Αγία Βαρβάρα

Image

Ονομασία δύο χωριών, ενός στην επαρχία Λευκωσίας και ενός στην επαρχία Πάφου.

 

Αγία Βαρβάρα (Λευκωσίας): Χωριό 310 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Βρίσκεται 22 περίπου χμ. στα νότια της Λευκωσίας, στα αριστερά του υπεραστικού δρόμου Λευκωσίας- Λεμεσού.

 

Το χωριό δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 380 χιλιοστόμετρα.Το χωριό χαρακτηρίζεται από αρκετές γυμνές και ακαλλιέργητες εκτάσεις. Στα καλλιεργούμενα κτήματα κυριαρχούν τα σιτηρά, ιδιαίτερα το σιτάρι και το κριθάρι. Καλλιεργούνται, επίσης, λίγα νομευτικά φυτά, καθώς και το αμπέλι σε πολύ μικρή κλίμακα, οι ελιές, οι αμυγδαλιές και λίγα εσπεριδοειδή. Στην Αγία Άννα εκτρέφονται  πρόβατα, κατσίκες, αγελάδες,  χοίροι και  κοτόπουλα.

 

Ο Ευρ. Ν. Φραγκούδης στο «Εγχειρίδιο Χωρογραφίας και Γενικής Ιστορίας της Κύπρου», που εκδόθηκε το 1885, αναφέρει πως η Αγία Βαρβάρα παρήγε άριστη σταφίδα.

 

Στην εκκλησία του χωριού, την αφιερωμένη στην αγία Βαρβάρα, χτίσμα του 19ου αιώνα, σώζονται δυο ενδιαφέρουσες εικόνες, που μεταφέρθηκαν εδώ το 1570 από γειτονικό χωριό, για να διασωθούν από τους Τούρκους.

 

Το χωριό υφίστατο κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια. Πιθανότατα είχε ιδρυθεί κατά τη Βυζαντινή περίοδο. Το χωριό βρίσκεται σημειωμένο σε παλαιούς χάρτες (της περιόδου της Βενετοκρατίας και αργότερα) ως S. Barbara.

 

Στην περιοχή του χωριού ανευρέθησαν αρχαία κατάλοιπα. Προφανώς η περιοχή του ανήκε στο βασίλειο του Ιδαλίου, όπου ανήκε και η γειτονική Αλάμπρα (Αλαμπρία) σύμφωνα προς αναφορά στη γνωστή αρχαία πινακίδα του Ιδαλίου.

 

Το τοπίο του χωριού είναι λοφώδες και διαμελισμένο, το μεν βόρειο τμήμα του από τον ποταμό Γιαλιά και τον παραπόταμό του Αλυκό, το δε νότιο από τον ποταμό Τρέμιθο.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι), οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κρητίδων, μαργών και ψαμμιτών), οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκωσίας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, κροκάλες και ψαμμιτικές μάργες), το σύναγμα (αποθέσεις άμμων και χαλικιών της Πλειστόκαινης περιόδου), οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου και οι λάβες του Οφιολιθικού Συμπλέγματος Τροόδους. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ασβεστούχα εδάφη, ερυθρογαίες, προσχωσιγενή εδάφη και φαιοχώματα.

 

Η Αγία Βαρβάρα συνδέεται οδικά στα ανατολικά με τον νέο δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού και στα νοτιοδυτικά με το χωριό Μαθιάτης (περί τα 5 χμ.). Συνδέεται επίσης στα βορειοδυτικά με το χωριό Κοτσιάτης (περί τα 3 χμ.).

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 449
1891 477 
1901 514 
1911 558 
1921 594 
1931 612 
1946 762 
1960 829 
1973 887 
1976 1.120
1982 1.027
1992 1.304
2001 1.417

 

 

Ένα μεγάλο μέρος του οικονομικά ενεργού πληθυσμού του χωριού εργοδοτείται στην πόλη και τα προάστια της Λευκωσίας καθώς και στην πόλη της Λάρνακας.

 

Στην περιοχή του χωριού αυτού της επαρχίας Λευκωσίας υπάρχουν αρχαιολογικοί χώροι. Στην τοποθεσία «Αλμυρός» (περί το 1 χιλιόμετρο νότια του χωριού) έγιναν ανασκαφές από ομάδες φοιτητών των Πανεπιστημίων της Γενεύης και του Σίδνεϊ, υπό τη διεύθυνση του δρα Walter Fasnacht του Εθνικού Ελβετικού Μουσείου. Αποτέλεσμα των ανασκαφών ήταν να έλθει στο φως ένας χώρος επεξεργασίας χαλκού που ευρισκόταν σε λειτουργία τόσο κατά την Αρχαϊκή όσο και κατά την Κλασική και Ελληνιστική ακόμη περίοδο, βάσει χρονολογήσεων με τη μέθοδο του Ανθρακα 14 αλλά και των δειγμάτων κεραμικής και μερικών ειδωλίων που βρέθηκαν.

 

Ο χώρος ευρίσκεται σε ηφαιστειογενή στρώματα, και σύμφωνα προς τα ανασκαφικά δεδομένα, σ' αυτόν εγίνετο τόσο εξόρυξη μεταλλεύματος, κυρίως σε μορφή χαλκοπυρίτη, όσο και επεξεργασία του: σπάσιμο, ψήσιμο σε καμίνους και ψύξη του μεταλλεύματος, διαχωρισμός της σκουριάς και παραγωγή χαλκού. Ο παραγόμενος στον χώρο αυτό χαλκός ήταν δύο ειδών: πολύ καθαρός και κατεργασμένος, αλλά και ακατέργαστος, με προσμίξεις σιδήρου και θείου διαφόρων ποσοτήτων. Στον χώρο υπάρχουν μεγάλες ποσότητες σκουριάς, η οποία απερρίπτετο ως άχρηστο υλικό. Ο χώρος δεν υπήρξε ποτέ μεγάλο κέντρο παραγωγής χαλκού, αλλά προσφέρει τη δυνατότητα καλύτερης μελέτης και κατανόησης της όλης διαδικασίας παραγωγής χαλκού στην αρχαία Κύπρο.

 

 

Αγία Βαρβάρα (Πάφου): Μεικτό χωριό 95 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Βρίσκεται στην παράκτια πεδιάδα της Πάφου, σ' ένα ύψωμα στα δεξιά της όχθης του ποταμού της Έζουσας. Απέχει γύρω στα 8 χμ. από την Πάφο και γύρω στα 5 χμ. από τη θάλασσα.

 

Το χωριό δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 450 χιλιοστόμετρα.Στη μικρή καλλιεργούμενη έκταση του χωριού τα κυριότερα προϊόντα είναι σιτηρά, νομευτικά φυτά, φιστίκια και λίγα αμπέλια. Καλλιεργούνται επίσης τα όσπρια, τα λαχανικά και λίγα εσπεριδοειδή. Όλοι σχεδόν οι σημερινοί κάτοικοι του χωριού, περιλαμβανομένων και των εκτοπισμένων, ασχολούνται και με την κτηνοτροφία.

 

Τα σπίτια του χωριού στην αριστερή όχθη της Έζουσας, είναι χτισμένα με κροκάλες από την κοίτη του ποταμού και πελεκητές ασβεστόπετρες από τους γειτονικούς ασβεστολιθικούς λόφους.

 

Παράλληλα με τον ποταμό της Έζουσας έχει κατασκευαστεί ένα ανοιχτό κανάλι που μεταφέρει νερό νοτιότερα, θεωρείται δε μέρος του μεγάλου αρδευτικού σχεδίου της Πάφου. Πρόκειται για ένα σχετικά εντυπωσιακό μόρφωμα στο τοπίο του χωριού. Η κοίτη του ποταμού δίπλα στο χωριό είναι σχετικά πολύ πλατειά, αν και ένα μεγάλο μέρος της έχει μετατραπεί σε αρδευόμενη καλλιεργήσιμη έκταση. Κάποτε, όταν το νερό στην κοιλάδα του ποταμού αυξηθεί αισθητά, το μέρος αυτό της κοιλάδας πλημμυρίζει.

 

Ένας επισκέπτης της Κύπρου, ο Άγγλος διπλωμάτης Γουίλλιαμ Τέρνερ, που περιηγήθηκε το νησί κατά το έτος 1815, και εξέδωσε τις εντυπώσεις του στο Λονδίνο το 1820, μνημονεύει και το χωριό Αγία Βαρβάρα. Γράφει συγκεκριμένα ότι καθοδόν από τον Κύκκο προς την Πάφο, «πέρασα και από το μικρό χωριό της Αγίας Βαρβάρας, της οποίας οι κάτοικοι είχαν εξολοθρευθεί από την πανώλη πριν από δύο χρόνια».

           

Τέτοιες επιδημίες ήσαν μία βασική αιτία για εγκατάλειψη και ερήμωση αρκετών χωριών της Κύπρου, αφού ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης της μεταδοτικής ασθένειας ήταν η φυγή. Ωστόσο η Αγία Βαρβάρα ήταν ένας των οικισμών που τελικά επιβίωσαν.

 

Η εκκλησία του χωριού είναι, βέβαια, αφιερωμένη στην αγία Βαρβάρα. Το χωριό φαίνεται να είναι αρχαιότερο του 17ου αιώνα, αλλά δεν υπάρχουν αναφορές γι’ αυτό στις παλαιές πηγές. Οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του χωριού το ονόμαζαν Εngindere, που μπορεί να ερμηνευθεί ως «αχανής πεδιάδα». Οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του χωριού το εγκατέλειψαν τον Αύγουστο του 1975, οπότε και μεταφέρθηκαν στην κατεχόμενη από τους Τούρκους εισβολείς περιοχή της Κύπρου.

 

Από γεωλογικής απόψεως, γύρω από την κοίτη του ποταμού της Έζουσας απαντώνται οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου που αποτελούνται από άμμους, κροκάλες και αργίλλους ενώ στην υπόλοιπη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι) και οι αποθέσεις του σχηματισμού των Μαμωνιών. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν προσχωσιγενή εδάφη, ασβεστούχα και εδάφη του σχηματισμού των Μαμωνιών.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, η Αγία Βαρβάρα συνδέεται στα νοτιοδυτικά με το χωριό Αχέλεια (περί τα 3 χμ.) και μέσω του με την πόλη της Πάφου.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 142
1891 173 
1901 149 
1911 157 
1921 165 
1931 164 (68 Ελληνοκύπριοι και 96 Τουρκοκύπριοι)
1946 228 (100 Ελληνοκύπριοι και 128 Τουρκοκύπριοι)
1960 229 (99 Ελληνοκύπριοι και 130 Τουρκοκύπριοι)
1973 117 (29 Ελληνοκύπριοι και 88 Τουρκοκύπριοι)
1976 57 (όλοι Ελληνοκύπριοι)
1982 51 
1992 51 
2001 39 

 

Η Αγία Βαρβάρα περιλαμβάνεται στο αρδευτικό έργο της Πάφου κι ευεργετήθηκε απ' αυτό με την άρδευση εκτάσεων γης.

Φώτο Γκάλερι

Image