Ξυλοφάγου

Image

Μεγάλο αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λάρνακας, στη γεωγραφική περιφέρεια των Κοκκινοχωριών, περί τα 25 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης της Λάρνακας. Η διοικητική του έκταση ανέρχεται στα 3.650 εκτάρια περίπου και το μεγαλύτερο μέρος της περιλαμβάνεται στο έδαφος της βρετανικής στρατιωτικής βάσης της Δεκέλειας.

 

Η Ξυλοφάγου είναι κτισμένη σε μέσο υψόμετρο 50 μέτρων. Το τοπίο της, στη μεγαλύτερή του έκταση, είναι καμπίσιο με μια μικρή κλίση προς τη θάλασσα. Το πιο εντυπωσιακό παράκτιο μόρφωμα στην περιοχή του χωριού είναι το ακρωτήριο της Πύλας που οφείλει τη δημιουργία του στο σχετικά ανθεκτικό πέτρωμα του υφαλογενούς ασβεστόλιθου που το περιζώνει. Η διαβρωτική δράση της θάλασσας πάνω στα πετρώματα του ακρωτηρίου δημιούργησε παράκτιους γκρεμούς. Ακριβώς πάνω από το ακρωτήριο, σ' ένα ύψωμα 98 μέτρων που είναι το πιο ψηλό σημείο της περιοχής, βρίσκεται ο γνωστός βενετικός πύργος της Ξυλοφάγου.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι άμμοι και τα χαλίκια της Πλειστόκαινης περιόδου (σύναγμα), οι υφαλογενείς ασβεστόλιθοι του σχηματισμού Κορωνιάς, οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκωσίας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, κροκάλες και  ψαμμιτικές μάργες)  και  οι προσχώσεις των αναβαθμίδων. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν εδάφη τέρρα ρόζα (κοκκινοχώματα), καφκάλλες, ξερορεντζίνες και ερυθρογαίες.

 

Η Ξυλοφάγου δέχεται μια χαμηλή μέση ετήσια βροχόπτωση που κυμαίνεται περί τα 320 χιλιοστόμετρα. Ωστόσο το χωριό βρίσκεται στην περιοχή του υδροφόρου στρώματος της νοτιοανατολικής Μεσαορίας ή Κοκκινοχωριών, που είναι το δεύτερο μεγαλύτερο υδροφόρο στρώμα της Κύπρου. Στην περιοχή του έχουν ανορυχθεί εκατοντάδες διατρήσεις, η αξιοποίηση των οποίων συνέβαλε στην άρδευση σημαντικών εκτάσεων γης.

 

Η έκταση αυτή είναι η μεγαλύτερη αρδευόμενη έκταση όχι μόνο των Κοκκινοχωριών αλλά και ολόκληρης της ελεύθερης Κύπρου. Αξίζει να αναφερθεί πως η γη της Ξυλοφάγου είναι γεμάτη από διατρήσεις, οι δε δεξαμενές που ακόμη χρησιμοποιούνται ή είναι εγκαταλειμμένες, είναι πολυάριθμες.

 

Οι κύριες ασχολίες των κατοίκων του χωριού είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία. Η Ξυλοφάγου είναι το κυριότερο λαχανοπαραγωγικό χωριό της επαρχίας του αλλά και της Κύπρου. Στην περιοχή της καλλιεργείται μια μεγάλη ποικιλία λαχανικών που περιλαμβάνει κυρίως πατάτες, ντομάτες, αγγουράκια, καρότα, καρπούζια, πεπόνια, κραμπιά, κρεμμύδια, μαρούλια, φασολάκια, παντζάρια, σέλινα και αγκινάρες. Το κυριότερο προϊόν του χωριού είναι η πατάτα. Η Ξυλοφάγου ειδικεύτηκε από πολύ νωρίς στην πατατοκαλλιέργεια, η οποία την ανέδειξε σαν το κυριότερο πατατοπαραγωγικό χωριό της Κύπρου.

 

Εκτός από τα λαχανικά στο χωριό καλλιεργούνται επίσης τα εσπεριδοειδή, οι ροδιές, οι συκιές, οι ελιές, τα όσπρια (φασόλια, κουκιά και λουβιά), τα σιτηρά και τα νομευτικά φυτά.

 

Η Ξυλοφάγου, όπως και τα υπόλοιπα Κοκκινοχώρια, αντιμετωπίζει πρόβλημα νερού για την άρδευση των εκτεταμένων αρδευόμενων καλλιεργειών της. Σαν αποτέλεσμα της εντατικής εκμετάλλευσης και της υπεράντλησης προκλήθηκε εισροή θαλάσσιου νερού σε μεγάλο βάθος μέσα στο υδροφόρο στρώμα και πολλές διατρήσεις εγκαταλείφθηκαν. Η εφαρμογή του Σχεδίου του Νότιου* Αγωγού, του μεγαλύτερου αρδευτικού έργου που έχει αναληφθεί ποτέ στην Κύπρο, έχει απαμβλύνει το πρόβλημα της υπεράντλησης νερού στην περιοχή των Κοκκινοχωριών με την άρδευση σημαντικών εκτάσεων γης, με μεταφορά νερού από το φράγμα του Κούρη. Από το υδατικό έργο του Νότιου Αγωγού ωφελήθηκε και η Ξυλοφάγου με την άρδευση μεγάλης έκτασης γης στα πλαίσια του έργου.

 

Πολύ ανεπτυγμένη είναι και η κτηνοτροφία στο χωριό.

 

Μια άλλη οικονομική δραστηριότητα του χωριού, πολύ μικρότερης όμως σημασίας από τη γεωργία και τη κτηνοτροφία, είναι η βιομηχανική. Τα κυριότερα είδη βιομηχανίας που αναπτύχθηκαν είναι η τυροκομία, η ζαχαροπλαστική, τα αμαξώματα αυτοκινήτων, τα ξυλουργεία, η επισκευή αυτοκινήτων και γεωργικών μηχανημάτων και η επισκευή ραδιοφώνων και τηλεοράσεων.

 

Η Ξυλοφάγου εξυπηρετείται μ' ένα πολύ καλό συγκοινωνιακό δίκτυο. Βρίσκεται δίπλα στον δρόμο Λάρνακας-Αγίας Νάπας. Στα ανατολικά συνδέεται με το χωριό Αγία Νάπα (περί τα 16 χμ.) και στα δυτικά με το χωριό Ορμίδεια (περί τα 7 χμ.). Συνδέεται επίσης στα βορειοανατολικά με το χωριό Λιοπέτρι (περί τα 5,5 χμ.) και στα βόρεια με το χωριό Αυγόρου (περί τα 7 χμ.).

 

Οι προσοδοφόρες γεωργικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις της Ξυλοφάγου, η καλή οδική της σύνδεση και η μικρή της απόσταση από τη βρετανική στρατιωτική βάση της Δεκέλειας (περί τα 12 χμ.) είναι οι κύριοι παράγοντες που συνέβαλαν και στην πληθυσμιακή της αύξηση.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 233 
1891 283 
1901 410 
1911 474 
1921 568 
1931 819 
1946 1.324 
1960 1.911 
1973 2.351 
1976 3.097 
1982 3.981 
1992 4.511 
2001 4.957 

 

Οι πληθυσμιακές αυξήσεις μετά το 1974 οφείλονται, σε μεγάλο βαθμό, στην εγκατάσταση στο χωριό μεγάλου αριθμού Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων, κυρίως από την πόλη και επαρχία Αμμοχώστου. Σε έξι περιοχές του χωριού δημιουργήθηκαν συνοικισμοί αυτοστέγασης εκτοπισμένων.

 

Με την αύξηση του πληθυσμού ο οικισμός επεκτείνεται συνεχώς, ιδιαίτερα κατά μήκος του δρόμου Λάρνακας - Αγίας Νάπας. Ακόμη στο χωριό έχουν εγκατασταθεί υποκαταστήματα τραπεζών, μερικά γενικά και ειδικά καταστήματα, κέντρα αναψυχής, αστυνομικός σταθμός, πυροσβεστικός σταθμός και ποικίλες άλλες αστικές λειτουργίες.

 

Περί τα 5 χιλιόμετρα ανατολικά της Ξυλοφάγου, πολύ κοντά στα σύνορά της με το χωριό Λιοπέτρι, βρίσκεται το γνωστό φυσικό αλιευτικό καταφύγιο του Ποταμού του Λιοπετρίου ή Ποταμού της Ξυλοφάγου, όπως είναι διαφορετικά γνωστό. Πρόκειται για θαυμάσια παραθαλάσσια τοποθεσία στις εκβολές του ποταμού του Λιοπετρίου η οποία προσελκύει κάθε χρόνο πολυάριθμους επισκέπτες — Κυπρίους και ξένους.

 

Κατά τον Νέαρχο Κληρίδη (Χωριά καί Πολιτεῖες τῆς Κύπρου, 1961, σ. 177), το χωριό χρωστεί την ονομασία του στο επώνυμο του πρώτου οικιστή που υποθέτει ότι λεγόταν Ξηροφάγος. Το ίδιο δε είχε υποστηρίξει και ο Σίμος Μενάρδος στο Τοπωνυμικόν του, πράγμα που σημαίνει ότι το χωριό έπρεπε να γράφεται: Ξηλοφάγου. Ωστόσο θα μπορούσε να ήταν και επώνυμο Ξυλοφάγος, άρα υλοτόμος (που «τρώγει» ξύλα). Το ξύλον ως πρώτο συνθετικό, απαντάται στις ονομασίες δυο οικισμών στην ίδια περιοχή (Ξυλοφάγου αλλά και Ξυλοτύμπου) και πιθανότατα σχετίζεται με τα δάση που υπάρχουν εκεί.

 

Ο Ν. Κληρίδης (ό.π.π.), υποθέτει επίσης πως η περιοχή ήταν ακατοίκητη κατά τα Βυζαντινά χρόνια και πως υπήρχαν μόνο μικρά μοναστήρια που οι ονομασίες τους σώζονται σήμερα σε ονομασίες τοποθεσιών (όπως Άης Στάθης και Αγία Βαρβάρα). Γράφει δε ότι το χωριό ιδρύθηκε κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας (δηλαδή μετά τον 16ο αιώνα).

 

Είναι γεγονός ότι το χωριό, τουλάχιστον με τη σημερινή του ονομασία, δεν αναφέρεται σε μεσαιωνικές πηγές. Εντούτοις σε παλαιούς χάρτες (λ.χ. του Α. Ortelius του 1573) σημειώνεται στην ίδια περιοχή μεσαιωνικός οικισμός - φέουδο με την ονομασία Filotuo. Προφανώς η ονομασία αυτή αποτελεί παραφθορά της ελληνικής ονομασίας του χωριού, συνεπώς τούτο υφίστατο και πριν από την έναρξη της Τουρκοκρατίας. Εφόσον όμως η ονομασία του χωριού είναι καθαρά ελληνική, σημαίνει ότι τούτο δεν είχε ιδρυθεί ούτε κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας ούτε κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, αλλά ακόμη πιο πριν, στα Βυζαντινά χρόνια. Αργότερα απετέλεσε ιδιωτικό φέουδο, όμως αγνοούμε σε ποια οικογένεια ευγενών ανήκε.

 

Ενδιαφέρουσα εκκλησία του χωριού είναι η αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο, κτίσμα του 15ου αιώνα (ή των αρχών του 16ου) που διασώζει τοιχογραφίες (βλέπε γι’ αυτήν λεπτομέρειες στο λήμμα Γεωργίου Αγίου εκκλησίες). Τοπική παράδοση αναφέρει πυρπόληση, κάποτε, του εσωτερικού της εκκλησίας από τους Τούρκους. Η κύρια εκκλησία του χωριού είναι επίσης αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο.

 

Στο γειτονικό προς το χωριό ακρωτήρι της Πύλας βρίσκεται ενδιαφέρουσα σπηλιά, της οποίας η είσοδος αντικρίζει τη θάλασσα, που είναι γνωστή ως σπηλιά των Σαράντα Μαρτύρων. Στην περιοχή του ιδίου ακρωτηρίου βρίσκονται τα ερείπια ενός μικρού πύργου - παρατηρητηρίου των χρόνων της Βενετοκρατίας.

Φώτο Γκάλερι

Image