Πιερίδης Δημήτριος

Image

Μέλος της γνωστής οικογένειας Πιερίδη, ο πρώτος που υιοθέτησε το επώνυμο αυτό. Ήταν γιος του Πιεράκη Δημητρίου που εκτελέστηκε από τους Τούρκους τον Ιούλιο του 1821 (βλέπε λήμμα Πιερίδη οικογένεια πιο πάνω). Γεννήθηκε το 1811 και πέθανε το 1895.

 

Ο Δημήτριος Πιερίδης θεωρείται ως ένας από τους επιφανέστερους (ο επιφανέστερος κατά τον Ιερώνυμο Περιστιάνη) λογίους της Κύπρου κατά τον 19ο αιώνα. Σπούδασε φιλολογία στην Αγγλία και υπήρξε οικοδιδάσκαλος των ελληνικών του δούκα της Σουθερλάνδης. Εργάστηκε επίσης στη Σύρο ως καθηγητής της αγγλικής (διορισμένος από τον Καποδίστρια). Επιστρέφοντας στη Λάρνακα επεδόθη στο εμπόριο ενώ υπήρξε και διευθυντής της Οθωμανικής Τράπεζας στην πόλη αυτή.

 

Το 1849 συνόδευσε και βοήθησε τον Άγγλο αξιωματικό Τ. Graves του αγγλικού πολεμικού πλοίου 'Volage' σε γύρο της Κύπρου για μελέτες προς ετοιμασία του πρώτου λεπτομερούς κι ακριβούς ακτογραφικού χάρτη του νησιού. Κατά την περιοδεία του αυτή ο Πιερίδης συνέλεξε κι αρχαιολογικό υλικό, ιδίως επιγραφικό, που το μελέτησε και το δημοσίευσε. Ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την κυπριακή αρχαιολογία και υπήρξε ο ιδρυτής της αρχαιολογικής συλλογής που, εμπλουτισμένη και αργότερα, αποτελεί σήμερα το περιεχόμενο του Μουσείου Πιερίδη στη Λάρνακα. Αργότερα, κατά την πρώτη περίοδο της Αγγλοκρατίας, υπήρξε από τους πρωτεργάτες για την ίδρυση του Κυπριακού Μουσείου κι εξελέγη μέλος της ειδικής επιτροπής που συνεστήθη για τον σκοπό αυτό το 1882.

 

Υπήρξε μέλος τριμελούς πρεσβείας που πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να ζητήσει από τον σουλτάνο βελτίωση των πραγμάτων στην Κύπρο. Όταν οι Άγγλοι έφθασαν στη Λάρνακα (Ιούλιος του 1878) για ν' αναλάβουν τη διακυβέρνηση της Κύπρου, ο Πιερίδης προσφώνησε τον ναύαρχο λόρδο Τζών Χέι* (John Hay) που κατέλαβε το νησί εκ μέρους της βασίλισσας Βικτωρίας. Εξ άλλου πιο πριν (1849-50) υπηρέτησε κι ως υποπρόξενος της Αγγλίας στη Λάρνακα.

 

Εξελέγη βουλευτής-μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου, στο οποίο υπηρέτησε κατά το 1884-5. Εθεωρείτο δε ως άριστα μορφωμένος κι αποκαλείτο από Ευρωπαίους λογίους (με τους οποίους σχετιζόταν) ως «ο σοφός Έλληνας». Μελέτες του για τις κυπριακές αρχαιότητες δημοσίευσε σε έγκυρα ευρωπαϊκά περιοδικά, γαλλικά κι αγγλικά. Βοήθησε επίσης όλους τους ξένους που ενδιαφέρθηκαν να μελετήσουν κι ερευνήσουν την ιστορία και την αρχαιολογία της Κύπρου, όπως ο Λανγκ, ο Κόπχαμ, ο Ρίχτερ και (δυστυχώς) ο περιβόητος Τσεσνόλα* που λεηλάτησε κυριολεκτικά τις αρχαιότητες της Κύπρου και φυγάδευσε ανεκτίμητους αρχαιολογικούς θησαυρούς.

 

Ο Δημήτριος Πιερίδης τιμήθηκε με τους ακόλουθους τίτλους: τακτικός εταίρος του Institute di Corrispondenza Archaeologica της Ρώμης (1845)۬ αντεπιστέλλον μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών (1862)· αντεπιστέλλον μέλος του Society of Biblical Archaeology της Αγγλίας (1862).

 

Απέκτησε επτά παιδιά, εκ των οποίων πρώτος ήταν ο Ζήνων Πιερίδης* που διετέλεσε δήμαρχος της Λάρνακας.