Πωμός

Image

Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Πάφου, στη γεωγραφική περιφέρεια της Τηλλυρίας, περί τα 60 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης της Πάφου.

 

Ο Πωμός είναι κτισμένος δίπλα στη θάλασσα, σε μέσο υψόμετρο 10 μέτρων. Το τοπίο του χωριού έχει μια αισθητή κλίση προς τη θάλασσα και είναι διαμελισμένο από το ποτάμιο δίκτυο του ποταμού Λειβάδι. Περί τα 2,5 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του οικισμού το υψόμετρο φθάνει τα 600 μέτρα (κορφή Χίλλ Τοπ). Εξάλλου σ' απόσταση 5 περίπου χιλιομέτρων νοτιοανατολικά του Πωμού, πολύ κοντά στα διοικητικά του όρια (αλλά εκτός αυτών), υψώνεται ο Λωρόβουνος που το ύψος του φθάνει τα 670 μέτρα.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι διαβάσες και οι γάββροι του Οφιολιθικού Συμπλέγματος Τροόδους και το σύναγμα (αποθέσεις άμμων και χαλικιών της Πλειστόκαινης περιόδου). Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν πυριτιούχα εδάφη και ξερορεντζίνες.

 

Ο Πωμός δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση περί τα 440 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή του καλλιεργούνται τα εσπεριδοειδή, οι μπανανιές, οι αμυγδαλιές, τα αβοκάτο, οι καρυδιές, οι ελιές, τα όσπρια (κουκιά και λουβιά), λίγα λαχανικά και ελάχιστα σιτηρά, νομευτικά φυτά και φιστίκια. Υπάρχουν επίσης αρκετές ακαλλιέργητες εκτάσεις που καταλαμβάνονται από ποικίλη φυσική βλάστηση, κυρίως πεύκα, ξισταρκές και θυμάρι. Μέρος του κρατικού δάσους της Πάφου, στα νότια του χωριού, εμπίπτει στα διοικητικά του όρια. Μια μεγάλη έκταση γης του Πωμού αρδεύεται κυρίως από το ομώνυμο φράγμα, χωρητικότητας 859.000 μ³, που βρίσκεται κτισμένο πάνω στον ποταμό Λειβάδι στα νοτιοανατολικά του χωριού.

 

Το χωριό περιλαμβάνεται στο Αρδευτικό Έργο Χρυσοχούς.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, ο Πωμός βρίσκεται δίπλα στον παραλιακό δρόμο Πόλης - Ξερού. Μέσω του δρόμου αυτού συνδέεται στα βορειοανατολικά με το χωριό Παχύαμμος (περί τα 5 χμ.) και στα νοτιοδυτικά με το χωριό Νέα Δήμματα (περί τα 5 χμ.) και μέσω του με το χωριό Πόλη (περί τα 20 χμ.). Συνδέεται επίσης με σκυρόστρωτο δρόμο στα νοτιοανατολικά με το χωριό Παλιάμπελα (περί τα 3 χμ.), το οποίο περιλαμβάνεται στα διοικητικά του όρια.

 

Περί τα δυο χιλιόμετρα βόρεια του χωριού βρίσκεται το άκρον Πωμού, το οποίο οφείλει τη δημιουργία του στο σκληρό πέτρωμα του διαβάση που το περιζώνει και το οποίο άντεξε τη διαβρωτική ενέργεια των κυμάτων. Η διαδρομή από το γειτονικό χωριό Νέα Δήμματα μέχρι το άκρον Πωμού είναι ίσως από τις πιο γραφικές παραθαλάσσιες διαδρομές της Κύπρου. Το βουνό πέφτει σχεδόν κάθετα στη θάλασσα ενώ οι απότομες πλαγιές είναι σκεπασμένες με πεύκα και οπωροφόρα δέντρα. Εξάλλου τα δανδελωτά ακρογιάλια με τους πολυάριθμους ορμίσκους και τα μυτερά μικρά ακρωτήρια προσδίδουν στο τοπίο μια γραφικότητα μοναδική.

 

Η παράκτια θέση του χωριού συνέβαλε στην ανάπτυξη της αλιείας. Στην παραθαλάσσια περιοχή δίπλα στο άκρον Πωμού λειτουργεί μικρό λιμάνι, βασικά ως αλιευτικό καταφύγιο.

 

Το χωριό γνώρισε πληθυσμιακές αυξομειώσεις. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 183 
1891 280 
1901 375 
1911 472 
1921 553 
1931 563 
1946 362 
1960 499 
1973 539 
1976 580 
1982 543 
1992 574 
2001 595 

 

Στον πληθυσμό του 1982 περιλαμβάνονται και οι κάτοικοι του μικρού γειτονικού χωριού Παλιάμπελα.

 

Το χωριό υφίστατο με την ίδια ακριβώς ονομασία κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια, σε παλαιούς δε χάρτες βρίσκεται σημειωμένο ως Pomo. Μερικοί ερευνητές και μελετητές γράφουν το χωριό στον τύπο Πομός, πράγμα όμως που δεν εξηγείται ετυμολογικά. Αντίθετα, ορθή φαίνεται να είναι η γραφή Πωμός, γιατί η ονομασία του χωριού θεωρείται ότι έχει αρχαία ελληνική προέλευση, από τη λέξη βωμός. Είναι πολύ πιθανό κατά την Αρχαιότητα να υφίστατο στην περιοχή ναός ή τέμενος κάποιας θεότητας (ίσως της Αφροδίτης) με φημισμένο βωμό.

 

Στην περιοχή του χωριού υφίσταται αρχαιολογικός χώρος των Προϊστορικών όμως χρόνων, που δεν έχει ακόμη διερευνηθεί και μελετηθεί πλήρως. Υπάρχει επίσης η θεωρία ότι στην ίδια περιοχή υφίστατο η θρυλούμενη κυπριακή αρχαία πόλη Καλλίνουσα που όμως δεν απαντάται σε αρχαίες φιλολογικές πηγές και δεν έχει υποστηριχθεί η ύπαρξή της από την αρχαιολογική έρευνα. Μοναδική ένδειξη για ύπαρξη τέτοιας αρχαίας πόλης (εάν υπήρξε) ήταν η αρχαία ονομασία του ακρωτηρίου του Πωμού, που ο Κλαύδιος Πτολεμαίος ονομάζει Καλλίνουσα* άκρα. Πάλι, μερικοί παλαιοί μελετητές (όπως ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός) ταυτίζουν την Καλλίνουσαν με την επίσης αρχαία κυπριακή πόλη Αλεξάνδρειαν*, που βρίσκεται σημειωμένη σε μεσαιωνικούς χάρτες ως Αλεξανδρέττα (Alesandreta), στην περιοχή του Πωμού. Σαφέστερες, πάντως, πληροφορίες θα δώσει στο μέλλον μόνο η αρχαιολογική σκαπάνη. Όλες όμως οι υπάρχουσες ενδείξεις συγκλίνουν στην υπόθεση ότι υφίσταντο στην περιοχή του Πωμού αρχαίοι οικισμοί που δεν ήσαν όμως σημαντικές πόλεις. Δικαιολογείται έτσι η πιθανότατη αρχαία προέλευση της ονομασίας του χωριού.

 

Σε παλαιούς χάρτες (όπως λ.χ. εκείνο του Α. Ortelius του 1573), το χωριό Pomo σημειώνεται να είναι όχι παραθαλάσσιο (όπως είναι σήμερα) αλλά κάπως προς τα ενδότερα του νησιού. Το ίδιο σημειώνεται ακόμη και σε χάρτες του 19ου αιώνα (όπως ο χάρτης του ντε Μας Λατρί του 1862 κι εκείνος του Κίτσενερ του 1885). Τούτο οδηγεί στην ένδειξη ότι μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ο αρχικός οικισμός βρισκόταν ένα-δύο χιλιόμετρα ανατολικότερα, στην τοποθεσία Παλιάμπελα.

 

Η περιοχή του Πωμού συνδέεται, στην τοπική παράδοση, με πιθανή άφιξη της αγίας Ελένης* εκεί, τον 4ο μ.Χ. αιώνα, όταν η μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου είχε επισκεφθεί την Κύπρο. Και πάλι δεν υπάρχουν κάποιες σαφέστερες ενδείξεις, εκτός του γεγονότος ότι κοντά στον Πωμό υφίστατο κι άλλος οικισμός (των Βυζαντινών χρόνων και των χρόνων της Φραγκοκρατίας) που ονομαζόταν Αγία Ελένη. Ο οικισμός αυτός βρίσκεται επίσης σημειωμένος σε παλαιούς χάρτες, βορειότερα του Πωμού. Θα πρέπει να διαλύθηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

 

Στο χωριό τιμάται ιδιαίτερα η Παναγία. Υφίστατο μάλιστα στην περιοχή μικρό μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία Χρυσοπατερίτισσα. Βρισκόταν περί τα 5 χμ. νοτιοανατολικά, στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα το φράγμα Πωμού. Το μοναστήρι δεν υπήρξε ποτέ σημαντικό. Σώζεται σήμερα η ομώνυμη εκκλησία του, που ανακαινίστηκε. Το μοναστήρι αναφέρουν τόσο ο G. Jeffery (1918) όσο κι ο R. Gunnis (1936).

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image