Πύλα

Image

Μεικτό χωριό της επαρχίας Λάρνακας, περί τα 12 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης της Λάρνακας. Η διοικητική του έκταση ανέρχεται στα 2.896 εκτάρια και μεγάλο μέρος της περιλαμβάνεται στο έδαφος της βρετανικής στρατιωτικής βάσης της Δεκέλειας. Στα νότια, τα διοικητικά όρια του χωριού εκτείνονται μέχρι τον κόλπο της Λάρνακας.

 

Η Πύλα είναι κτισμένη σε μέσο υψόμετρο 60 μέτρων. Στα νότια του οικισμού το τοπίο είναι καμπίσιο με μια μικρή κλίση προς τη θάλασσα, ενώ στα νοτιοδυτικά του στην τοποθεσία Ασπρομούττη είναι λοφώδες και το υψόμετρο φθάνει το 140 περίπου μέτρα. Εξάλλου στα βόρεια του οικισμού το ανάγλυφο παρουσιάζει μια κλίση από τα δυτικά (υψόμετρο 180 μέτρων) προς τα ανατολικά (υψόμετρο 100 μέτρων).

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι αποθέσεις του σχηματισμού Αθαλάσσας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες και άμμοι), το σύναγμα (άμμοι και χαλίκια της Πλειστόκαινης περιόδου), οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκωσίας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, κροκάλες και ψαμμιτικές μάργες), οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι), οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κρητίδων, μαργών και ψαμμιτών), οι γύψοι του σχηματισμού Καλαβασού και οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν εδάφη τέρρα ρόζα, ασβεστούχα, ξερορεντζίνες και καφκάλλες.

 

Η Πύλα δέχεται μια χαμηλή μέση ετήσια βροχόπτωση που κυμαίνεται περί τα 320 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή της καλλιεργούνται κυρίως οι ξηρικές καλλιέργειες των σιτηρών (κυρίως κριθάρι) και των νομευτικών φυτών. Σε πολύ μικρές εκτάσεις γης καλλιεργούνται επίσης τα εσπεριδοειδή, οι ελιές, οι χαρουπιές και τα λαχανικά.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, η Πύλα συνδέεται στα βορειοανατολικά με το κατεχόμενο τουρκοκυπριακό χωριό Πέργαμος (περί τα 4 χμ.) και στα νοτιοδυτικά με τον δρόμο Λάρνακας-Δεκέλειας (περί τα 5 χμ.).

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 378 
1891 450 
1901 485 
1911 556 
1921 604 
1931 698 
1946 866 (598 Ελληνοκύπριοι και 268 Τουρκοκύπριοι)
1960 961 (618 Ελληνοκύπριοι και 343 Τουρκοκύπριοι)
1973 1.074 (586 Ελληνοκύπριοι και 488 Τουρκοκύπριοι)
1976 679 
1982 812 
1992 772 
2001 1.379 

 

Στις απογραφές πληθυσμού των ετών 1976 και 1982 περιελήφθησαν μόνο οι Ελληνοκύπριοι κάτοικοι της Πύλας, δεδομένου ότι καταμέτρηση των Τουρκοκυπρίων κατοίκων της δεν ήταν δυνατή λόγω της ανώμαλης κατάστασης που δημιουργήθηκε μετά την τουρκική εισβολή του 1974.

 

Το χωριό υφίστατο κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια. Σε παλαιούς χάρτες βρίσκεται σημειωμένο με την ίδια ονομασία: Pila ή και Pilla. Η ονομασία του χωριού είναι ελληνική και, προφανώς, αρχαιότερη της περιόδου της Φραγκοκρατίας, πράγμα που μας οδηγεί στην υπόθεση ότι ο οικισμός υφίστατο από τα Βυζαντινά χρόνια. Η ονομασία του προέρχεται από τη λέξη πύλη (=είσοδος), μάλλον εξ αιτίας της φυσικής «εισόδου» σε διάσελο της λοφοσειράς που υπάρχει εκεί. Η φυσική αυτή «είσοδος» ανοίγει, όπως παραδέχεται κι ο Σίμος Μενάρδος (Τοπωνυμικόν τῆς Κύπρου) τήν λοφοσειράν τήν χωρίζουσαν τήν παραλίαν τοῦ Κιτίου ἀπό τῆς ἐντός πεδιάδος τῆς Μεσαριᾶς...

 

Η ονομασία αυτή είναι επίσης πιθανό να μη σχετίζεται άμεσα προς την τοπογραφία της περιοχής αλλά να διασώζει την ονομασία αρχαίου οικισμού που να συνδέεται με τον αποικισμό της Κύπρου από τους Αχαιούς/Έλληνες. Η ύπαρξη αρχαίου οικισμού στην περιοχή έχει αποδειχθεί από την αρχαιολογική έρευνα, ενώ η ονομασία είναι συγγενική προς αρχαία ελληνικά τοπωνύμια (λ.χ. η αρχαία πόλη Πύλος). Αλλά και στον πληθυντικό (Πύλαι) υφίσταντο αρχαία ελληνικά τοπωνύμια. Αρχαίες ελληνικές είναι κι αρκετές άλλες ονομασίες γύρω από την Πύλα, όπως λ.χ. Πέργαμος, Ξυλοτύμπου (το β΄ συνθετικό από τη λέξη τύμβος), Δεκέλεια.

 

Ο ιστορικός του 16ου αιώνα Φλώριος Βουστρώνιος παραδίδει την ονομασία του χωριού στον πληθυντικό, Πύλες (Piles). Ο Φλώριος σημειώνει ότι κατά την αναδιανομή των φέουδων που έγινε από τον βασιλιά της Κύπρου Ιάκωβον Β΄ μετά την άνοδό του στο θρόνο το 1460, οι Πύλες είχαν τότε παραχωρηθεί στον ευγενή Σανσόν ντε Νόρες.

 

Μάλιστα η αρχική ονομασία του χωριού ήταν, πιθανότατα, Πύλαι (αι), αφού σε μεσαιωνικές πηγές το χωριό ανευρίσκεται με την ονομασία Les Piles, παράλληλα προς τον ενικό Pila που απαντάται σε χάρτες της Κύπρου αλλά και σε μεσαιωνικά κείμενα όπως οι Ασσίζες. Με την ονομασία Pila αναφέρει το χωριό ο ντε Μας Λατρί, που γράφει ότι αυτό είχε διατελέσει ιδιωτικό φέουδο αλλ’ αργότερα επανενώθηκε με τα υπόλοιπα βασιλικά κτήματα. Ως ιδιωτικό φέουδο αναφέρεται ότι η Πύλα ανήκε κατά τον 14ο αιώνα στον ευγενή Jean de Brie, πρίγκιπα της Γαλιλαίας, όμως αργότερα περιήλθε στην κατοχή της γνωστής μεσαιωνικής οικογένειας de Giblet.

 

Η περιοχή του χωριού ήταν κατοικημένη κατά την Αρχαιότητα, υφίστανται δε εκεί σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι (βλέπε σχετικό λήμμα).

 

Κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια η φυσική «είσοδος» της λοφοσειράς που «άνοιγε» προς την πεδιάδα της Μεσαορίας και που πιθανώς έδωσε την ονομασία του χωριού, φυσικά θα έπρεπε να εφρουρείτο κατάλληλα, δεδομένου μάλιστα ότι η κοντινή θάλασσα (κόλπος της Λάρνακας) έχει ομαλή κι αμμώδη παραλία που δεν προσφερόταν για ικανοποιητική άμυνα έναντι τυχόν εισβολέων. Οι δυο πύργοι-παρατηρητήρια στα δυο άκρα του κόλπου της Λάρνακας (οι μικροί πύργοι του Κιτίου και της Ξυλοφάγου), ήλεγχαν την θαλάσσια περιοχή ολόγυρα και προειδοποιούσαν έγκαιρα για την προσέγγιση εχθρικών καραβιών. Τα δυο αυτά παρατηρητήρια θα πρέπει να σχετίζονταν και με μεσαιωνικό πύργο που υφίστατο στην Πύλα. Ερείπια του πύργου αυτού υπάρχουν σήμερα στο χωριό, κι ορθώνονται κοντά στην εκκλησία του Αρχαγγέλου, σε ύψος περίπου τριόροφου κτιρίου. Ο πύργος της Πύλας είχε κρεμαστή γέφυρα ή ξύλινη σκάλα κατά τον G. Jeffery, που οδηγούσε στο πρώτο πάτωμα περί τα 4,5 μέτρα από το έδαφος. Τον πύργο της Πύλας αναφέρει κι ο Cornelius van Bruyn, που επεσκέφθη την Κύπρο το 1683. Ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς (Χρονικόν, παρ. 656) αναφέρει άφιξη στόλου των Σαρακηνών στην περιοχή της Πύλας το 1425: ...oἱ Σαρακηνοί [= Μαμελούκοι] ἔρχουνταν παραγιάλιν παραγιάλιν, καί ὁ πρίντζης [=πρίγκιπας, αδελφός του βασιλιά Ιανού] ἀκλούθαν τους τῆς γῆς, καί ἔρχουνταν πρός τήν Ἁλικήν [=Λάρνακα], καί ἦλθαν ὀμπρός εἰς τήν Πύλαν...

 

Ωστόσο οι Μαμελούκοι δεν χτύπησαν την Πύλα αλλά άλλους, ευκολότερους (πεδινούς) οικισμούς: Κελλιά, Αραδίππου, Αγρίνου, Λάρνακα, Κίτι, Δρομολαξιά.

 

Ως βασιλική ιδιοκτησία, κατά το τέλος της Φραγκοκρατίας, η Πύλα έγινε μάλλον κρατική ιδιοκτησία κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, οπότε και θα πρέπει να κατασχέθηκε από τους Τούρκους μετά την κατάκτηση της Κύπρου το 1570-71.   Τούτο σήμαινε την εγκατάσταση Τούρκων στο χωριό, που έγινε τότε μεικτό. Οι Τούρκοι δεν κατόρθωσαν να εκτοπίσουν τους Έλληνες κατοίκους του χωριού μετά την εγκατάστασή τους, όπως συνέβη με άλλα χωριά της Κύπρου. Έτσι η Πύλα παρέμεινε μεικτό χωριό έως σήμερα. Είναι μάλιστα το μοναδικό χωριό της Κύπρου που παρέμεινε μεικτό, με Τούρκους και Έλληνες κατοίκους, μετά την τουρκική εισβολή του 1974. Η «γραμμή Αττίλα» δεν φθάνει μέχρι το χωριό που είναι ωστόσο διαιρεμένο σε ελληνικό και σε τουρκικό τμήμα. Οι Τουρκοκύπριοι του χωριού επικοινωνούν με την κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου μέσω του εδάφους της αγγλικής στρατιωτικής βάσης της Δεκέλειας και του χωριού Πέργαμος. Από το 1974 και εξής η Πύλα παρέμεινε η μοναδική «πύλη» επικοινωνίας κι επαφής μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

 

Η κύρια εκκλησία του χωριού είναι αφιερωμένη στον αρχάγγελο Μιχαήλ. Περί το 1,5 χμ. από το χωριό υπάρχει άλλη εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία. Ο G. Jeffery (1918) θεωρεί ότι ήταν μάλλον ο ναός παλαιού κι εγκαταλειμμένου μοναστηριού. Άλλο ερειπωμένο εξωκκλήσι είναι αφιερωμένο στον άγιο Γεώργιο. Το μοναστήρι της Παναγίας (Θεοτόκου) για το οποίο κάνει λόγο ο G. Jeffery, υφίστατο πράγματι στην Πύλα. Βρισκόταν σε λειτουργία τουλάχιστον μέχρι τον 18ο αιώνα, όπως μαρτυρείται από διάφορες πηγές. Σε σωζόμενη επιστολή του αρχιεπισκόπου Κύπρου Φιλοθέου, του 1735, γίνεται σύσταση όπως αποφεύγονται τα έκτροπα στο μοναστήρι της Θεοτόκου στην Πύλα (Κῶδιξ Α΄ Αρχιεπισκοπής, σσ. 29-30). Το μοναστήρι ήταν μικρό, η δε ιστορία του άγνωστη.

 

Κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας στην περιοχή της Πύλας κατείχε μεγάλη έκταση γης και έπαυλη ο sir Hamilton Lang, διευθυντής της Οθωμανικής Τράπεζας στη Λάρνακα. Ο sir Hamilton ήταν κι ο ιδρυτής του πρώτου σχολείου στην Πύλα˙ διέθεσε προς τούτο ένα δωμάτιο δωρεάν, που χρησίμευε ως αίθουσα διδασκαλίας. Δάσκαλος ήταν ο Έλληνας γραμματέας του sir Hamilton, κάποιος Ηρακλής, που πληρωνόταν ειδικά από τον κύριό του για τα καθήκοντα του δασκάλου — δίδασκε τα «κοινά γράμματα» της εποχής. Τον Ηρακλή αντικατέστησε αργότερα ο νέος γραμματέας του sir Hamilton, κάποιος Παπασωφρόνιος. Αυτός δίδαξε μέχρι την αγγλική κατοχή (1878) και ίσως κι αργότερα. Το 1891 ιδρύθηκε από την κοινότητα αλληλοδιδακτικό σχολείο στον περίβολο της εκκλησίας, με πρώτο δάσκαλο της «νέας μεθόδου» τον Αναστάσιον Γ. Ευστρατίου του οποίου ο μισθός ήταν 15 λίρες τον χρόνο.

 

Από τις αρχές του 20ού αιώνα ιδρύθηκε στην Πύλα αστυνομικός σταθμός. Κατά τη διάρκεια του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα (1955-1959) οι Άγγλοι ίδρυσαν και λειτούργησαν μεγάλο στρατόπεδο συγκεντρώσεως (το γνωστό Κρατητήριο της Πύλας), περί το 1 χμ. στα βορειοανατολικά του χωριού. Στο στρατόπεδο αυτό είχαν κλειστεί χιλιάδες Ελληνοκύπριοι, τόσο αγωνιστές της ΕΟΚΑ όσο κι άλλοι που εκρίνοντο ως ύποπτοι. Το στρατόπεδο αυτό, που βρίσκεται στο έδαφος της αγγλικής βάσης Δεκέλειας, χρησιμοποιείται σήμερα από τους Βρετανούς για στέγαση βοηθητικών υπηρεσιών κι εργαστηρίων της βάσης.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image