Πισσούρι

Image

Πισσούρι- Pissouri. Χωριό της επαρχίας Λεμεσού, περί τα 40 χιλιόμετρα δυτικά της πόλης της Λεμεσού. Είναι το τρίτο μεγαλύτερο σε διοικητική έκταση χωριό της επαρχίας του (3.793 εκτάρια) μετά τα χωριά Ακρωτήρι (4.932 εκτάρια) και Σωτήρα (4.435 εκτάρια). Η έκτασή του στα νότια εκτείνεται μέχρι τη θάλασσα. Περί τα 3 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του οικισμού βρίσκεται ο κόλπος του Πισσουρίου με το ακρωτήριο Άσπρο στο δυτικό του άκρο.

 

Το Πισσούρι είναι κτισμένο σε μέσο υψόμετρο 240 μέτρων, με τα δυτικά του σύνορα να αποτελούν μέρος των διοικητικών ορίων των επαρχιών Λεμεσού-Πάφου. Το ανάγλυφο στην περιοχή του είναι κυρίως λοφώδες και το υψόμετρο στο βόρειο τμήμα του ξεπερνά τα 300 μέτρα. Στα ανατολικά του οικισμού, ανάμεσα σε λόφους με κωνικά και τραπεζοειδή σχήματα, εκτείνεται μια κοιλάδα κατάφυτη από αμπέλια. Οι λόφοι, που πάνω τους φυτρώνουν κυρίως η χαρουπιά, ο σχίνος και το θυμάρι, έχουν απότομες, σχεδόν κάθετες, πλευρές. Οι πιο επιβλητικοί λόφοι ανατολικά και δυτικά της κοιλάδας είναι γνωστοί σαν Μαυρόροτσος και Πικρόκρεμμος, ονόματα που αποδίδουν το τραχύ ανώμαλο και απόκρημνο τοπίο της περιοχής. Οι κάτοικοι του Πισσουρίου καλλιεργούν στην κοιλάδα αυτή κυρίως τη σουλτανίνα. Καθώς η κοιλάδα πλησιάζει τη θάλασσα στενεύει και οι απόκρημνοι, σχεδόν κάθετοι, λόφοι στις δυο πλευρές της πλησιάζουν ο ένας τον άλλο. Η αμμουδιά που εμφανίζεται στο άκρο της κοιλάδας, στον κόλπο του Πισσουρίου, εκτείνεται σε μήκος ενός χιλιομέτρου και αποτελείται από λεπτόκοκκη και χοντρόκοκκη άμμο ανακατεμένη με λίγα πολύχρωμα βότσαλα. Προστατευμένη από το ακρωτήριο Άσπρο με τις ψηλές κάθετες πλευρές του, η αμμουδιά του Πισσουρίου είναι μοναχική, ήρεμη και γαληνεμένη.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κρητίδων, μαργών και ψαμμιτών), οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι), οι γύψοι του σχηματισμού Καλαβασού, οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκωσίας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, κροκάλες και ψαμμιτικές μάργες) και οι αποθέσεις του σχηματισμού Αθαλάσσας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες και άμμοι). Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ασβεστούχα εδάφη, ξερορεντζίνες και τέρρα ρόζα.

 

Στην περιοχή του καλλιεργούνται κυρίως τα αμπέλια επιτραπέζιων και οινοποιήσιμων ποικιλιών, οι χαρουπιές, οι ελιές, τα εσπεριδοειδή (λεμονιές και κλεμεντίνια), τα νομευτικά φυτά, λίγες αμυγδαλιές και ελάχιστα φρουτόδεντρα (χρυσομηλιές, αχλαδιές, μηλιές και αβοκάτο). Υπάρχουν επίσης αρκετές ακαλλιέργητες εκτάσεις που καταλαμβάνονται από ποικίλη φυσική βλάστηση, κυρίως σχινιές, μαζιές, σπαλαδκιές, θυμάρι, τριμιθιές και αγριοτερατσιές.

 

Όσον αφορά την κτηνοτροφία, στο χωριό αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό η αιγοπροβατοτροφία.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, το Πισσούρι βρίσκεται πολύ κοντά στον υπεραστικό δρόμο Λεμεσού-Πάφου (περί τα 500 μέτρα) που το συνδέει με τα δυο αστικά κέντρα.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 482
1891 537
1901 607
1911 695
1921 872
1931 956 (860 Ελληνοκύπριοι και 90 Τουρκοκύπριοι)
1946 1.071 (1.041 Ελληνοκύπριοι και 30 Τουρκοκύπριοι)
1960 1.072 (1.053 Ελληνοκύπριοι και 19 Τουρκοκύπριοι)
1973 1.030 (όλοι Ελληνοκύπριοι)
1976 1.017
1982 859
1992 879
2001 1.033
2011 1819
2021 2038

 

Μετά το 1964, εξαιτίας των διακοινοτικών ταραχών που ακολούθησαν την τουρκοκυπριακή ανταρσία, οι λίγοι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του Πισσουρίου εγκατέλειψαν το χωριό τους και μετακινήθηκαν σε γειτονικά αμιγή τουρκοκυπριακά χωριά, στο πλαίσιο οδηγιών της Άγκυρας για δημιουργία στην Κύπρο ισχυρών τουρκοκυπριακών θυλάκων.

 

Το όμορφο περιβάλλον του χωριού πνιγμένο στο πράσινο των αμπελιών, η θαυμάσια παραλία του στον κόλπο του Πισσουρίου και το εξαίρετο κλίμα του άρχισαν να προσελκύουν το ενδιαφέρον για τουριστική ανάπτυξη. Επίκεντρο της τουριστικής ανάπτυξης είναι η περιοχή γύρω από τον κόλπο όπου έχουν ανεγερθεί και λειτουργούν εξοχικές επαύλεις, ξενοδοχεία, οργανωμένα τουριστικά διαμερίσματα και εστιατόρια.

 

Ιστορικά στοιχεία

Το χωριό υφίστατο, με το ίδιο όνομα, κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια. Σε παλαιούς χάρτες απαντάται σημειωμένο ως Pisuri. Αν και το χωριό δεν αναφέρεται από τους Κυπρίους μεσαιωνικούς χρονογράφους, φαίνεται όμως ότι αυτό ήταν φέουδο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Δεν γνωρίζουμε όμως σε ποια οικογένεια ευγενών ανήκε, εκτός κατά τα τέλη της περιόδου οπότε κατά μια πληροφορία, η περιοχή ολόκληρη αποτελούσε ιδιοκτησία του κοντοσταύλη της Κύπρου Σορ ντε Νάβες (γύρω στα 1464). Υπάρχει όμως και αναφορά του Amadi για λιμάνι του Πισσουρίου (porto di Pissouri) στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, που ανήκε στον ευγενή Έκτορα Φλάτρο.

 

Σαφής πάντως και συγκεκριμένος είναι ο Φλώριος Βουστρώνιος (16ος αιώνας) που μνημονεύει επανειλημμένα το Πισσούρι ως φέουδο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Γράφει δε την ονομασία του ακριβώς Pissuri. Σύμφωνα προς τις πληροφορίες που δίνει ο Φλώριος, το Πισσούρι είχε παραχωρηθεί το 1383 από τον βασιλιά Ιάκωβον Α΄ στον (συγγενή του) Πέτρο ντε Λουζινιάν, λόρδο της Βηρυτού, μαζί με άλλα 5 χωριά. Αργότερα, το 1460, ο βασιλιάς Ιάκωβος Β΄ προσέφερε το Πισσούρι και άλλα 9 χωριά στον κοντόσταυλο Σορ ντε Νάβες, τον οποίο είχε τότε στρατεύσει στην υπηρεσία του.

 

Ο Φλώριος κάνει επίσης αναφορά σε γεγονότα του Ιουλίου του έτους 1426 (εισβολή Αιγυπτίων στην Κύπρο), γράφοντας ότι είχε έλθει από το Πισσούρι η πληροφορία ότι φάνηκε στη θάλασσα ο εχθρικός στόλος από περίπου 150 καράβια, πλέοντας προς τη Λεμεσό. Τούτο μας οδηγεί στην υπόθεση ότι στο Πισσούρι, λόγω της καίριας γεωγραφικής του θέσης, θα πρέπει να λειτουργούσε κάποια υπηρεσία παρατήρησης και επιτήρησης των νότιων-νοτιοδυτικών ακτών της Κύπρου.

 

Βλέπε λήμμα: Μαμελούκοι

 

Για την ονομασία του χωριού υπάρχουν διάφορες παραδόσεις, μερικές των οποίων συνδέουν την περιοχή με γεγονότα που συνέβησαν σε κατασκότεινες νύκτες (τέτοιες νύκτες ονομάζονται, στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα σκοτεινές πισσούριν, κατά χαρακτηρισμό της σκοτεινότητος όπως το μαύρο χρώμα της πίσσας [= ασφάλτου]). Μια παράδοση αναφέρει ότι οι 300 «Αλαμάνοι» άγιοι που, σε ακαθόριστο χρόνο, είχαν έλθει στην Κύπρο από την Παλαιστίνη για να ασκητεύσουν σε διάφορα μέρη του νησιού, αφίχθησαν στον όρμο του Πισσουρίου μια τέτοια κατασκότεινη νύκτα. Μια άλλη παράδοση αναφέρει φυγή αγίων πατέρων, που καταδιωκόμενα κατά τα πρώτα μεταχριστιανικά χρόνια, συναντήθηκαν στην περιοχή αυτή μια σκοτεινή νύκτα έφθασαν δε λίγο πιο πέρα την αυγή, όταν ο πετεινός (=αλέκτωρ) λάλησε, οπότε το κοντινό προς το Πισσούρι χωριό ονομάστηκε Αλέκτορα. Μια άλλη παράδοση σχετίζεται και πάλι προς το μαύρο χρώμα και τον... άγιο Μαυρίκιο που τιμάται στην περιοχή.

 

Τελικά, πιστεύεται ότι η ερμηνεία της ονομασίας του χωριού είναι πιο απλή: κάποτε η περιοχή παρήγε πίσσαν (=ρητίνη), συνεπώς ήταν πισσερή, απ’ όπου και η ονομασία του χωριού. Η πίσσα, ιδίως εκείνη των πεύκων, θα πρέπει να παραγόταν στην περιοχή κατά τα Βυζαντινά χρόνια κι αργότερα, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας.

 

Μερικοί παλαιότεροι ερευνητές δίνουν άλλες ερμηνείες. Ο Ι. Βοντιτσιάνος ετυμολογεί την ονομασία του χωριού από το πυρσαυρός (πυρσός+οὖρος) οπότε δίνει τη γραφή Πυσσούριν. Άλλοι θεωρούν την ονομασία ως παρετυμολογούμενη από την αρχαία ονομασία Βοός Ουρά (άνκαι η ονομασία αυτή ανήκε στο ακρωτήρι του Αποστόλου Ανδρέα). Εντούτοις αναφέρεται και αρχαία πόλη της Κύπρου που ονομαζόταν Βοός Οὐρά (= Βοόσουρα) που αναφέρεται από τον Στράβωνα ως ευρισκόμενη κάπου κοντά στην ακτή, μεταξύ Κουρίου και Πάφου, δίπλα από άλλη αρχαία πόλη που ονομαζόταν Τρήτα. Έτσι μερικοί (όπως ο Αθανάσιος Σακελλάριος) θεωρούν ότι η πόλη Βοόσουρα βρισκόταν στην περιοχή του Πισσουρίου που την ονομασία του τη συσχετίζουν και ετυμολογικά (Βοόσουρα-Βύσουρα-Βυσούρι-Πυσσούρι). Η γλωσσολογική αυτή σύνδεση της αρχαίας μικρής πόλης με την ονομασία του χωριού Πισσούρι, είναι πολύ παρατραβηγμένη και δεν μπορεί σήμερα να γίνει αποδεκτή, αν και δεν αποκλείεται η Βοόσουρα να ευρισκόταν πράγματι κάπου στην περιοχή του Πισσουρίου, ή αν όχι αυτή, ίσως η άλλη αναφερόμενη πόλη, η Τρήτα.

 

Από τον όρμο του Πισσουρίου, που κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια ήταν μικρό λιμάνι, γινόταν παλαιότερα εξαγωγή χαρουπιών.

 

Βλέπε λημμα: Τερατσιά, τεράτσι

 

Ο Αθανάσιος Σακελλάριος (Τά Κυπριακά, Α΄, 1890, σ. 74) γράφει σχετικά:

 

... Τό δέ Πυσοῦρι [χρησιμοποιεί την γραφή αυτή που την ετυμολογεί από την ονομασία Βοόσουρα], ἔχον 500 κατοίκους χριστιανούς καί τινας μωαμεθανούς, κεῖται ἐπί ὑψηλῆς τινος θέσεως καί δέν ἔχει πηγαῖα ὕδατα. Ἐν αὐτῷ δέ οὐδέν ἴχνος ἀρχαιότητος ὑπάρχει, εἰ μή βάσεις τινές ὀχυρώματος μεταγενεστέρων χρόνων. Ὑπέρ τό ἕν δέ τέταρτον ὥρας ἀπό τῆς θαλάσσης κείμενον σχηματίζει τόν μόνον ἐνταῦθα ὃρμον, δι’ οὖ ἃπαντα τά προϊόντα τοῦ μέρους τούτου τῆς νήσου ἐν ὥρᾳ θέρους ἐξάγονται. Ἐνταῦθα δ’ ἐσχάτως ὡς καί ἐν τῇ παραλίᾳ τῆς Αὐδήμου ἠγέρθησαν ἀποθῆκαι πρός ἐναπόθεσιν τῶν ἐντεῦθεν ἐξαγομένων προϊόντων.

 

Οι αποθήκες που αναφέρει ο Σακελλάριος ότι είχαν ανεγερθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, σώζονται μέχρι σήμερα στον όρμο του Πισσουρίου. Είναι πετρόκτιστα κτίρια που, σήμερα, έχουν μετατραπεί σε κατοικίες και εστιατόρια, ύστερα από κατάλληλη τροποποίησή τους.

 

Παρά το ότι ο Αθ. Σακελλάριος αναφέρει ότι στην περιοχή του χωριού δεν βρήκε κανένα ίχνος αρχαιότητας, εντούτοις πρόσφατα ήλθαν στο φως μερικά ευρήματα των Προϊστορικών χρόνων. Προφανώς στη διοικητική έκταση του χωριού υπήρχε οικισμός των Νεολιθικών χρόνων, που δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί. Αν όχι η ίδια η τοποθεσία όπου βρίσκεται το χωριό, πάντως ολόκληρη η γύρω περιοχή Πισσουρίου-Αυδήμου-Αλέκτορας-Παραμαλιού, ήταν κατοικημένη κατά την Αρχαιότητα.

 

Στο Πισσούρι ιδρύθηκε αστυνομικός σταθμός πριν από το 1905. Επίσης, κοντά στο χωριό, και επί του υπεραστικού δρόμου Λεμεσού-Πάφου, υπάρχουν λίγες εγκαταστάσεις και ο γνωστός σταθμός Πισσουρίου με εστιατόρια και άλλες υπηρεσίες. Παλαιότερα, και πριν κατασκευαστεί ο δρόμος αυτός (1968), παρόμοιος σταθμός για τους ταξιδιώτες υπήρχε χαμηλότερα επί του παλαιοτέρου δρόμου Λεμεσού-Πάφου. Βρισκόταν περί τα 2 χμ. βορειοανατολικά του Πισσουρίου, όπου και σήμερα υπάρχουν λίγα οικοδομήματα, η δε περιοχή είναι γνωστή ως Κάτω Πισσούριν.

 

Η κύρια εκκλησία του χωριού, αφιερωμένη στον απόστολο Ανδρέα, είναι κτίσμα του 1882. Περί τα 2,5 χμ. δυτικά του χωριού υπάρχει το μικρό ξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία, λαξευμένο στον βράχο. Ο Gunnis είδε τοιχογραφίες στους σκαλισμένους τοίχους. Κατά την παράδοση η μητέρα του αγίου τάφηκε σε μικρό σπήλαιο δίπλα.

 

Αρκετά κάτω από το Πισσούρι βρίσκονται τα ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Μαυρικίου, η οποία κατά τον Gunnis ήταν αρχικά πιθανόν λατινικό ξωκκλήσι.

 

Εκπαίδευση

Κατά τον Ιερώνυμο Περιστιάνη πριν από την αγγλική κατοχή δεν λειτούργησε κοινοτικό αλληλοδιδακτικό σχολείο, ενώ ιδιωτικό σχολείο των «κοινών γραμμάτων» λειτουργούσε περίπου από το 1850. Πρώτος γνωστός γραμματοδιδάσκαλος ήταν ο Παπαγιάννης από την Άρμου της Πάφου, που διορίστηκε και εφημέριος της κοινότητας και εθεωρείτο πολύ αυστηρός. Αυτόν διαδέχθηκε κατά περιόδους ως το 1882 ο γιος του Νικολής, γνωστός ως του Παπά, ο οποίος έκανε και τον «μάγον» θεραπεύοντας κάθε αρρώστια των χωρικών. Ήταν επίσης αροτροποιός (αλετράρης), κατασκευάζοντας τα άροτρα ενώ δίδασκε. Ήταν εξ άλλου καλλίφωνος και έψαλλε στην εκκλησία. Νυμφεύθηκε δυο φορές στο Πισσούρι όπου πέθανε φτωχός γύρω στα 1914. Μετά την πρώτη περίοδο διδασκαλίας του Νικολή δίδαξε στο Πισσούρι ο από την Πάφο γνωστός ως Πουζόδκιακος.

Ακολούθησε ο Δημοσθένης Λουκά από το  Όμοδος γύρω στο 1867. Σ’ αυτόν άρεσε η ζωγραφική, γι’ αυτό γέμισε τους τοίχους του σχολείου με έργα του τα οποία εθεωρούντο μάλλον καρικατούρες και γι’ αυτό ονομάστηκε «Πελλοδάσκαλος». Ο Λουκά ήταν και ποιητάρης και έγραψε ποιήματα για κάποιαν Παρασκευούν του Πατή με την οποία ήταν ερωτευμένος κι όταν ο έρωτάς του δεν πραγματοποιήθηκε, εγκατέλειψε το Πισσούρι. Τον διαδέχθηκε ο Σάββας από την Αμαργέτη για τον οποίο δεν υπάρχουν στοιχεία. Ακολούθησε ο Γιαννής από την Μαραθούντα, το Καννέτιν (Κανλέτιν), δηλαδή ο φονιάς, επειδή χωρίς να το θέλει σκότωσε τον εγγονό του ρίχνοντάς του πέτρα όταν έκανε ένα λάθος στο στιχερόν. Ήταν ωστόσο φιλόθρησκος, ευσεβής κι επιμελής δάσκαλος και προσευχόταν επί ώρες για να εξιλεωθεί από το έγκλημά του. Ήταν τέλειος γνώστης της εκκλησιαστικής ακολουθίας.

Ακολούθησε από το 1876 άλλος ποιητάρης από την Κρήτου Τέρρα, ο γνωστός Χριστόδουλος Τζιαπούρας. Αυτός δίδασκε τα εκκλησιαστικά κι έκανε και τον «μάντην», έβγαζε δηλαδή την τύχη, και με τη βοήθεια της γυναίκας του έψηνε και σησαμόπιττες, τις οποίες πουλούσε στα παιδιά. Ο Τζιαπούρας ήταν μειλίχιος και καλοκάγαθος άνθρωπος και χειριζόταν τους μαθητές με τον δικό του ιδιάζοντα τρόπο. Ο ποιητάρης δάσκαλος πέθανε το 1918. Το 1878 επέστρεψε ο Νικολής του Παπά κι άνοιξε σχολείο κατά την εποχή της αγγλικής κατοχής και ταυτόχρονα λειτούργησε δεύτερο σχολείο με δάσκαλο τον ντόπιο παπά Ονούφριον. Κι οι δυο άνδρες δίδαξαν ως το 1882. Εκείνο τον χρόνο λειτούργησε στο χωριό το πρώτο αλληλοδιδακτικό της νέας μεθόδου, σε οίκημα που ενοικίαζε η κοινότητα. Πρώτος δίδαξε τη νέα μέθοδο ο Νικόλαος Βελιάδης από την Φιλιππούπολη. Αυτός αντικατέστησε τα εκκλησιαστικά βιβλία με αναγνωστικά όπως ο «Γεροστάθης», τα σκαμνιά και τις καρέκλες με θρανία κι εισήγαγε πίνακα, έδρα του δασκάλου και χάρτες. Κήρυσσε στις εκκλησίες και το σχολείο τις Κυριακές και μεγάλες γιορτές. Ο Βελιάδης πέθανε ωστόσο φτωχός στη Λεμεσό το 1900.  Το 1891 διορίστηκε δάσκαλος ο Ιωάννης Ερωτοκρίτου, απόφοιτος του Σχολαρχείου, που δίδαξε με τη νέα αλληλοδιδακτική μέθοδο στο νέο σχολείο που είχε κτιστεί το 1887-88. Δίδαξε για μια δεκαετία με μισθό 30 λίρες τον χρόνο.

 

Πηγή

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

Φώτο Γκάλερι

Image
Image