείας να μεταβεί στη Σαλαμίνα, που υπαγόταν στην επισκοπή Θηβών. Όμως οι κάτοικοι του νησιού τον απέρριψαν, κατηγορώντας τον ότι ήταν όργανο των Τούρκων. Είναι γεγονός ότι το υποταγμένο τότε στους Τούρκους Οικουμενικό Πατριαρχείο, υπό τον Αγαθάγγελο τον Αδριανουπολίτη και τον Βούλγαρο γραμματέα του Βασιλάκη Βούκα, είχε εξαναγκασθεί να διορίσει διάφορους, ιδίως έξαρχους, για να κηρύττουν την υποταγή στο σουλτάνο. Από τους νεότερους ιστορικούς της Εκκλησίας δεν γίνεται δεκτή η κατηγορία κατά του Μυριανθούση, που ανατρέπεται από αναφορά του Δημητρίου Υψηλάντη προς τον Ιωάννη Καποδίστρια (20.8.1829), όπου εξυμνεί τη δράση του Αγαθάγγελου κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Υψηλάντη στη Στερεά Ελλάδα.

 

Επί εποχής του Καποδίστρια ο Μυριανθούσης έγινε τοποτηρητής της επισκοπής Πατρών στις 10 Φεβρουαρίου 183), αλλά διατήρησε και τον τίτλο του μητροπολίτη Αγκύρας. Στην Πάτρα ο Αγαθάγγελος έφθασε μαζί με τον αδελφό του Χριστόδουλο, που τον ακολουθούσε παντού και βρήκε χαώδη κατάσταση, οικονομική και εκκλησιαστική, που ο ίδιος εκθέτει σε έγγραφά του προς την κυβέρνηση (4.3.1830) και τον κυβερνήτη (8.3.1830). Από τον κυβερνήτη ζητά κατάλληλο «ιεραρχικόν κατάλυμα» αντί να διαμένει σε «σεσαθρωμένον οίκημα εκτός της πόλεως» που του όρισαν, ή σε άλλο οικογενειακό σπίτι κοντά στην πόλη όπου τον εγκατέστησαν τότε. Σε άλλο έγγραφό του (9.5.1830) περιγράφει τις καταχρήσεις και αντενεργείας της εκεί εκκλησιαστικής αρχής και του κλήρου, ενώ σε δυο άλλα δίνει κατάλογο των ηγουμένων των μονών, των εκκλησιών του Αιγίου και των χωριών της επαρχίας Παλαιών Πατρών.

 

Στις 4 Μαϊου 1832 η γραμματεία των Εκκλησιαστικών αντικαθιστά τον Αγαθάγγελο με τον πρωτοσύγκελλό του Θεόφιλο Βλαχοπαπαδόπουλο, με τον οποίο ο Αγαθάγγελος είχε συγκρουστεί. Στο διορισμό του Θεόφιλου αντέδρασε ο Αγαθάγγελος «σπερμολογῶν ἀναφανδόν κατά τῆς Σεβαστῆς Κυβερνήσεως... διακηρύττων αὐτήν παράνομον, αὐτοχειροτόνητον» και επιμένοντας να συνεχίσει την αρχιερατεία του στην Πάτρα, καλώντας τους χωρικούς να μη δεχθούν τον διάδοχο του Θεόφιλο, όπως γράφει ο τελευταίος (26.5.1832). Φαίνεται ότι η απομάκρυνση του Αγαθάγγελου οφειλόταν σε κάποια συμμετοχή του στην αποστασία του Τζαβέλλα στην Πάτρα (Μάιος του1832). Στην Πάτρα φαίνεται ότι είχε φτάσει πάμπτωχος γιατί μόλις ήλθε πήρε δάνειο από 145 τάλληρα ρεγγίνας από τον Παραμυθίας Αμβρόσιο (20.5.1830).

 

Κατά το 1833 εξελέγη επίσκοπος Λοκρίδος, όπου και υπηρέτησε ως το τέλος της ζωής του. Πέθανε στα 1852. Ως επίσκοπος Λοκρίδος ο Αγαθάγγελος μάταια ζήτησε πολλές φορές να μετατεθεί σε μεγαλύτερη επισκοπή, διότι δεν θεωρούσε τη Λοκρίδα αρκετά μεγάλη για την προσωπικότητά του. Αυτό ίσως δικαιολογεί την παρατήρηση του ιστορικού του 19ουαι. Ιω. Φιλήμονος ότι: «Ἀν καί ἒκαμε πρόοδον διά τόν ἑαυτόν τοῦ ἐφάνη ὃμως ὀπισθοδρομικός. Εἶναι ἓνας τῆς ὀπισθοδρομήσεως».