Πέγεια

Image

Μεγάλο αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Πάφου, περί τα 15 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης της Πάφου. Είναι το τρίτο μεγαλύτερο σε διοικητική έκταση χωριό της επαρχίας Πάφου (4.552 εκτάρια) μετά τα χωριά Λυσός (9.526 εκτάρια) και Παναγιά (5.370 εκτάρια). Η διοικητική έκταση της Πέγειας φθάνει στα βόρεια μέχρι τον κόλπο της Λάρας και στα νότια μέχρι το τσιφλίκι των Ποτίμων και το φράγμα του Μαυροκόλυμπου. Η Πέγεια, ύστερα από εκφρασμένη δια ψηφοφορίας επιθυμία των κατοίκων της, ανακηρύχθηκε από το 1994 σε δήμο.

 

Η Πέγεια είναι κτισμένη μεταξύ της πεδιάδας της Πάφου στα δυτικά και του οροπεδίου της Λαόνας στα ανατολικά, σε μέσο υψόμετρο 200 μέτρων. Ολόκληρο το παράκτιο τμήμα του χωριού είναι καμπίσιο με εύφορα και παραγωγικά εδάφη, ενώ το βόρειο και ανατολικό του τμήμα είναι λοφώδες και λιγότερο παραγωγικό. Το υψόμετρο στη λοφώδη περιοχή του χωριού φθάνει τα 540 μέτρα. Το τοπίο έχει μια γενική κλίση προς τη θάλασσα και είναι διαμελισμένο από τους ποταμούς Μαυροκόλυμπο, Ξερό, Άσπρο και ποταμό της Τοξεύτρας.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού απαντάται μια μεγάλη ποικιλία αποθέσεων που περιλαμβάνουν προσχώσεις αναβαθμίδων, υφαλογενείς ασβεστόλιθους του σχηματισμού Τέρρα, σύναγμα (άμμοι και χαλίκια), αργίλλους του σχηματισμού Μονής, αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κρητίδων, μαργών και ψαμμιτών), αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι), σερπεντινίτες, αποθέσεις του σχηματισμού των Μαμωνιών, και πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν εδάφη τέρρα ρόζα, ασβεστούχα, ξερορεντζίνες και εδάφη του σχηματισμού των Μαμωνιών.

 

Η Πέγεια δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 520 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή της καλλιεργούνται οι μπανανιές, τα αμπέλια (επιτραπέζιες και οινοποιήσιμες ποικιλίες), τα εσπεριδοειδή, τα αβοκάτο, οι χαρουπιές, οι ελιές, λίγες καρυδιές και αμυγδαλιές, τα σιτηρά, τα νομευτικά φυτά, τα όσπρια (κυρίως φασόλια και κουκιά) και τα φιστίκια. Καλλιεργούνται επίσης διάφορα είδη λαχανικών που περιλαμβάνουν κυρίως πατάτες, καρπούζια, κρεμμύδια, ντομάτες, αγγουράκια και αγκινάρες. Υπάρχουν επίσης ακαλλιέργητες εκτάσεις που καταλαμβάνονται από ποικίλη φυσική βλάστηση, κυρίως πεύκα, σχινιές, αόρατους, τριμιθιές, ξισταρκές, θυμάρι, σπαλαδκιές, αγριοελιές και αγριοτερατσιές. Το μικρό κρατικό δάσος Μελέτη καθώς και μεγάλο μέρος του κρατικού δάσους της Πέγειας εμπίπτουν στα διοικητικά όρια του χωριού.

 

Το τοπίο της Πέγειας, από τον κόλπο των Κοραλλίων μέχρι τον Άγιο Γεώργιο της Πέγειας, πλέει σήμερα στο πράσινο χρώμα των μπανανοφυτειών που φυτεύτηκαν κατά τα τελευταία χρόνια σε μεγάλες εκτάσεις, των αμπελιών, των εσπεριδοειδών και των λογής-λογής λαχανικών. Η έκταση των μπανανοφυτειών είναι η μεγαλύτερη όχι μόνο της επαρχίας Πάφου αλλά και ολόκληρης της Κύπρου.

 

Εκτός από τη γεωργία αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό και η κτηνοτροφία στην Πέγεια, ιδιαίτερα η αιγοπροβατοτροφία.

 

Η Πέγεια συγκαταλέγεται μεταξύ των χωριών που ευεργετήθηκαν από το αρδευτικό έργο της Πάφου με την άρδευση, από το φράγμα του Ασπρόκρεμμου, έκτασης γης 719 εκταρίων. Στην έκταση αυτή εφαρμόστηκε επίσης σχέδιο αναδασμού που επέφερε ευεργετικές αλλαγές στο σύστημα ιδιοκτησίας της γης.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, η Πέγεια συνδέεται στα βορειοανατολικά με το χωριό Κάθικας (περί τα 9 χμ.) και στα βορειοδυτικά με τον μικρό οικισμό του Αγίου Γεωργίου της Πέγειας (περί τα 7 χμ.) που περιλαμβάνεται στα διοικητικά της όρια. Συνδέεται επίσης στα νοτιοδυτικά με τον κόλπο των Κοραλλίων (περί τα 5 χμ.) και στα νοτιοανατολικά με το χωριό Κισσόνεργα (περί τα 8 χμ.) και μέσω του με την πόλη της Πάφου.

 

Η Πέγεια γνώρισε συνεχή πληθυσμιακή αύξηση. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 799 
1891 899 
1901 919 
1911 1.041 
1921 1.110 
1931 1.128 
1946 1.409 
1960 1.401 
1973 1.344 
1976
1982 1.195 
1992 1.551 
2001 2.362 

 

Κατά τις πρώτες επτά επίσημες απογραφές πληθυσμού των ετών 1881, 1891, 1901, 1911, 1921, 1931 και 1946, ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος σε πληθυσμό οικισμός της επαρχίας Πάφου μετά την πόλη της Πάφου. Στη συνέχεια ο πληθυσμός του χωριού μειώθηκε σαν αποτέλεσμα της αστυφιλίας και της αποδημίας που άρχισαν να αναπτύσσονται.

 

Το τοπίο της Πέγειας χαρακτηρίζεται από μια ποικιλία γεωμορφολογικών μορφωμάτων που περιλαμβάνουν μερικά εντυπωσιακά φαράγγια καθώς και θαλασσινές σπηλιές, νησάκια, κόλπους και ακρωτήρια στην παράκτια περιοχή της. Η περιοχή της Τοξεύτρας, όπως ονομάζεται η περιοχή από τον ποταμό Άσπρο και βορειότερα, διασχίζεται από τον ποταμό της Τοξεύτρας ο οποίος σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου από την παραλία, διασπάται σε δυο άλλους χειμάρρους που συνεχίζουν προς τα ανατολικά και διασχίζουν τα εντυπωσιακά φαράγγια του Άβακα και των Κουφών. Τα φαράγγια αυτά έχουν τεράστια οικολογική σημασία τόσο για τη χλωρίδα όσο και για την πανίδα που διαθέτουν, η δε παραλία της Τοξεύτρας θεωρείται ίσως ο σημαντικότερος βιότοπος των χελώνων της περιοχής. Εξάλλου το αργάκι της Φαρκονιάς διασχίζει ένα επίσης αξιόλογο φαράγγι, μέρος του οποίου εμπίπτει στο δάσος της Πέγειας. Στις απότομες πλευρές του φαραγγιού της Φαρκονιάς φυτρώνει παρθένα βλάστηση ενώ στην κοίτη του ρυακιού απαντώνται αυτοφυή κυπαρίσσια, αροδάφνες, πλατάνια και άλλα είδη χλωρίδας. Στην κορυφή του φαραγγιού αναπαράγονται διάφορα είδη πουλιών.

 

Στην παραλιακή τοποθεσία της Πέγειας Κανταρκαστοί* δημιουργήθηκαν, από τη θαλάσσια διάβρωση, σπηλιές εξαιρετικής ομορφιάς στις οποίες μέχρι πρόσφατα κατέφευγαν και αναπαράγονταν φώκιες. Εξάλλου κοντά στις ακτές του χωριού βρίσκονται μερικά νησάκια, από τα οποία τα κυριότερα είναι η Γερόνησος, απέναντι από το ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου της Πέγειας, και το Μανίκι, στα νοτιοανατολικά του ακρωτηρίου Δρεπάνου. Τα νησάκια αυτά αποτελούν καταφύγια πουλιών και κυρίως γλάρων ενώ το νησάκι Γερόνησος έχει επίσης αρχαιολογικά κατάλοιπα. Ο κυριότερος κόλπος στις ακτές της Πέγειας είναι ο κόλπος των Κοραλλίων, στα νοτιοδυτικά του οικισμού, και το κυριότερο ακρωτήρι το Δρέπανον, πολύ κοντά στα δυτικά του Αγίου Γεωργίου της Πέγειας.

 

Η Πέγεια, λόγω του όμορφου καταπράσινου τοπίου της, των γραφικών ακρογιαλιών της και των αξιόλογων αρχαιολογικών της χώρων άρχισε κατά τα τελευταία χρόνια να αναπτύσσεται τουριστικά. Επίκεντρο της τουριστικής κίνησης είναι η περιοχή του κόλπου των Κοραλλίων με τις θαυμάσιες αμμουδιές του όπου κτίστηκαν αρκετές εξοχικές κατοικίες και διαμερίσματα που ενοικιάζονται σε ξένους περιηγητές και ντόπιους παραθεριστές. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες κοντά στις χιλιάδες των τουριστών — ξένων και ντόπιων — που κατακλύζουν τις αμμουδιές του κόλπου, προστίθενται και αρκετοί Παφίτες από την πόλη της Πάφου και τα γύρω χωριά.

 

Κοντά στο ακρωτήρι Δρέπανον βρίσκεται ο μικρός οικισμός του Αγίου Γεωργίου της Πέγειας με σπίτια και κέντρα αναψυχής κοντά στο ομώνυμο ξωκλήσι. Στα σπίτια έμεναν παλαιότερα ελάχιστοι μόνιμοι κάτοικοι, οι περισσότεροι από τους οποίους ασχολούνταν με το ψάρεμα. Σε μικρή απόσταση από τον οικισμό υπάρχει ένα μικρό ψαρολίμανο.

 

Στο μεταξύ, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια, η Πέγεια γνώρισε μια ραγδαία ανάπτυξη. Πολλά από τα παλαιά και παραδοσιακής αρχιτεκτονικής σπίτια του οικισμού έχουν αναπαλαιωθεί και αρκετά από αυτά χρησιμοποιούνται ως εξοχικά από Κυπρίους, ενώ άλλα έχουν αγοραστεί από ξένους που διαμένουν εκεί. Στην ευρύτερη διοικητική έκταση της Πέγειας έχουν επίσης κτιστεί κατά τα τελευταία χρόνια πολλά καινούργια κτίρια, που είναι: μικρές ή και μεγαλύτερες εξοχικές κατοικίες, οργανωμένα τουριστικά διαμερίσματα, ξενοδοχειακές μονάδες και κέντρα αναψυχής και καταστήματα. Ιδιαίτερα ραγδαία τουριστική ανάπτυξη έχει γνωρίσει κατά τα τελευταία χρόνια η γνωστή περιοχή του «Κόλπου των Κοραλλίων», που εμπίπτει στα διοικητικά όρια του δήμου της Πέγειας.

 

Ο πυρήνας γύρω από τον οποίο δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε ο οικισμός είναι η εκκλησία και η «βρύση των Πεγειώτισσων». Πρόκειται για μια όμορφη πηγή με καμάρες κι ένα μεγάλο ντεπόζιτο νερού όπου μπορούσε να συγκεντρωθεί μια μεγάλη ποσότητα νερού που έβγαινε από τον βράχο. Η πηγή βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο του χωριού, δίπλα στην πλατεία, την εκκλησία και τα καφενεία και δημιουργήθηκε στο σημείο επαφής των υδροπερατών ασβεστολιθικών πετρωμάτων του οροπεδίου με τα αδιαπέραστα πετρώματα της πεδιάδας. Γύρω από τη βρύση υπήρχαν παλαιότερα πανύψηλες λεύκες, κυπαρίσσια, πεύκα, λίγες λεμονιές και πολύ λίγες μπανανιές. Αυτή η πηγή ύδρευε την κοινότητα της Πέγειας για αρκετά χρόνια. Αργότερα οι κάτοικοι της Πέγειας προμηθεύτηκαν νερό από άλλες πηγές και το νερό της βρύσης του χωριού εγκαταλείφθηκε σαν μη πόσιμο. Σήμερα η «βρύση των Πεγειώτισσων» είναι ένα απομεινάρι της παλαιάς εποχής. Πρόσφατα συντηρήθηκε κι αναπαλαιώθηκε, στο πλαίσιο σχεδίου για εξωραϊσμό ολόκληρου του χώρου στον οποίο βρίσκεται και που είναι μια μικρή χαράδρα. Έτσι η «βρύση των Πεγειώτισσων» αποτελεί σήμερα αξιοθέατο ενώ ο γύρω απ' αυτήν χώρος προσφέρεται για διάφορες εκδηλώσεις. Η «βρύση» αυτή ήταν και είναι γνωστότατη παγκύπρια, κυρίως εξ αιτίας του παλαιού δημοτικού τραγουδιού:

 

Η βρύση των Πεγειώτισσων

εμ' με τες καμαρούες

τζ'αι πάσιν τζ'αι γεμώννουσιν όμορφες Πεγειωτούες.

 

Η βρύση των Πεγειώτισσων

εμ' με το σιεντρουβάνιν

τζ' από' σ'ει πόνον στηγ καρκιάν

ας πάει να πκιει να γιάνει.

 

Η βρύση των Πεγειώτισσων

εγέμωσεν αβτέλλες

μα το νερόν της εγ' καλόν

φκάλλ' όμορφες κοπέλλες.

 

Η ονομασία του χωριού είναι των Μεσαιωνικών χρόνων, και συγκεκριμένα της περιόδου της Φραγκοκρατίας ή εκείνης της Βενετοκρατίας. Προέρχεται από το baia Cheratidi, που απαντάται σε παλαιούς χάρτες για τον γνωστό κόλπο των Κοραλλίων. Η λέξη baia σημαίνει κόλπος, ενώ το Cheratidi (=Κερατίδι) ήταν η ονομασία του κόλπου εξαιτίας των δυο άκρων του που ομοιάζουν με κέρατα. Φαίνεται λοιπόν ότι ο κόλπος αυτός αποτελούσε το επίνειο του οικισμού, που ονομάστηκε Baia (=Κόλπος) και, στην ελληνική, Πέγεια (που μερικοί γράφουν και ως Πέγια).

 

Στην Αρχαιότητα υφίσταντο οικισμοί πλησιέστερα προς τη θάλασσα, όπως ο προϊστορικός οικισμός στην τοποθεσία Μάα-Παλαιόκαστρο, επί του μικρού ακρωτηρίου δεξιά του κόλπου των Κοραλλίων (βλέπε λήμμα Μάα-Παλαιόκαστρο αρχαιολογικός χώρος, στον τόμο 9, σσ. 239-241). Δεύτερος αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται στην περιοχή του Αγίου Γεωργίου και επί του μικρού νησιού Γερονήσου (ή νησιού του Αγίου Γεωργίου), στην διοικητική έκταση της Πέγειας (βλέπε λήμμα Άγιος Γεώργιος αρχαιολογικός χώρος). Στην περιοχή εκείνη υφίστατο αρχαίος οικισμός αλλά και οικισμός των Πρωτοβυζαντινών χρόνων, που θα πρέπει μάλιστα να ήταν κι αρκετά μεγάλος εάν κρίνουμε από το γεγονός ότι ανεσκάφησαν εκεί τρεις παλαιοχριστιανικές βασιλικές (βλέπε λήμμα Γεωργίου Αγίου Πέγειας βασιλικές). Φαίνεται ότι υπήρχε εκεί κάποια μικρή πόλη, άγνωστο ποια, που είχε γνωρίσει ακμή κατά τα Ελληνιστικά, Ρωμαϊκά και Πρωτοβυζαντινά χρόνια. Η πόλη μάλλον  καταστράφηκε κι εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών (7ος-10ος μ.Χ. αιώνας). Επειδή κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών οι Κύπριοι εγκατέλειψαν τα (επικίνδυνα) παράκτια μέρη του νησιού κι αποτραβήχθηκαν προς τα ενδότερα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι τότε ίσως ιδρύθηκε ο οικισμός της Πέγειας, ως διάδοχος της άγνωστης παραλιακής μικρής πόλης στον Άγιο Γεώργιο. Εάν αυτό συνέβη, θα πρέπει ο νέος οικισμός να διέσωζε την ονομασία της μικρής πόλης. Η υιοθεσία του ξενικού ονόματος Πέγεια είχε ως αποτέλεσμα την οριστική απώλεια του πιθανού παλαιότερου ονόματος του νέου οικισμού και της αρχαίας πόλης. Θα ήταν ίσως παρακινδυνευμένο να εισηγηθούμε άλλη άποψη για την ονομασία Πέγεια, θεωρώντας ότι έχει αρχαία ελληνική προέλευση, από το πέλεια, που σημαίνει περιστερά. Πάντως για τα περιστέρια της Κύπρου κάνουν λόγο αρχαίοι συγγραφείς όπως ο Αθήναιος κι ο Ευστάθιος. Τα περιστέρια ήσαν ιερά πτηνά της Αφροδίτης που λατρευόταν ιδιαίτερα στην περιοχή της Πάφου, απαντάται δε σε αρχαία πηγή και το Πέλεια ως όνομα γυναίκας και μάλιστα ιέρειας της Αφροδίτης.

 

Η μεγάλη εκκλησία του χωριού, αφιερωμένη στην Παναγία, είναι σύγχρονο οικοδόμημα χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Περί τα 3 χμ. νοτιοδυτικά του χωριού βρίσκεται η εκκλησία της Παναγίας Ζαλατζ'ιώτισσας, στον χώρο όπου υφίστατο παλαιότερα ομώνυμο μοναστήρι που βρισκόταν σε λειτουργία μέχρι και τις αρχές του 19ου αιώνα. Το επίθετο της Παναγίας είναι φυτώνυμο.

 

Σ' ό,τι αφορά την εκπαίδευση, κατά τον Ιερώνυμο Περιστιάνη πρώτος «γραμματοδιδάσκαλος» στο χωριό ήταν ο παπά Φίλιππος, που διατηρούσε σχολείο στο σπίτι του. Όταν αυτός είχε δουλειά στα χωράφια έπαιρνε τους μα θητές μαζί του και τους δίδασκε ενώ όργωνε ή έσπερνε. Φυσικά τα παιδιά τον βοηθούσαν στις ελαφρές εργασίες στα χωράφια. Τον παπά Φίλιππο, σαν πέθανε, διαδέχθηκε ο Αργυρός Σωματικός, κι αυτόν ο Γιάννης Χατζηθεοδόσης, που γνώριζε γραφή κι αριθμητική, την οποία έμαθε από τον θείο του αρχιμανδρίτη Ιωακείμ από την Πέγεια· αυτός μορφώθηκε στο Οικουμενικό πατριαρχείο. Ο Χατζηθεοδόσης δίδασκε γραφή με πετροκόνδυλον πάνω σε αβάκιον κι ύστερα με πέννα από φτερό αετού ή καλαμίνη πάνω σε χαρτί με μελάνι. Το τελευταίο κατασκευαζόταν στο χωριό από τα φύλλα του θάμνου ζαλατζ'ιά. Τον διαδέχθηκε ο Παναγιώτης Ιωαννίδης από τον Κάθικα που δίδαξε αρκετά χρόνια πριν από την αγγλική κατοχή και δυο χρόνια μετά. Αυτός, κατά τον Περιστιάνη, ήταν καλός δάσκαλος κι η κοινότητα του παραχώρησε δωρεάν οίκημα, το πρώτο κοινοτικό σχολείο της Πέγειας. Σ' αυτό δίδασκε τα «κοινά γράμματα» αλλά και τα νεότερα βιβλία της αλληλοδιδακτικής μεθόδου σε 15 περίπου μαθητές. Από το 1880 ως το 1882 στο κοινοτικό σχολείο δίδασκε 20 περίπου μαθητές ο ιάγκος Γιασουμίδης από τη Λεμεσό. Ακολούθησε ο Διονύσιος Ζάκας από την Αρκαδία, που δίδαξε και στον Πεδουλά και στην Ευρύχου.

 

Το χωριό διατηρεί ως ένα αρκετά μεγάλο βαθμό στοιχεία της τοπικής λαϊκής αρχιτεκτονικής του. Ωστόσο κατά τα τελευταία χρόνια ο οικισμός επεκτάθηκε, ιδίως προς τα νότια, όπου κτίστηκαν πολλά καινούργια σπίτια κι εξοχικά, των οποίων όμως η αρχιτεκτονική είναι εμπνευσμένη από τη λαϊκή και παραδοσιακή αρχιτεκτονική της περιοχής. Αρκετά από τα σπίτια αυτά αγοράστηκαν από ξένους.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image