Παλλούρα-Παλλούρες

Πολύ συνηθισμένο στην Κύπρο τοπωνύμιο, που απαντάται σε πολλές περιοχές του νησιού. Το τοπωνύμιο προήλθε προφανώς από το όνομα αυτοφυούς στην Κύπρο, και πολύ κοινού ακανθώδους θάμνου, που ονομάζεται ακριβώς παλλούρα στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα (Παλίουρος ο ακανθώδης [Paliurus australis] της οικογένειας των Ραμνωδών).

 

Παλαιότερα υπήρχαν δύο τουλάχιστον χωριά στην Κύπρο που ονομάζονταν Παλλούρα (δες ομώνυμο λήμμα), ενώ ως επίθετο της Παναγίας της Παλλουριώτισσας (ή και Παλλουρκώτισσας) έδωσε το όνομα σε μοναστήρι που υφίστατο κοντά στη Λευκωσία από τα Μεσαιωνικά Χρόνια, αργότερα δε απετέλεσε και το όνομα οικισμού — σήμερα προαστίου της Λευκωσίας.

 

Πέραν των 200 τοπωνυμίων απαντώνται έως σήμερα σε ολόκληρη την Κύπρο, με τα ονόματα Παλλούρα, Παλλούρες στον πληθυντικό, Παλλουρόκαμπος, Παλλουρερή, Πάλλουρος, Παλλουρούδκια κλπ.

 

Τα τοπωνύμια αυτά υποδηλώνουν τοποθεσίες στις οποίες αυτοφύοντο μεγάλοι αριθμοί από παλλούρες.