Αγρινό

Image

Επιστημονική ονομασία: Ovis Ammon Orientalis Cyprius. Είδος αγριοπρόβατου που υπάρχει μόνο στην Κύπρο. Αγαπά τα δάση και απαντάται σε μικρές αγέλες στο δάσος Πάφου. Είναι προστατευόμενο σήμερα είδος και το κυνήγι του απαγορεύεται. Ζει σε απόκρημνες περιοχές του δάσους, όπου σαν βλάστηση κυριαρχεί ένα είδος χαμηλής δρυός, η λατζιά*, που κι αυτή υπάρχει μόνο στην Κύπρο.

 

Το ώριμο αρσενικό αγρινό είναι δυνατό, καλοφτιαγμένο και όμορφο ζώο, με μεγάλα γυριστά κέρατα. Το τρίχωμά του το χειμώνα είναι πυκνό κι έχει χρώμα καφέ ανοιχτό με ανοιχτόγκριζο στην πλάτη και μακρύ μαύρο στο κάτω μέρος του λαιμού. Το καλοκαίρι το τρίχωμά του είναι κοντό και λείο, με χρώμα όμορφο καφέ και λευκό στο κάτω μέρος του σώματος. Το μήκος των κεράτων του κυμαίνεται μεταξύ 45 και 85 εκ. σε πλήρη ανάπτυξη. Το θηλυκό δεν έχει κέρατα.

 

Το φθινόπωρο, μετά το ζευγάρωμα, τα ζώα σχηματίζουν μεικτές αγέλες από 10 μέχρι 20 και ζουν μαζί όλη τη διάρκεια του χειμώνα. Την άνοιξη, όταν πλησιάζει ο τοκετός, τα ζώα χωρίζονται σε μικρότερες ομάδες. Τα μικρά τους γεννιούνται τον Απρίλιο. Κάθε θηλυκό γεννά συνήθως ένα μικρό και σπανιότερα δυο.

 

Στα παλιά χρόνια υπήρχαν στην Κύπρο μεγάλοι αριθμοί αγρινών, τα οποία ζούσαν σε όλες τις λοφώδεις και ορεινές περιοχές του νησιού. Ανασκαφέντα μωσαϊκά αποδεικνύουν ότι τα ζώα αυτά ήταν γνωστά στην Κύπρο τουλάχιστον από την Ελληνορωμαϊκή εποχή. Κατά το Μεσαίωνα το αγρινό αναφερόταν συχνά σε κείμενα ξένων επισκεπτών σαν «κριός» ή «αγριοπρόβατο», σε πολλές δε περιπτώσεις περιλαμβανόταν στις περιγραφές κυνηγετικών εξορμήσεων της αριστοκρατίας της τότε εποχής.

 

Το 1878, όταν οι Άγγλοι κατέλαβαν την Κύπρο, ο αριθμός των αγρινών ήταν μειωμένος, τα δε ζώα είχαν περιοριστεί μόνο στην οροσειρά του Τροόδους και κυρίως στο δάσος Πάφου. Ωστόσο το κυνήγι τους συνεχιζόταν και, με την εισαγωγή σύγχρονων κυνηγετικών όπλων, το είδος κινδύνευε να εξολοθρευτεί. Το 1937, υπολογιζόταν ότι είχαν απομείνει μόνο 15 ζώα. Το 1938 ο νόμος περί κυνηγίου τροποποιήθηκε για να παρέχει περισσότερη προστασία στα αγρινά και τον επόμενο χρόνο το δάσος Πάφου κηρύχτηκε μόνιμη προστατευτική περιοχή για τα ζώα αυτά. Άλλο μέτρο προστασίας των αγρινών που πάρθηκε τότε, ήταν η απομάκρυνση των αιγών και των βοσκών από την περιοχή. Έτσι ο αριθμός των αγρινών άρχισε και πάλι ν' αυξάνεται.

 

Το 1967 η κυβέρνηση της Κύπρου υπέγραψε το έντυπο «αποδοχής υψίστης ευθύνης για σπάνια είδη σε άγρια κατάσταση» (στην περίπτωση της Κύπρου το αγρινό) της Διεθνούς Ένωσης για τη διατήρηση της Φύσης και των Φυσικών Πόρων. Το 1970, ύστερα από αίτηση της Κύπρου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Διατήρησης της Φύσης και των Φυσικών Πόρων του Συμβουλίου της Ευρώπης, έστειλε στο νησί έναν ειδικό, τον Ολλανδό Van Haaffen, για διεξαγωγή επιστημονικής έρευνας για το αγρινό και υποβολή εισηγήσεων.

 

Με τα μέτρα που πήρε το κράτος και ιδιαίτερα με την αυστηρή απαγόρευση του κυνηγιού του και με την πάταξη της λαθροθηρίας του, το αγρινό αυξάνεται και πάλι με ρυθμό ικανοποιητικό.

Φώτο Γκάλερι

Image