Παπαγεωργίου Αθανάσιος

Image

Διαπρεπής βυζαντινολόγος. Γεννήθηκε στο Παλαίκυθρο της επαρχίας Λευκωσίας το 1931. Μετά την αποφοίτησή του από το Παγκύπριο Γυμνάσιο, εστάλη ως υπότροφος της Αρχιεπισκοπής Κύπρου στην Αθήνα όπου σπούδασε θεολογία. Το 1954 πήρε το δίπλωμα της Θεολογικής Σχολής με τον βαθμό άριστα. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο το 1954 εργάσθηκε ως ιεροκήρυκας της Αρχιεπισκοπής και καθηγητής στην Ιερατική Σχολή (1954-1955) και το Εμπορικό Λύκειο και το Παγκύπριο Γυμνάσιο (1955-1960). Τον Αύγουστο του 1954 ανέλαβε την έκδοση της δεκαπενθήμερης εκκλησιαστικής εφημερίδας Ἐκκλησιαστικόν Βῆμα στην οποία δημοσίευσε διάφορα άρθρα επώνυμα ή χωρίς όνομα ή και με διάφορα ψευδώνυμα, καθώς και τις μελέτες «Τό Μαρτύριο τῶν 13 Μοναχῶν τῆς Καντάρας» και «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου καί ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821». Μετά την εξορία του αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' στις Σεϋχέλλες τον Μάρτιο του 1956, το Ἐκκλησιαστικόν Βῆμα ανέστειλε την έκδοσή του. Το 1959 ανέλαβε την έκδοση της εφημερίδας Ἐκκλησιαστική Ζωή, την οποία διηύθυνε μέχρι τον Ιούνιο του 1960. Πήρε ενεργό μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα του 1955-1959, στην αρχή ως σύνδεσμος του αρχιεπισκόπου Μακαρίου και του Διγενή και του Προξενείου της Ελλάδος και του Διγενή, και αργότερα (1957-1959) ως υπεύθυνος του «Κέντρου» της Οργάνωσης.

 

Το 1960 πήγε στο Παρίσι για μεταπτυχιακές σπουδές στη Βυζαντινή τέχνη και τη Βυζαντινή ιστορία. Παρακολούθησε τα μαθήματα των καθηγητών Α. Grabar και Paul Lemerle στην Ecole Pratique des Hautes Etudes, τη Faculte des Lettres του Πανεπιστημίου του Παρισιού και το College de France (1960-1962). To 1962 γύρισε στην Κύπρο και διορίστηκε έφορος Αρχαίων Μνημείων. Από τη θέση του αυτή φρόντισε ιδιαίτερα για τη συντήρηση των βυζαντινών και μεσαιωνικών μνημείων της Κύπρου. Με τις προσπάθειές του δημιουργήθηκαν συνεργεία για τη συντήρηση τοιχογραφιών, εικόνων και ψηφιδωτών. Έστρεψε την προσοχή του στην έρευνα των μνημείων που συνδέονταν με τις αρχές του Χριστιανισμού και τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή περίοδο. Ανέσκαψε τις βασιλικές Μαραθοβούνου, Αγίας Τριάδος, Αμαθούντος, Λιμενιώτισσας και Αγίας Κυριακής στην Πάφο. Έκαμε έρευνες στις μεταγενέστερες εκκλησίες των μοναστηριών Αγίου Ηρακλειδίου και Αγίου Σπυρίδωνος που επιβεβαίωσαν την παλαιοχριστιανική αρχή τους. Αναστήλωσε άλλες βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες και φρόντισε για τη συντήρηση και καθαρισμό σημαντικών βυζαντινών τοιχογραφιών και τη συλλογή και συντήρηση βυζαντινών εικόνων. Ως έφορος Αρχαίων Μνημείων επέβλεπε τη συντήρηση και αναστήλωση όλων των αρχαίων μνημείων της Κύπρου, συνεργαζόμενος στενά με τους άλλους αρχαιολόγους του Τμήματος Αρχαιοτήτων και Ελλαδίτες και ξένους ειδικούς.

 

Ύστερα από προσκλήσεις έδωσε διαλέξεις σε θέματα Βυζαντινής τέχνης της Κύπρου στην Ecole Pratique des Hautes Etudes (Sorbonne), την Faculte des Lettres του Πανεπιστημίου Βρυξελλών, την Faculte des Lettres του Πανεπιστημίου Βελιγραδίου, τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το Ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου. Είναι μέλος της Society of Antiquaries of London και αντεπιστέλλον μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου. Βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών.

 

Ο  Αθανάσιος  Παπαγεωργίου  είναι βασικός συνεργάτης της Μεγάλης Κυπριακής Εγκυκλοπαίδειας .

 

Δημοσιεύματα:

 

Α) ΒΙΒΛΙΑ

 

1. Σύντομη Ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου (Λευκωσία, 1962)

2. Εἰσαγωγή στή Βυζαντινή ζωγραφική (Λευκωσία, 1965).

3. Ἡ Παλαιοχριστιανική καί Βυζαντινή Τέχνη τῆς Κύπρου (Λευκωσία, 1966).

4. Masterpieces of the Byzantine Art of Cyprus (Nicosia, 1966).

5. Icones de Chypre (Geneve, 1969).

6. Οἱ ξυλόστεγοι ναοί τῆς Κύπρου (Λευκωσία, 1975).

7. «Βυζαντινές εἰκόνες τῆς Κύπρου», Κατάλογος Ἐκθέσεως Βυζαντινῶν εἰκόνων τῆς Κύπρου, στο Μουσείο Μπενάκη (Αθήνα, 1976).

8. Οἱ Βυζαντινές εἰκόνες τῆς Κύπρου.

9. The Church of Panagia at Trikomo and its frescoes.

 

Β) ΑΡΘΡΑ

 

1. «Ὁ εικονογραφικός κύκλος τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἐν Κύπρῳ», Ἀπόστολος Βαρνάβας, ΙΘ (1958).

2. «Ὁ Ἰησοῦς ἐγεννήθη εἰς σπήλαιον», Ἀπόστολος Βαρνάβας, ΚΑ (1960) ΚΒ (1961).

3. «Ἡ Βασιλική Μαραθοβούνου», RDAC 1963, (οσ. 84-101).

4. «Ἡ Μονή Ἀψινθιωτίσσης», RDAC 1963, (σσ. 73-83).

5. «Ἔρευνα ἐν τῷ ναῷ τοῦ Ἁγ. Δημητριανοῦ εἰς Μένικον», RDAC 1964, (σσ. 221-236).

6. «Les premieres incursions Arabes a Chypre et leurs consequences»,   Ἀφιέρωμα εἰς Κωνσταντῖνον Σπυριδάκιν (Λευκωσία, 1964).

7. «Ἡ Παλαιοχριστιανική καί Βυζαντινή Ἀρχαιολογία καί Τέχνη ἐν Κύπρῳ κατά τό 1963», Απόστολος Βαρνάβας, ΚΕ (1964).

8. «Ἡ Παλαιοχριστιανική καί Βυζαντινή Ἀρχαιολογία καί Τέχνη ἐν Κύπρῳ κατά τό 1964»,   Ἀπόστολος Βαρνάβας, ΚΣτ (1965).

9. «Ἡ Παλαιοχριστιανική καί Βυζαντινή Τέχνη τῆς Κύπρου κατά τά ἔτη 1965-1966»,   Ἀπόστολος Βαρνάβας, ΚΖ-ΚΗ-ΚΘ (1967-1968).

10. «Ὁ Ἑλληνικός χαρακτήρ τῆς Πρωτοβυζαντινῆς Τέχνης τῆς Κύπρου», Στασῖνος, Β' (1964-1965, σσ. 43-50).

11. «Ἔρευνα ἐν τῷ ναῷ τοῦ Ἁγ. Σπυρίδωνος ἐν Τρεμετουσιᾷ», Κυπριακαί Σπουδαί, Λ (σσ. 13-34).

12. «Βυζαντιναί τοιχογραφίαι τῆς Ἐπαρχίας Ἀμμοχώστου», Δελτίον

ΕΦΣΑ, 1969 (Ἀμμόχωστος, 1970).

13. «Τά Γράμματα καί ἡ Παιδεία ἐν Κύπρῳ κατά τήν Βυζαντινήν Περίοδον», Δελτίον Ὁμίλου Παιδαγωγικῶν Ἐρευνῶν Κύπρου, Ε (1966, σσ. 17-29).

14. «Ἡ Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Ἀρχαιολογία καί Τέχνη ἐν Κύπρῳ κατά τά ἔτη 1967-1968», Ἀπόστολος Βαρνάβας Λ (1969) - ΛΑ(1970).

15. «Εἰκών τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ ναῷ τῆς Παναγίας τοῦ Ἄρακος», Κυπριακαί Σπουδαί,ΛΒ (1969, σσ. 45-55).

16. «Ὁ Ἅγιος Αὐξίβιος», Ἀπόστολος Βαρνάβας, Λ (1969).

17. «Ἰδιάζουσαι τοιχογραφίαι τοῦ 13ου αἰῶνος ἐν Κύπρῳ», Πρακτικά το

Α' Διεθνοῦς Κυπρολογικοῦ Συνεδρίου, Λευκωσία, 1969, Β' (Λευκωσία, 1972,

σσ. 201-212, πίν. ΧΧ-ΧΧΧ).

18. «Οἱ ζωγράφοι τοῦ 15ου καί 16ου αἰῶνα στήν Κύπρο», RDAC 1974 (σσ. 193-209, πίν. XXX-XXXV).

19. «Οἱ ζωγράφοι τῶν φορητῶν εἰκόνων τῆς Κύπρου», RDAC 1975 (σσ. 159-182, πίν. XXI-XXVIII).

20. «Δυό εἰκόνες τοῦ 12ου αιώνα», RDAC 1976 (σσ. 217-226, πίν. XLIX-LIV).

21. «Ἡ Κύπρος κατά τούς Βυζαντινούς Χρόνους», Κύπρος, Ἱστορία, Προβλήματα καί ἀγῶνες τοῦ λαού της. Επιμέλεια Γ. Τενεκίδη και Γ. Κρανιδιώτη (Αθήνα, 1981, σσ. 31-78).

22. 'The narthex of the Middle Byzantine churches of Cyprus', Rayonnement Grec, Hommages à  Charles Delvoye (Bruxelles, 1982, p. 437-448).

23. 'L' Art Byzantin de Chypre et l' Art des Croises. Influences, reciproques', RDAC 1982 (p. 217-226, pl. XLI-XLIV).

24. 'L' Architecture Paleochretienne de Chypre', XXXII Corso di Cultura sull' Arte Ravennate e Bizantina 1985, (p. 299-324).

25. 'L' Architecture de la periode Byzantine a Chypre', XXXII Corso di Cultura sull' Arte Ravennate e Bizantina 1965 (p. 325-335).

26. 'Recently Discovered Wall-Paintings in 10th- 11th century churches of Cyprus', Actes du XIVE Congres International des Etudes Byzantines, Bucarest,

1971, vol. Ill, (Bucarest, 1976, p. 411-414).

27. 'Constantinopolitan influence on the Middle Byzantine Architecture of Cyprus', Akten XVI Internationaler Byzan-tinistenkongress 11/4 (Vien, 1982, p. 469-478).

28. 'Foreign influences on the Early Christian Architecture of Cyprus', Actes of the International Archaeological Symposium "Cyprus between the Orient and the Occident" (Nicosia, 1986, p. 490-503).

29. «Δυό  Ὑστεροκομνήνειες εἰκόνες», RDAC 1988, II.

30. «Μιά σύγχρονη πηγή γιά τίς δυό πρῶτες Ἀραβικές Ἐπιδρομές στήν Κύπρο», Στασῖνος, 1988.

31. «Ἡ Ὑστεροκομνήνεια ζωγραφική τῆς Κύπρου καί οἱ τοιχογραφίες τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου στήν Πάτμο (στα Πρακτικά τοῦ Ἐπιστημονικοῦ Συμποσίου μέ τήν εὐκαιρία τῶν 900 χρόνων τῆς Μονῆς τοῦ Θεολόγου στήν Πάτμο).

32. Ιερά Μητρόπολις Πάφου, Ιστορία και Τέχνη (1996)

33.Λαξευτά ασκητήρια και μοναστήρια της Κύπρου (1999)

 

Στη θέση του εφόρου Αρχαίων Μνημείων στο Τμήμα Αρχαιοτήτων υπηρέτησε μέχρι το 1989.

 

Στη συνέχεια ανέλαβε τη διεύθυνση του Τμήματος Αρχαιοτήτων, μέχρι την αφυπηρέτησή του το 1991. Μετά την αφυπηρέτησή του ασχολείται με τη συγκέντρωση, τον εντοπισμό και την καταγραφή εκκλησιαστικών θησαυρών (εικόνων, σκευών κ.α.) της Κύπρου, για λογαριασμό της Εκκλησίας της Κύπρου. Στο μεταξύ, το 1991 εξεδόθη από την Αρχιεπισκοπή Κύπρου το βιβλίο του Εικόνες της Κύπρου. Το1992 τούτο εξεδόθη και στην αγγλική: Icons of Cyprus