Σαϊττάς

Image

Μεικτός οικισμός της επαρχίας Λεμεσού, περί τα 33 χμ. βορειοδυτικά της πόλης της Λεμεσού. Διοικητικά περιλαμβάνεται στην έκταση του χωριού Μονιάτης που βρίσκεται περί τα 3,5 χμ. δυτικά του. Ο Σαϊττάς είναι κτισμένος κοντά στη δυτική όχθη του Αμίαντου, παραπόταμου του Κούρη, σε μέσο υψόμετρο 660 μέτρων. Από γεωλογικής απόψεως, είναι τοποθετημένος πάνω στους διαβάσες του Οφιολιθικού Συμπλέγματος του Τροόδους, πάνω στους οποίους αναπτύχθηκαν πυριτιούχα εδάφη.

 

Ο Σαϊττάς δέχεται μια ψηλή μέση ετήσια βροχόπτωση που φθάνει τα 737 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή του καλλιεργούνται διάφορα είδη φρουτοδέντρων. Εδώ βρίσκεται και κυβερνητικό φυτώριο για έρευνα και διάδοση διαφόρων δέντρων. Εξάλλου ο Σαϊττάς γειτνιάζει με τα κρατικά δάση του Τροόδους και της Μονής.

 

Το 1921 οι κάτοικοι του οικισμού ήταν 11 (όλοι Ελληνοκύπριοι) που αυξήθηκαν στους 43 το 1931 (39 Ελληνοκύπριοι και 4 Τουρκοκύπριοι). Στις απογραφές πληθυσμού των ετών 1946, 1960 και 1973 οι κάτοικοι του Σαϊττά περιελήφθησαν στον πληθυσμό του χωριού Μονιάτης. Το 1976 οι κάτοικοί του ήταν 51 ενώ στις επόμενες απογραφές πληθυσμού περιελήφθησαν και πάλι στον πληθυσμό του Μονιάτη.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, ο Σαϊττάς συνδέεται στα βορειοανατολικά με το χωριό Κάτω Αμίαντος (περί τα 8 χμ.), στα νότια με το χωριό Τριμίκλινη (περί τα 3 χμ), και στα δυτικά με το χωριό Μονιάτης (περί τα 3,5 χμ.).

 

Το όμορφο βουνίσιο καταπράσινο τοπίο του Σαϊττά έχει προσελκύσει αρκετούς Κυπρίους και ξένους, οι οποίοι αγόρασαν γη στην περιοχή και έκτισαν εξοχικές κατοικίες. Στον Σαϊττά βρίσκονται επίσης δασικός σταθμός και αγροτικός κτηνιατρικός σταθμός.

 

Ο οικισμός υφίστατο από τα Μεσαιωνικά χρόνια. Δεν αναφέρεται σε μεσαιωνικά κείμενα, αλλά ευρίσκεται σημειωμένος σε παλαιούς χάρτες ως Saita αλλά και Saica.

 

Κατά τον Νέαρχο Κληρίδη η ονομασία του οικισμού προέρχεται από ένα φίδι που είναι αρκετά κοινό στην Κύπρο κι ονομάζεται σαϊττάρης (Molpolon monspessulanus, γνωστό στην Κύπρο και με την ονομασία όσ’ εντρα*). Ωστόσο είναι το ίδιο πιθανό η ονομασία να προήλθε από το επίθετο κάποιου πρώτου οικιστή. Υπάρχει, ακόμη, η πιθανότητα να προήλθε η ονομασία του χωριού από επώνυμο της Παναγίας (εάν δεν συνέβη το αντίθετο). Αναφέρεται, πάντως, ότι η περιοχή του Σαϊττά ήταν ένα από τα μετόχια του κοντινού μοναστηριού του Μέσα* Ποταμού, που είναι αφιερωμένο στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (βρίσκεται περί τα 5 χμ. βόρεια του Σαϊττά). Το μετόχι είχε κι εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία Σαϊττιώτισσα.

 

Την ονομασία Σαϊτάς φέρει βουνό της Πελοποννήσου. Αναφέρουμε ακόμη ότι κατά την Αρχαιότητα η θεά Αθηνά λατρευόταν στην Αργολίδα (Πελοπόννησος) και με το επίθετο Σαΐτις (που ίσως προήλθε από την αιγυπτιακή πόλη Σαΐδα όπου επίσης λατρευόταν η Αθηνά κι είχε μεγαλόπρεπο ναό). Υπάρχει, συνεπώς, και κάποια πιθανότητα ο κυπριακός Σαϊττάς να προήλθε από αρχαίο τοπωνύμιο που ίσως σχετιζόταν με τη λατρεία της θεάς Αθηνάς. Δεν υπάρχουν ενδείξεις που να ενισχύουν την υπόθεση αυτή.  Όμως οι στενές σχέσεις της Κύπρου με την Αργολίδα, αλλά και με την Αίγυπτο, κατά την Αρχαιότητα, δεν την αποκλείουν.

 

Ο οικισμός δεν φαίνεται να ήταν απλώς λίγα υποστατικά στα οποία διέμεναν οι εργαζόμενοι στο ευρισκόμενο στην περιοχή μοναστήρι ή μετόχι της Παναγίας της Σαϊττιώτισσας. Τούτο φαίνεται ότι συνέβαινε σε κάποια περίοδο της ιστορίας του οικισμού, αλλά δεν φαίνεται να αποτελούσε την αρχή της ίδρυσής του. Διότι, εφ' όσον ο οικισμός ευρίσκεται σημειωμένος ως τέτοιος σε χάρτες της Κύπρου ήδη από την περίοδο της Βενετοκρατίας, αυτός αποτελούσε τότε φέουδο μάλλον.

 

Για το μοναστήρι ή μετόχι του κοντινού μοναστηριού του Μέσα Ποταμού της Παναγίας της Σαϊττιώτισσας, που λέγεται ότι υφίστατο στην περιοχή του Σαϊττά, δεν υπάρχουν πληροφορίες. Ο Ν.Γ. Κυριαζής (Τα Χωριά της Κύπρου, 1952, σ. 164) μαρτυρεί ότι έως και τα μέσα του 20ού αιώνα, δίπλα από το φυτώριο του Σαϊττά, «υπήρχε σωρός λίθων με αγίασμα» εκεί όπου υφίστατο άλλοτε ο ναός της Παναγίας της Σαϊττιώτισσας. Πέραν τούτου, όμως, δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε ιστορικές μαρτυρίες για τέτοιο μοναστήρι (εάν υπήρξε αρχικά μοναστήρι) ή μετόχι μοναστηριού ή απλώς για εκκλησία του μεσαιωνικού οικισμού. Ωστόσο πράγματι η ερειπωμένη εκκλησία ήταν κάποτε ναός του μετοχίου του Μέσα Ποταμού, που ίσως πριν καταλήξει σε μετόχι να υπήρξε μικρό μοναστήρι. Ή, πάλι, ίσως να ήταν εκκλησία του οικισμού που, σε κατοπινό στάδιο, κατέληξε να ανήκει στο μοναστήρι του Μέσα Ποταμού, δοθέντος ότι ο μεσαιωνικός οικισμός διαλύθηκε κατά την περίοδο της Οθωμανικής επί της Κύπρου κυριαρχίας.Μετά τη διάλυση του οικισμού θα πρέπει να δημιουργήθηκε εκεί το μετόχι του Μέσα Ποταμού.

 

Κατά την εποχή του Μεσοπολέμου (μεταξύ Πρώτου και Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου) αλλά και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έως και τη δεκαετία του 1950, ο Σαϊττάς δημιουργήθηκε ξανά, ως ορεινό θέρετρο και ως σταθμός για τους ταξιδεύοντες στο Τρόοδος. Μάλιστα σε κέντρα που λειτουργούσαν στον Σαϊττά, κατέφευγαν κάτοικοι της Λευκωσίας και της Λεμεσού κυρίως, για χαρτοπαίγνιο αλλά και για εξοχή κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

 

Κατά τα τελευταία χρόνια έγινε «εκμετάλλευση» του ωραίου και δροσερού τοπίου του Σαϊττά, με την οικοδόμηση εκεί πολλών συγχρόνων εξοχικών κατοικιών. Ωστόσο, το δάσος του Σαϊττά και πολλές από αυτές τις εξοχικές κατοικίες κατακάηκαν σε μεγάλο βαθμό από τεράστια πυρκαγιά το καλοκαίρι του 2007.