Πύργος

Image

Με την ονομασία αυτή υπάρχουν τρία κυπριακά χωριά, ένα στην επαρχία Λεμεσού και δυο στην επαρχία Λευκωσίας. Για να ξεχωρίζουν μεταξύ τους είναι γνωστά ως:

 

  1. Πύργος Λεμεσού.
  2. Κάτω Πύργος.
  3. Πάνω Πύργος.

 

Πύργος Λεμεσού: Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λεμεσού, περί τα 17 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης της Λεμεσού. Τα διοικητικά του όρια εκτείνονται στα νότια μέχρι τη θάλασσα. Ο Πύργος είναι κτισμένος σε μέσο υψόμετρο 85 μέτρων και το τοπίο του είναι διαμελισμένο από το ομώνυμο αργάκι που ρέει στην περιοχή του. Το υψόμετρο παρουσιάζει αισθητή αύξηση από τον οικισμό προς τα βόρεια και κοντά στα βόρεια διοικητικά του σύνορα φθάνει τα 488 μέτρα (κορφή Επίλας). Στα νότια του οικισμού το υψόμετρο μειώνεται σταθερά και φθάνει τα 50 περίπου μέτρα περί το ένα χιλιόμετρο νότιά του. Νοτιότερα και μέχρι τον νέο δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού το ανάγλυφο είναι λοφώδες και το υψόμετρο φθάνει τα 147 μέτρα (κορφή Οξιές), ενώ ακόμη νοτιότερα το υψόμετρο μειώνεται σταθερά μέχρι τη θάλασσα.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι λάβες, οι γάββροι, οι σερπεντινίτες, οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι), οι άργιλλοι του σχηματισμού Μονής και οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν πυριτιούχα εδάφη, φαιοχώματα, εδάφη του σχηματισμού των Μαμωνιών, ξερορεντζίνες, ασβεστούχα, προσχωσιγενή και αιολικά εδάφη.

 

Ο Πύργος δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 430 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή του έχουν ανορυχθεί αρκετές διατρήσεις που συνέβαλαν στην άρδευση σημαντικής έκτασης γης. Καλλιεργούνται τα εσπεριδοειδή (κυρίως οι λεμονιές και σε μικρότερη έκταση οι μανταρινιές, τα κλεμεντίνια, οι κιτρομηλιές και οι πορτοκαλιές), οι ελιές, οι χαρουπιές, οι αμυγδαλιές, τα σιτηρά, τα νομευτικά φυτά, διάφορα φρουτόδεντρα, λίγα αμπέλια οινοποιησίμων ποικιλιών και ελάχιστα όσπρια (κουκιά, λουβιά και φασόλια). Καλλιεργούνται επίσης διάφορα είδη λαχανικών και ιδιαίτερα οι ντομάτες. Τόσο ο Πύργος όσο και το γειτονικό χωριό Παρεκκλησιά φημίζονται για την ποιότητα των ντοματών τους.

 

Το χωριό περιλαμβάνεται στο μεγάλο αρδευτικό έργο του Νότιου Αγωγού.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, ο Πύργος συνδέεται στα νότια με τον νέο δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού (περί τα 4 χμ.). Συνδέεται επίσης με σκυρόστρωτο δρόμο στα νοτιοανατολικά με το χωριό Μονή (περί τα 2 χμ.) και με χωματόδρομο στα δυτικά με το χωριό Παρεκκλησιά (περί τα 2 χμ.).

 

Το χωριό, λόγω κυρίως της σχετικά μικρής του απόστασης από το αστικό κέντρο της Λεμεσού, γνώρισε συνεχή πληθυσμιακή αύξηση. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 187 
1891 326 
1901 345 
1911 398 
1921 412 
1931 478 
1946 570 
1960 702 
1973 712 
1976 723 
1982 803 
1992 901 
2001 1.348 

 

Στα νότια του Πύργου, κοντά στη θάλασσα, βρίσκονται ο ηλεκτροπαραγωγός σταθμός και το τσιμεντοποιείο Μονής που περιλαμβάνονται στα διοικητικά του όρια.
 

Το χωριό υφίστατο κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια με την ίδια ακριβώς ονομασία. Σε παλαιούς χάρτες, όπως στον χάρτη του Α. Ortelius του 1573 κ.α., βρίσκεται σημειωμένο ως Pirgo. Σε άλλους παλαιούς χάρτες απαντάται και ως Birgo.

 

Η ονομασία του χωριού προήλθε από το γεγονός ότι στην περιοχή του υφίστατο κάποιος πύργος, προφανώς των Βυζαντινών χρόνων. Πύργος θα πρέπει να υφίστατο και κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, υπό την έννοια κεντρικού οικοδομήματος οικογένειας ευγενών, στην οποία το χωριό ανήκε ως φέουδο. Δεν γνωρίζουμε, ωστόσο, σε ποια οικογένεια ευγενών ανήκε.

 

Ο G. Jeffery (1918) θεωρεί ότι ο πύργος που υπήρχε στο χωριό ήταν συνηθισμένος του Μεσαίωνα. Ο Νέαρχος Κληρίδης αναφέρει τοπική παράδοση, σύμφωνα προς την οποία στο χωριό υπήρχε «πύργος της ρήγαινας», από το πάτωμα του οποίου ξεκινούσε σήραγγα που έφθανε στην Αμαθούντα. Κι όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες παραδόσεις τις σχετικές με μεσαιωνικά ή και αρχαιότερα οικοδομήματα, απαραίτητη είναι και η θρυλούμενη ύπαρξη κάποιου μεγάλου θησαυρού. Στην περίπτωση του Πύργου, ο θρυλούμενος θησαυρός είναι μια ολόχρυση άμαξα με την οποία διακινείτο η περιβόητη ρήγαινα. Παλαιό οικοδόμημα στο χωριό είναι γνωστό ως ρηγούδιν, πιστεύεται δε ότι το πάτωμά του είναι εκείνο του αρχικού πύργου, από το οποίο μάλιστα ξεκινούσε η σήραγγα.

 

Η εκκλησία του χωριού είναι αφιερωμένη στην Παναγία.

 

Στην περιοχή του χωριού υπάρχουν δυο τουλάχιστον αρχαιολογικοί χώροι των Προϊστορικών χρόνων (πιθανώς της Νεολιθικής εποχής και της Πρώιμης εποχής του Χαλκού) που αποδεικνύουν αρχαιότατη κατοίκηση εκεί. Δεν έχουν όμως γίνει ακόμη κανονικές αρχαιολογικές ανασκαφές. Εξ άλλου το χωριό βρίσκεται κοντά στην αρχαία πόλη της Αμαθούντος, στη διοικητική έκταση της οποίας περιλαμβανόταν κατά την Αρχαιότητα η περιοχή του.

 

Ωστόσο αρχαιολογική έρευνα στον Πύργο Λεμεσού, τοποθεσία Μαυροράχη, την οποία διεξήγαγε το 2006 η αρχαιολόγος Μαρία Ροζάρια Μπελτζιόρνο, έφερε στο φως κατάλοιπα εργαστηρίων επεξεργασίας χαλκού αλλά και κλωστοϋφαντουργίας, που χρονολογούνται γύρω στο 2000 π.Χ. Μεταξύ δε δύο χώρων που χρησιμοποιούνταν για την επεξεργασία του χαλκού, εντοπίστηκαν εγκαταστάσεις ενός ελαιοτριβείου. Σύμφωνα προς την αρχαιολόγο, στην περίπτωση αυτή το παραγόμενο λάδι εχρησιμοποιείτο ως καύσιμη ύλη για τα διπλανά εργαστήρια. Βρέθηκαν ίχνη τέτοιας χρήσης του ελαιολάδου σε κατάλοιπα καμινιών, ενώ αντίθετα δεν βρέθηκαν ίχνη κάρβουνων, που ήταν το συνηθέστατο καύσιμο υλικό της Εποχής του Χαλκού.

 

 

Πύργος Κάτω: Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας στη γεωγραφική περιφέρεια της Τηλλυρίας, περί τα 70 χιλιόμετρα δυτικά της πόλης της Λευκωσίας. Με την αποκοπή του δρόμου Λευκωσίας-Μόρφου-Ξερού-Πόλης Χρυσοχόος το 1974, σαν αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής και κατοχής, η συγκοινωνία του Κάτω Πύργου με την πόλη της Λευκωσίας διεξάγεται μέσω του χωριού Πόλη και της πόλης της Πάφου, η δε απόστασή του από τη Λευκωσία μέσω του δρόμου αυτού είναι 220 περίπου χιλιόμετρα.

 

Ο Κάτω Πύργος είναι κτισμένος κοντά στη θάλασσα, σε μέσο υψόμετρο μόλις 10 μέτρων. Το τοπίο του είναι διαμελισμένο από τους ποταμούς Πύργο και Κατούρη που ρέουν ο πρώτος στα ανατολικά του οικισμού και ο δεύτερος στα δυτικά του. Το υψόμετρο στην περιοχή του χωριού δεν ξεπερνά τα 150 μέτρα.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι λάβες του Οφιολιθικού Συμπλέγματος του Τροόδους και οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν φαιοχώματα και προσχωσιγενή εδάφη.

 

Στην περιοχή του Κάτω Πύργου καλλιεργούνται εσπεριδοειδή (κυρίως λεμονιές αλλά και πορτοκαλιές, κλεμεντίνια, μανταρινιές και κιτρομηλιές), διάφορα φρουτόδεντρα (ροδακινιές, μπανανιές, συκιές, χρυσομηλιές και αχλαδιές), οι αμυγδαλιές, οι καρυδιές, οι ελιές και λίγες χαρουπιές. Η κυριότερη καλλιέργεια είναι τα εσπεριδοειδή. Μια μεγάλη έκταση γης του Κάτω Πύργου αρδεύεται είτε από διατρήσεις που ανορύχθηκαν στην περιοχή του, είτε από το ομώνυμο φράγμα χωρητικότητας 285.000 μ3 που βρίσκεται περί τα πέντε χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του χωριού.

 

Οι κάτοικοι του Κάτω Πύργου, εκτός από τη γεωργία, ασχολούνται και με τη κτηνοτροφία.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, ο Κάτω Πύργος βρίσκεται δίπλα στον παραλιακό δρόμο Πόλης-Ξερού. Μέσω του δρόμου αυτού συνδέεται στα δυτικά με το χωριό Μανσούρα (περί τα 6 χμ.) και στα νοτιοανατολικά με το χωριό Λιμνίτης από το οποίο απέχει περί τα 7 χιλιόμετρα (ο δρόμος αυτός είναι κλειστός από το καλοκαίρι του 1974 λόγω της τουρκικής εισβολής και κατοχής του βόρειου τμήματος της Κύπρου). Τον Μάρτιο του 2010 άρχισαν εργασίες κατασκευής του δρόμου Κάτω Πύργου - Λιμνίτη, ύστερα από συμφωνία μεταξύ Ελλήνοκυπριακής και Τουρκοκυπριακής πλευράς. Ο Κάτω Πύργος συνδέεται επίσης στα νότια με το χωριό Πάνω Πύργος (περί τα 4 χμ.).

 

Για τον πληθυσμό του Κάτω Πύργου, βλ. πιο κάτω αναφορά σχετικά με τον πληθυσμό του Πάνω Πύργου.

 

Το χωριό διαθέτει ωραίες αμμουδιές και όμορφο γαλήνιο φυσικό περιβάλλον και θα μπορούσε να εξελιχθεί σ' ένα αξιόλογο παραθαλάσσιο τουριστικό θέρετρο. Δυστυχώς οι λαμπρές προοπτικές, που υπήρχαν για τουριστική ανάπτυξη του Κάτω Πύργου, εμποδίστηκαν από την τουρκική εισβολή και κατοχή του 1974 η οποία συνεχίζεται και που έχει σαν συνεπακόλουθο την εξάρθρωση του οδικού δικτύου Πόλης-Ξερού-Λευκωσίας και την απομόνωση του χωριού από το μεγάλο αστικό κέντρο της Λευκωσίας. Παρά την απομόνωση του, το χωριό άρχισε κατά τα τελευταία χρόνια να αναπτύσσει κάποια τουριστική κίνηση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Για την εξυπηρέτηση των παραθεριστών δημιουργήθηκαν στο χωριό εξοχικά κέντρα και ψαροταβέρνες.

 

Ο Κάτω Πύργος είναι σήμερα κέντρο παροχής υπηρεσιών στα χωριά του ελεύθερου τμήματος της Τηλλυρίας. Διαθέτει δημοτικό σχολείο, γυμνάσιο, αγροτικό υγειονομικό κέντρο, αστυνομικό σταθμό, περιφερειακό γεωργικό γραφείο και αγροτικό κτηνιατρικό σταθμό.

 

Η παράκτια θέση του χωριού συνέβαλε στην ανάπτυξη της αλιείας. Στην περιοχή του δημιουργήθηκε και λειτουργεί αλιευτικό καταφύγιο.

 

Για ιστορικά στοιχεία περί του χωριού βλέπε στο β' μέρος του λήμματος για το διπλανό του χωριό, τον Πάνω Πύργο, που ακολουθεί.

 

 

Πύργος Πάνω: Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, στη γεωγραφική περιφέρεια της Τηλλυρίας, περί τα 74 χιλιόμετρα δυτικά της πρωτεύουσας. Με την αποκοπή του δρόμου Λευκωσίας-Μόρφου-Ξερού-Πόλης Χρυσοχούς το 1974, σαν αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής και κατοχής, η συγκοινωνία του Πάνω Πύργου με τη Λευκωσία διεξάγεται μέσω του χωριού Πόλη και της πόλης της Πάφου, η δε απόστασή του από την πρωτεύουσα μέσω του δρόμου αυτού είναι 224 περίπου χιλιόμετρα.

 

Ο Πάνω Πύργος είναι κτισμένος σε μέσο υψόμετρο 220 μέτρων. Ολόκληρη η διοικητική έκταση του χωριού παρουσιάζει μια κλίση από τα νότια προς τα βόρεια. Το υψόμετρο από τα 884 μέτρα κοντά στα νοτιά του σύνορα στην περιοχή «Μούττη Αναγυρμένη», μειώνεται στα 220 μέτρα κοντά στον οικισμό και στα 100 μέτρα κοντά στα βόρεια του σύνορα. Το τοπίο του Πάνω Πύργου είναι διαμελισμένο από τα ποτάμια δίκτυα του Κατούρη και του Πύργου.

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι λάβες και οι διάβασες του Οφιολιθικού Συμπλέγματος του Τροόδους. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν φαιοχώματα και πυριτιούχα εδάφη.

 

Ο Πάνω Πύργος δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 490 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή του καλλιεργούνται λίγα εσπεριδοειδή, αμυγδαλιές και νομευτικά φυτά και ελάχιστες αχλαδιές. Η μεγαλύτερη ωστόσο έκταση του χωριού είναι ακαλλιέργητη και καταλαμβάνεται από ποικίλη φυσική βλάστηση, κυρίως πεύκα, θυμάρι, ευκαλύπτους και ξισταρκές. Μέρος του κρατικού δάσους της Πάφου εμπίπτει στα διοικητικά όρια του χωριού.

 

Η κτηνοτροφία είναι επίσης πολύ περιορισμένη.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, ο Πάνω Πύργος συνδέεται στα βόρεια με το γειτονικό χωριό Κάτω Πύργος, από το οποίο απέχει περί τα 4 χιλιόμετρα.

 

Ο Πάνω Πύργος είναι σήμερα από τα πιο απομονωμένα χωριά της Κύπρου. Οι κάτοικοι του έχουν από πολύ παλιά τη φήμη των καλύτερων καρβουνιάρηδων σ' ολόκληρη την Κύπρο. Στον δρόμο προς το χωριό βρίσκονται καρβουνοποιεία με κατάσπαρτα δεμάτια από ξύλα, ταξινομημένα σε στίβες, που προορίζονται για κάρβουνα.

 

Φαίνεται ότι από τα δυο διπλανά χωριά αρχαιότερος είναι ο Πάνω Πύργος, που ήταν κάποτε και το μεγάλο χωριό της περιοχής. Αντίθετα ο Κάτω Πύργος ήταν μάλλον μικρός οικισμός με λίγα σπίτια που είχαν κτιστεί αρχικά από τους κατοίκους του Πάνω Πύργου. Ο Πάνω Πύργος, πλησιέστερα προς τα δάση των βορειοδυτικών πλαγιών του Τροόδους, είχε ακμάσει όταν κύριες ασχολίες των κατοίκων της περιοχής ήσαν η υλοτομία αλλά και η βοσκή. Τα μέτρα που είχαν πάρει οι Βρεττανοί ήδη από την αρχή της αγγλοκρατίας (τέλη του 19ου αιώνα) για προστασία των δασών κι απαγόρευση της εκτεταμένης βοσκής σ' αυτά, έπληξαν τον Πάνω Πύργο. Αντίθετα, οι νέες συνθήκες ευνόησαν την ανάπτυξη του Κάτω Πύργου, ιδιαίτερα η κατασκευή του δρόμου Πόλης Χρυσοχούς-Ξερού-Μόρφου-Λευκωσίας. Ο δρόμος έφθασε στον Κάτω Πύργο και τον ένωσε με τις άλλες περιοχές του νησιού το 1901. Το 1905 λειτούργησε στον Κάτω Πύργο κι αστυνομικός σταθμός, σύντομα δε εγκαταστάθηκαν εκεί κι άλλες υπηρεσίες (όπως λ.χ. ιατρικές και κτηνιατρικές). Έτσι, πολλοί κάτοικοι του Πάνω Πύργου σταδιακά μετακινήθηκαν στον Κάτω Πύργο με αποτέλεσμα το πάνω χωριό να μικρύνει και το κάτω χωριό να μεγαλώσει.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού του Κάτω και του Πάνω Πύργου έχουν ως ακολούθως: Το 1881, στην πρώτη επίσημη απογραφή πληθυσμού, περιλαμβάνεται μόνο ένα χωριό με την ονομασία Πύργος (προφανώς ο Πάνω Πύργος) με 300 κατοίκους. Στην επόμενη απογραφή, του 1891, οι κάτοικοι του αυξήθηκαν στους 367. Ταυτόχρονα παρουσιάζεται το τοπωνύμιο Κονάκια του Πύργου, με 5 κατοίκους. Τα Κονάκια του Πύργου βρίσκονται σημειωμένα ως πολύ μικρός οικισμός με ελάχιστα σπίτια στον χάρτη του Κίτσενερ (1885). Μπορούν δε να θεωρηθούν ως ο αρχικός πυρήνας του σημερινού Κάτω Πύργου. Στην απογραφή του 1901 δίνονται τα ακόλουθα στοιχεία: Πύργος: 432 κάτοικοι. Κονάκια του Πύργου: 11 κάτοικοι. Στην απογραφή του 1911 δίνονται αντιστοίχως 454 κάτοικοι (Πύργος) και 52 κάτοικοι (Κονάκια). Το 1921 οι κάτοικοι του Πάνω Πύργου είχαν μειωθεί στους 447. Στη συνέχεια παρουσιάζεται στους πίνακες ως χωριό κι ο Κάτω Πύργος, η δε αναλογία πληθυσμού των δυο χωριών έχει ως εξής:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
  Κάτω Πύργος Πάνω Πύργος
1931 329 429 
1946 787 372 
1956 678 174 
1960 1049 244
1973 1277 126 
1976 1118 99 
1982 1017 72 
1992 1155 39 
2001 1120 30 

 

Ο Αθανάσιος Σακελλάριος (Τά Κυπριακά, τόμος Α', 1890, σ. 130), ομιλεί όχι για δυο αλλά για ένα μόνο χωριό, προφανώς τον Πάνω Πύργο, γράφοντας:

 

Ἐν αὐτ [= περιοχή Τυλληρίας] ἡ μόνη ἀξία σημειώσιως κώμη εἶνε ἠ καλούμενη Πύργος, ἔχουσα δημοτικόν ἑλληνικόν σχολεῖον, διατηρούμενον ὑπό τῆς ἐν Ἀλείανδρείᾳ κυπριακής ἀδελφὀτητος. Παρ' αὐτήν δέ πρός τήν θάλασσαν ἐν τῇ Θέσει Κονάκια ὑπάρχει διαλείπουσα πηγή, ἥτις ῥέει γλυκύ καί ἄφθονον ὕδωρ μόνον ἀπό  του Ἀπριλίου μέχρις Ὀκτωβρίου.

 

Εξάλλου ο Βρετανός Samuel Baker, στο βιβλίο του Cyprus as I saw it in 1879 (= Η Κύπρος όπως την είδα το 1879) γράφει σαφώς ότι στην περιοχή του σημερινού Κάτω Πύργου υπήρχε τότε ένα μόνο άξιο λόγου κτίριο, κάποιο μεγάλο χάνι στο οποίο κατέλυαν τα καραβάνια κι οι ταξιδιώτες, που ταξίδευαν μεταξύ περιοχής Ξερού-Μόρφου και περιοχής Χρυσοχούς. Ο ίδιος συγγραφέας σημειώνει ότι η παραθαλάσσια περιοχή του σημερινού Κάτω Πύργου του είχε φανεί η πιο άγρια αλλά κι όμορφη, ενώ χωριό δεν υπήρχε.

 

Η ονομασία Πύργος προήλθε από το γεγονός ότι στην περιοχή υφίστατο, μάλλον από τα Βυζαντινά χρόνια, κάποιος πύργος. Η απαραίτητη και στην περίπτωση αυτή τοπική παράδοση ομιλεί για κάποια ρήγαινα που είχε τρεις κόρες. Απ' αυτές όμως μόνο οι δυο έκτισαν από έναν πύργο (προσαρμογή της παράδοσης για να εξηγηθεί η ύπαρξη δυο χωριών), ενώ η τρίτη μερίμνησε για μεταφορά νερού στους δυο πύργους. Ερείπια, πιθανώς μεσαιωνικού, πράγματι, πύργου, υπάρχουν στην περιοχή.

 

Ο Πάνω κι ο Κάτω Πύργος, πάντως, δεν αναφέρονται σε μεσαιωνικές πηγές. Ο Κάτω Πύργος δεν υφίστατο από τότε, ο δε Πάνω Πύργος ήταν μάλλον μικρός, κι απομονωμένος οικισμός.

 

Ένα πολύ ενδιαφέρον μνημείο είναι παλαιά εκκλησία που βρίσκεται μεταξύ των δυο χωριών. Πρόκειται για την εκκλησία της Παναγίας Γαλόκτιστης που, σύμφωνα προς την παράδοση, κτίστηκε με πηλό ζυμωμένο με γάλα αντί με νερό. Για το εξωκλήσι αυτό βλέπε χωριστό λήμμα Γαλόκτιστης Παναγίας εκκλησία. Το εξωκλήσι είναι, πιθανώς, κτίσμα των τελών της Βυζαντινής περιόδου.

 

Άλλα ξωκλήσια γύρω από τον Πάνω Πύργο (που η ύπαρξη τους φανερώνει την αρχαιότητα του χωριού σε σχέση προς τον Κάτω Πύργο) είναι του Προφήτη Ηλία, του Αγίου Ανδρόνικου, της Αγίας Βαρβάρας και του Αγίου Ιωάννη. Υπάρχει επίσης στο χωριό η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής.

 

Στον Κάτω Πύργο στάθμευε για μια δεκαετία (1964-1974) στρατιωτικό απόσπασμα της Ειρηνευτικής Δύναμης του ΟΗΕ. Η περιοχή αυτή της Τυλληρίας επλήγη από την τουρκική αεροπορία το καλοκαίρι του 1964, κατά τη διάρκεια της «κρίσης της Μαυσούρας» (βλέπε σχετικά στο λήμμα Τηλλυριά).

 

Στο ανατολικό άκρο του Κάτω Πύργου, επί κορυφής χαμηλού παραθαλάσσιου λόφου που δεσπόζει της ακτής και είναι γνωστός ως Τρουλλί, υπάρχουν τα λιγοστά ερείπια μεσαιωνικού οικοδομήματος που φαίνεται να είχε πρωτοκτιστεί κατά τα Βυζαντινά χρόνια και βρισκόταν σε χρήση και κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Είναι πολύ πιθανό το οικοδόμημα αυτό να εξυπηρετούσε διπλό σκοπό: αφενός σαν φάρος καθοδήγησης για φιλικά καράβια και αφετέρου σαν παρατηρητήριο.

 

Το οικοδόμημα ήταν σχετικά μικρό, όπως όλα τα παρατηρητήρια που υπήρχαν σε διάφορες ακτές της Κύπρου, και δεν φαίνεται να ήταν αυτό που έδωσε στα χωριά την ονομασία Πύργος. Εξάλλου το χωριό Κάτω Πύργος έχει ιδρυθεί μόλις κατά τις αρχές του 20ού αιώνα, ενώ ο αρχικός Πύργος (σημερινός Πάνω Πύργος) βρίσκεται σε ικανή απόσταση προς τα ενδότερα.  

 

Τα κατάλοιπα του μικρού πύργου – παρατηρητηρίου στο Τρουλλί μνημονεύει ο Καμίλ Ανλάρτ που θεωρεί ότι επρόκειτο για εξαγωνικό οικοδόμημα, ενώ αναφέρεται και από τον Τζέφρυ.

 

Ο Πάνω Πύργος, ο αρχικός οικισμός Πύργος, φαίνεται να είχε πάρει την ονομασία του από άλλο μεγάλο μεσαιωνικό οικοδόμημα που κατάλοιπά του εντοπίστηκαν στην τοποθεσία «Αυλή» και ανεσκάφησαν από τον Στέλιο Περδίκη, με δαπάνη της Μητρόπολης Κύκκου και Τηλλυρίας. Είναι ακόμη αδιευκρίνιστο το είδος του οικοδομήματος αυτού, που βρισκόταν σε κοιλάδα στα νοτιοδυτικά του χωριού και σε τοποθεσία όχι ορατή από τη θάλασσα. Πιθανό να ήταν ενδιαίτημα φρουράς της περιοχής, ή να ήταν λατινικό μοναστήρι, ή ακόμη η έδρα τοπικού φέουδου και φεουδάρχη. Η τελευταία αυτή υπόθεση δικαιολογεί και το τοπωνύμιο «Αυλή» και ακόμη και αυτό τούτο το τοπωνύμιο «Πύργος». Στην περιοχή πιθανό να έδρευε κάποιος τοπικός φεουδάρχης κατά τη περίοδο της Φραγκοκρατίας, γεγονός που δικαιολογεί και άλλα τοπωνύμια, όπως «Λάκκος του Λινάρδου». Υπάρχει, πράγματι, αυτός ο λάκκος, ενώ κατά παλαιότερη αναφορά, τούτο ήταν και το όνομα του ίδιου του χωριού ( Ν. Ιερείδης, Ιστορία της Κύπρου, Λευκωσία, 1893).

 

Το συγκεκριμένο μεσαιωνικό οικοδόμημα φαίνεται να ήταν αρκετά επιμελημένης οικοδόμησης, πετρόκτιστο, με πάχος τοίχων που δηλώνουν ότι υπήρχε και όροφος.

 

Το τοπωνύμιο «Γούμενος» πάλι, στην περιοχή του ξωκκλησιού της Παναγίας Γαλόκτιστης, ίσως δηλώνει ότι το ξωκκλήσι είχε κάποτε λειτουργήσει και ως μικρό μοναστήρι.

 

Στην περιοχή όπου το σημερινό χωριό Κάτω Πύργος, που σταδιακά κατά τον 20ό αιώνα αντικατέστησε τον Πάνω Πύργο με μετακίνηση του πληθυσμού προς τα κάτω, κοντά στην ακτή, υπήρχε σε παλαιότερες εποχές απλώς ένα χάνι που εξυπηρετούσε τους ταξιδιώτες. Στο χάρτη της Κύπρου του Kitchener(1885) σημειώνεται αντί του Κάτω Πύργου μικρός οικισμός ως Κονάκια του Πύργου, με ελάχιστα κτήρια. Η σταδιακή μετακίνηση των κατοίκων του Πάνω Πύργου στον Κάτω Πύργο (ο διαχωρισμός σε Πάνω και Κάτω απαντάται μόλις μετά το 1911), φαίνεται και από τις σχετικές απογραφές πληθυσμού: το 1891 ο (Πάνω) Πύργος παρουσιαζόταν να είχε 367 κατοίκους έναντι μόλις 5 κατοίκων στα Κονάκια. Το 1901 η αναλογία ήταν 492 έναντι 11 και το 1911 οι κάτοικοι ήσαν αντιστοίχως 454 έναντι 52. Κατά τις επόμενες δεκαετίες οι κάτοικοι των Κονακιών (Κάτω Πύργου) αυξήθηκαν ραγδαία, ενώ εκείνοι του Πάνω Πύργου μειώθηκαν κατακόρυφα. Έτσι, κατά την απογραφή του 2001 ο Κάτω Πύργος είχε 1.120 κατοίκους και ο Πάνω Πύργος μόλις 30.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image