Πεντάκωμο

Image

Μεικτό χωριό της επαρχίας Λεμεσού, περί τα 22 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης της Λεμεσού.

 

Το Πεντάκωμον είναι κτισμένο σε μέσο υψόμετρο 145 μέτρων με τα ανατολικά του σύνορα να αποτελούν μέρος των διοικητικών ορίων των επαρχιών Λεμεσού-Λάρνακας. Το υψόμετρο ποικίλλει στη διοικητική έκταση του χωριού, η οποία εκτείνεται μέχρι τη θάλασσα. Κοντά στα βόρειά του σύνορα φθάνει τα 350 μέτρα, μειώνεται στα 150 μέτρα κοντά στον οικισμό και στα 80 μέτρα κοντά στον δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού. Νοτιότερα το ανάγλυφο είναι λοφώδες με ψηλότερη κορφή τη Βίκλα (163 μέτρα), ενώ ακόμη νοτιότερα το υψόμετρο μειώνεται σταθερά μέχρι τη θάλασσα. Το τοπίο του χωριού είναι διαμελισμένο από ρυάκια που πηγάζουν από τους λόφους στα βόρειά του και χύνονται στη θαλάσσια περιοχή στα νότια.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι), οι προσχώσεις των αναβαθμίδων, οι άργιλλοι του σχηματισμού Μονής και οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ασβεστούχα εδάφη και ξερορεντζίνες.

 

Το Πεντάκωμον δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 420 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή του καλλιεργούνται τα σιτηρά, τα νομευτικά φυτά, οι ελιές, οι χαρουπιές, λίγα αμπέλια οινοποιησίμων ποικιλιών και ελάχιστα εσπεριδοειδή. Υπάρχουν επίσης αρκετές ακαλλιέργητες εκτάσεις όπου φυτρώνει άγρια φυσική βλάστηση, κυρίως θυμάρι, σχινιές, μαζιές, αγριοελιές και αγριοτερατσιές.

 

Η κτηνοτροφία του χωριού είναι περιορισμένη.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, το Πεντάκωμον συνδέεται στα νότια με τον παλαιό δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού (περί το 1,5 χμ.).

 

Το χωριό γνώρισε συνεχή πληθυσμιακή αύξηση μέχρι το 1973. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 263 
1891 316 
1901 371 
1911 411 
1921 448 
1931 463 
1946 535 (214 Ελληνοκύπριοι και 321 Τουρκοκύπριοι) 
1960 598 (280 Ελληνοκύπριοι και 318 Τουρκοκύπριοι) 
1973 621 (229 Ελληνοκύπριοι και 392 Τουρκοκύπριοι) 
1976 541 
1982 431 
1992 348 
2001 388 

 

Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του Πεντακώμου εξαναγκάστηκαν από την ηγεσία τους να εγκαταλείψουν το χωριό τους και να μεταφερθούν, μαζί με όλους τους άλλους Τουρκοκυπρίους των ελεύθερων περιοχών, για εγκατάσταση στις κατεχόμενες περιοχές. Η μεταφορά τους έγινε το 1975. Με την επιδιόρθωση των τουρκοκυπριακών σπιτιών του χωριού εγκαταστάθηκαν στο Πεντάκωμον Ελληνοκύπριοι εκτοπισμένοι.

 

Στα νοτιοανατολικά του Πεντακώμου και μέσα στα διοικητικά του όρια βρίσκεται το Άκρον Δολού. Μερικοί ερευνητές (όπως ο G. Jeffery, 1918) θεωρούν ότι η ονομασία του χωριού εξηγείται από το γεγονός ότι αυτό ήταν το πέμπτο (η Πέμπτη κώμη) ξεκινώντας από την πόλη της Λεμεσού. Η ονομασία του χωριού είναι, πάντως, σχηματισμένη από το αριθμητικό πέντε και την λέξη κώμη (χωριό). Είναι μάλλον της Βυζαντινής περιόδου, που υφίστατο και κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Δεν γνωρίζουμε εάν, σε κάποιο παλαιό οδικό δίκτυο, το χωριό ήταν πράγματι το πέμπτο στη σειρά, ξεκινώντας από κάποια αφετηρία. Όμως προφανώς η ονομασία του χωριού υποδηλώνει κάτι άλλο: ότι τούτο είχε σχηματιστεί από πέντε παλαιότερους οικισμούς που υφίσταντο στην περιοχή του και που συμπτύχθηκαν σε ένα˙ το ίδιο φαινόμενο απαντάται και αλλού στην Κύπρο (Δίκωμον, Τρίκωμον, Επτακώμη κλπ., χωρίς να σημαίνει ότι αντιστοίχως αυτά τα χωριά ήσαν το δεύτερο, το τρίτο, το έβδομο κάποιας σειράς, αλλά συνδυασμός δύο, τριών κι επτά κωμών). Δεν γνωρίζουμε ποιες ήσαν αυτές οι πέντε προγενέστερες κώμες που διαλύθηκαν και σχημάτισαν το Πεντάκωμον. Η διάλυση όμως πέντε οικισμών την ίδια εποχή θα πρέπει να οφειλόταν σε κάποιο βίαιο γεγονός. Μπορούμε να υποθέσουμε πως οι κώμες αυτές καταστράφηκαν κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών (7ος-10ος μ.Χ. αιώνας). Σχετική πρέπει να είναι και η τοποθεσία «Καραβόπετρα» στη θαλάσσια περιοχή του Πεντακώμου, όπου η τοπική παράδοση αναφέρει ότι έδεναν τα καράβια τους οι κουρσάροι. Η τοποθεσία, πάλι, στην οποία βρίσκεται κτισμένο το Πεντάκωμον, απέχει κάπως από τη θάλασσα (περί τα 4 χιλιόμετρα) και είναι όχι μόνο λοφώδης αλλά και τέτοια που μπορεί να χαρακτηριστεί και κάπως «στρατηγική». Έτσι εξηγείται η ίδρυση του χωριού κατά την περίοδο που συχνές ήσαν οι επιδρομές των Αράβων.

 

Το χωριό υφίστατο από τα Μεσαιωνικά χρόνια με την ίδια ακριβώς ονομασία. Σε παλαιούς χάρτες βρίσκεται σημειωμένο ως Pendacomo. Ο ντε Μας Λατρί (που το γράφει και ως Pentacomo) το περιλαμβάνει μεταξύ εκείνων που ανήκαν στην ιδιοκτησία του βασιλιά κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Φαίνεται μάλιστα να είχε παραμείνει ως βασιλικό κτήμα έως το τέλος της περιόδου˙ δεν είχε, δηλαδή, παραχωρηθεί σε ευγενείς, κυρίως εξ αιτίας της εύφορης γης του. Ως μη ιδιωτικό κτήμα, φαίνεται ότι είχε κατασχεθεί μετά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου (1570-71), οπότε εγκαταστάθηκαν σ’ αυτό και Τούρκοι κάτοικοι.

 

Οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του χωριού το ονόμαζαν Vesevler, που σημαίνει πέντε σπίτια. Είναι φανερό πως επρόκειτο για μετάφραση της παρερμηνευμένης ελληνικής ονομασίας του χωριού. Μετά τη μεταφορά τους στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, το 1975, οι Τουρκοκύπριοι του Πεντακώμου εγκαταστάθηκαν κυρίως στο χωριό Αγκαστίνα.

 

Η περιοχή του Πεντακώμου ήταν κατοικημένη από τα Προϊστορικά χρόνια, όπως αποδεικνύει η ύπαρξη αρχαιολογικού χώρου. Εξάλλου ολόκληρη η ευρύτερη περιοχή είναι κατάσπαρτη από αρχαιολογικούς χώρους, από την κοντινή αρχαία Αμαθούντα στα νοτιοδυτικά του Πεντακώμου, μέχρι την Καλαβασό, το Μαρίν και το Μαρώνι.

 

Η σύγχρονη εκκλησία του χωριού είναι αφιερωμένη στην Παναγία Νεροφορούσα (= νερό [βροχή] φέρουσα).

 

Σύμφωνα προς πληροφορίες του Λοΐζου Φιλίππου τα ελληνικά γράμματα άρχισαν να διδάσκονται στο Πεντάκωμον λίγα χρόνια πριν από την αγγλική κατοχή της Κύπρου (1878). Πρώτος δάσκαλος ήταν ο Παπαχριστόφορος από την Κρίτου Τέρρα, γέρος και κωφός, που δίδασκε στο ετοιμόρροπο σπίτι του μερικά στοιχειώδη πράγματα σε 10-12 παιδιά των χριστιανικών οικογενειών του χωριού, που τότε δεν υπερέβαιναν τις 15. Κάθε οικογένεια τον πλήρωνε 5 γρόσια μηνιαίως ως δάσκαλο, κι άλλα τόσα ως ιερέα.