Παλμεροκρατία

Image

Με τον όρο Παλμεροκρατία είναι γνωστό ένα διάστημα εννέα ακριβώς χρόνων της νεότερης ιστορίας της Κύπρου, που χαρακτηρίζεται ως ένα από τα σκληρότερα της περιόδου της αγγλικής κατοχής (1878-1960). Το χρονικό διάστημα της Παλμεροκρατίας αρχίζει από τα τέλη Οκτωβρίου του 1931 και τελειώνει στα τέλη του Οκτωβρίου του 1940. Ο όρος προήλθε από το όνομα του κυβερνήτη της Κύπρου σερ Χέρμπερτ Ρίτσμοντ Πάλμερ και στις συνειδήσεις του λαού της Κύπρου ταυτίστηκε με τη στυγνή δικτατορία.

 

Παρά το ότι ο Πάλμερ διετέλεσε κυβερνήτης της Κύπρου για μικρότερο χρονικό διάστημα, από το 1933 μέχρι το 1939, ωστόσο ο όρος Παλμεροκρατία πρέπει να θεωρείται ότι καλύπτει και τις σύντομες περιόδους πριν και μετά την κυβερνητεία του, κατά τις οποίες βρίσκονταν επίσης σ' εφαρμογή τα σκληρά δικτατορικά μέτρα των Βρετανών.

 

Τα δικτατορικά αυτά μέτρα διακυβέρνησης άρχισαν να εφαρμόζονται ευθύς μετά την καταστολή της αυθόρμητης εξέγερσης του Ελληνισμού της Κύπρου κατά των Βρετανών κατακτητών τον Οκτώβριο του 1931. Η εξέγερση του 1931, τα γνωστά Οκτωβριανά, δεν ήταν προετοιμασμένη και σχεδιασμένη επαναστατική ενέργεια. Αποτελούσε ένα αυθόρμητο ξέσπασμα οργής που επηρέασε ολόκληρο το νησί αλλά είχε ως επίκεντρο τη Λευκωσία και κορυφαία του στιγμή την κατάληψη και πυρπόληση του κυβερνείου, επί κυβερνητείας του σερ Ρόναλντ Στορρς.

 

Ο στρατός κατέστειλε εύκολα την εξέγερση εκείνη και στη συνέχεια επεβλήθη στην Κύπρο δικτατορικός τρόπος διακυβέρνησης. Παράλληλα, όλες οι ελευθερίες που είχαν αποκτηθεί έως τότε από τους Κυπρίους, ανεστάλησαν. Αυτός ο τρόπος διακυβέρνησης ακολουθήθηκε και από τους διαδόχους του Στορρς, τους κυβερνήτες σερ Ρέτζιναλντ Έντουαρντ Σταπς (1932-1933), σερ Χέρμπερτ Ρίτσμοντ Πάλμερ (1933-1939) και σερ Γουίλλιαμ Ντέννις Μπάττερσιλ (1939-1940), μέχρι τον Οκτώβριο του 1940.

 

Τα μέτρα που υιοθετήθηκαν αμέσως μετά την καταστολή του κινήματος του 1931 αποσκοπούσαν βασικά στη διατήρηση της τάξης στο εσωτερικό και στη συνέχιση της αγγλικής διακυβέρνησης της Κύπρου. Στη συνέχεια εφαρμόστηκαν και άλλα μέτρα που στόχευαν στο να κάμψουν το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων της Κύπρου και να εξαλείψουν την αγωνιστική τους διάθεση για ελευθερία και για ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Η ίδια η επίσημη Ελλάδα, εντελώς αδύναμη στο να παράσχει οποιαδήποτε υποστήριξη στους Έλληνες της Κύπρου και να έλθει σε πολιτική αντιδικία με την Αγγλία, προτίμησε να δει το όλο θέμα ως εσωτερική υπόθεση της (αγγλικής) αποικίας της Κύπρου (βλέπε λήμμα Βενιζέλος Ελευθέριος). Αντίθετα, ο ελληνικός λαός με διαδηλώσεις και άλλους τρόπους εξέφρασε την υποστήριξή του.

 

Εκτός από τις οικονομικές συνέπειες που είχε το κίνημα του Οκτωβρίου του 1931 (οι Έλληνες Κύπριοι αναγκάστηκαν να πληρώσουν όλες τις ζημιές), πάρα πολλά άτομα υπέστησαν ποικίλες διώξεις. Αρκετοί πολιτικοί παράγοντες εξορίστηκαν από το νησί ενώ πολλοί άλλοι περιορίστηκαν σε μικρά κι απομονωμένα χωριά ή και σε χωριά όπου αισθητά πλειοψηφούσε το τουρκοκυπριακό στοιχείο. Εκατοντάδες άλλοι σύρθηκαν στα δικαστήρια και στις φυλακές (βλέπε λήμμα Οκτωβριανά).

 

Παράλληλα, ανεστάλησαν μέχρι και το τέλος της Παλμεροκρατίας όλες οι ελευθερίες: καταργήθηκε το Νομοθετικό Συμβούλιο, ακυρώθηκαν οι εκλογές βουλευτών, ακυρώθηκαν οι εκλογές χωριτικών αρχών (κοινοτάρχες, δήμαρχοι) που τώρα διορίζονταν, φιμώθηκε ο τύπος με την επιβολή ελέγχου και λογοκρισίας, η λογοκρισία επεκτάθηκε σε κάθε τρόπο επικοινωνίας (όπως λ.χ. στα τηλεγραφήματα), απαγορεύθηκε η ύπαρξη και λειτουργία πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων, απαγορεύθηκαν οι συγκεντρώσεις, επεβλήθη αστυνομικό καθεστώς. Ακόμη, απαγορεύθηκε η ανύψωση ελληνικών σημαιών και κάθε άλλη πολιτική έκφραση (όπως πολιτικού περιεχομένου ομιλίες και δηλώσεις), επεβλήθησαν περιορισμοί στη διακίνηση, ιδίως στο εξωτερικό. Επί πλέον υιοθετήθηκαν μέτρα που σκόπευαν στο να υποδουλώσουν πλήρως την ελληνική εκπαίδευση στην αγγλική διοίκηση. Η εθναρχούσα Εκκλησία της Κύπρου αποκεφαλίστηκε: δυο επίσκοποι, οι Κιτίου Νικόδημος* Μυλωνάς και Κυρηνείας Μακάριος (ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β΄) εστάλησαν στην εξορία ενώ ο τρίτος, ο Πάφου Λεόντιος* (μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Κύπρου) περιορίστηκε στην Πάφο. Μάλιστα μετά τον θάνατο του αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Γ'* το 1933, παρέμεινε κενός και ο αρχιεπισκοπικός θρόνος. Κατ’ ακολουθίαν, και άλλες ιεραρχικές θέσεις παρέμεναν κενές αφού δεν μπορούσαν να γίνουν εκλογές και χειροτονίες ελλείψει Ιεράς Συνόδου (όπως λ.χ. η θέση ηγουμένου Κύκκου).

 

Η περίοδος των σκληρών δικτατορικών μέτρων συνεχίστηκε μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου του 1940. Τότε, όταν η Ελλάδα εισήλθε στον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο παρά το πλευρό της Αγγλίας, ξαφνικά οι ελληνικές σημαίες ξεδιπλώθηκαν στην Κύπρο, χιλιάδες κόσμου χύθηκαν στους δρόμους και μέσα σε μια ατμόσφαιρα ξέφρενου ενθουσιασμού συνέβη η συμφιλίωση των Ελλήνων Κυπρίων με τους Βρετανούς κυριάρχους. Επίσημα δεν ήρθησαν τα δικτατορικά μέτρα. Εφόσον όμως η Ελλάδα πολεμούσε τώρα παρά το πλευρό της Αγγλίας, συντάχθηκαν παρά το πλευρό των Βρετανών και οι  Έλληνες Κύπριοι, πράγμα που οι Βρετανοί έσπευσαν να εκμεταλλευθούν. Έτσι, όλες οι απαγορευτικές διατάξεις παρεσύρθησαν από τη δίνη του πολέμου και η Παλμεροκρατία τερματίστηκε.

 

(Σημ.: Βλέπε και λήμματα Πάλμερ σερ Χέρμπερτ Ρίτσμοντ αμέσως πιο πάνω, Οκτωβριανά, Λεόντιος αρχιεπίσκοπος, Αγγλοκρατία, Στορρς σερ Ρόναλντ, Νικόδημος Μυλωνάς, Μακάριος Β' αρχιεπίσκοπος).