Σιατερώ Όδων ντε Eudes de Châteauroux

Ανώτερος Λατίνος κληρικός του 13ου αιώνα που σχετίστηκε και με θρησκευτικά ζητήματα της Κύπρου.  Ήταν καρδινάλιος, διετέλεσε επίσκοπος Τούσκλου (Tusculum) και υπηρέτησε επίσης ως παπικός ληγάτος στην Ανατολή.

 

Στην Ανατολή ήλθε συνοδεύοντας το στράτευμα του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Θ'*, του επονομαζομένου «Αγίου», που έφθασε στην Κύπρο το 1248 στο πλαίσιο της Ζ' Σταυροφορίας (που απέτυχε παταγωδώς στην Αίγυπτο).

 

Όταν ο καρδινάλιος  Όδων ντε Σιατερώ έφθασε στην Κύπρο το 1248, προσπάθησε να διαδραματίσει ρόλο ειρηνευτικό και συμφιλιωτικό μεταξύ των δυο Εκκλησιών (Ορθόδοξης και Λατινικής). Μάλιστα είχε φθάσει στο νησί λίγο μόνο μετά την κορύφωση της κρίσης στις σχέσεις της Λατινικής με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου εξαιτίας των σκληρών καταπιέσεων της δεύτερης από την πρώτη۠ το μαρτύριο κι ο φρικτός θάνατος των δεκατριών Ορθοδόξων μοναχών της Καντάρας*, που συντάραξε την Ορθοδοξία κι είχε αντίκτυπο και στη Δύση, είχε συμβεί στην Κύπρο λίγα χρόνια πιο πριν, το 1231. Στο μεταξύ, από το 1222 είχαν αρχίσει να μειώνονται οι Ορθόδοξες επισκοπικές έδρες της Κύπρου που σταδιακά από 14 περιορίστηκαν σε 4 διά της καταργήσεως 10 εξ αυτών, με απόφαση των Λατίνων.

 

Το ειρηνευτικό έργο του καρδιναλίου ντε Σιατερώ φαίνεται ότι εκτιμήθηκε από τους Ορθόδοξους ιεράρχες της Κύπρου οι οποίοι και τον επισκέφθηκαν με φιλικές διαθέσεις και, σύμφωνα προς σχετική μαρτυρία, δήλωσαν υποταγή (πρβλ. Χάκκετ-Παπαϊωάννου, Ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, Α', 1923, σσ. 140 κ.ε., όπου αναφορά και στις πηγές). Ωστόσο ταυτόχρονα οι Ορθόδοξοι ιεράρχες της Κύπρου υπέβαλαν προς τον καρδινάλιο ντε Σιατερώ και σωρεία αιτημάτων τους, που ουσιαστικά ισούντο προς κατάργηση όλων των αποφάσεων της συνόδου του 1222 που στρέφονταν κατά των Ορθοδόξων. Μεταξύ άλλων ζητούσαν την επανίδρυση των καταργημένων 10 επισκοπικών εδρών, την ανεξαρτησία από τους Λατίνους, την επανάκτηση διαφόρων δικαιωμάτων των Ορθοδόξων επισκόπων και των εισοδημάτων τους κλπ.

 

Τα αιτήματα αυτά, που είχαν τεθεί και στον ίδιο τον πάπα Ιννοκέντιο ο οποίος κι εξουσιοδότησε τον ντε Σιατερώ να τα χειρισθεί στο πλαίσιο, πάντοτε, της πολιτικής για υπακοή και υποταγή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Λατινική, δεν έγιναν αποδεκτά. Ωστόσο ο παπικός ληγάτος προσπάθησε να ικανοποιήσει ως κάποιο βαθμό τους Ορθοδόξους της Κύπρου. Μεταξύ άλλων, επέτρεψε την εκλογή Ορθοδόξου αρχιεπισκόπου Κύπρου (ο θρόνος χήρευε τότε) κι εξελέγη (το 1251) ο Γερμανός* Πησίμανδρος. Επίσης εξέδωσε, το 1248, διάταξη με την οποία όριζε όπως οι Λατίνοι τιμούν και αριθμό Κυπρίων αγίων (βλέπε πιο κάτω).

 

Τη συμφιλιωτική πολιτική του Όδωνος ντε Σιατερώ υπέσκαψε όμως κι εξουδετέρωσε, σε μεγάλο βαθμό, η όλη υπερφίαλος διαγωγή του τότε Λατίνου αρχιεπισκόπου Λευκωσίας Ούγου* Φαγιάνου που είχε έλθει κι αυτός στην Κύπρο το 1248, ακολουθώντας το στράτευμα του «Αγίου» Λουδοβίκου, και παρέμεινε στο νησί όπου σύντομα (1251) αναρριχήθηκε στον Λατινικό αρχιεπισκοπικό θρόνο κι αμέσως ήλθε σε οξεία σύγκρουση προς τον Γερμανό Πησίμανδρο۠  η έριδα κατέληξε στην έκδοση της περιβόητης Κυπριακής Διατάξεως (Βούλλα* Σύπρια) από τον πάπα Αλέξανδρο Δ'* το 1260, η οποία, πάντως, και πάλι δεν έλυσε οριστικά το όλο ζήτημα.

 

Ο Όδων ντε Σιατερώ, στο πλαίσιο της συμφιλιωτικής προσπάθειάς του, είχε μάλιστα τελέσει ο ίδιος τη χειροτονία του Ορθόδοξου αρχιεπισκόπου Γερμανού Πησίμανδρου, αφού, ενέκρινε και την εκλογή του λίγο πιο πριν, κι αφού εξασφάλισε και επικύρωση της εκλογής αυτής από τον πάπα Ιννοκέντιο Δ'.

 

Ακόμη, ο  Όδων ντε Σιατερώ επελήφθη διαφόρων δογματικών ζητημάτων που συνέβαλλαν στη διατήρηση της κρίσεως μεταξύ των δυο Εκκλησιών, όπως διαφορές σχετικές με το βάπτισμα, το χρίσμα, την ευχαριστία και εκκλησιαστικές τελετές. Μεσολάβησε για τη ρύθμιση τέτοιων ζητημάτων και τελικά τα παρέπεμψε στον πάπα ο οποίος κι εξέδωσε σχετικούς κανονισμούς (βλέπε Χάκκετ  Παπαϊωάννου, ό.π.π., σσ. 144-152, όπου και ανάλυση των 22 συνολικά άρθρων της απόφασης του Ιννοκεντίου Δ' που πέθανε λίγο μετά την έκδοσή της στις 7.12.1254). Ο διάδοχος του Ιννοκεντίου, πάπας Αλέξανδρος Δ', ανέθεσε επίσης στον καρδινάλιο ντε Σιατερώ να μεσολαβήσει στη διένεξη Γερμανού Πησίμανδρου και Ούγου Φαγιάνου. Η μεσολαβητική του αυτή προσπάθεια έγινε όμως στη Ρώμη, όπου είχαν καταφύγει οι αντιπρόσωποι των δυο Εκκλησιών της Κύπρου (μάλιστα προσωπικά ο αρχιεπίσκοπος Γερμανός είχε μεταβεί στην Αγία   Έδρα, όπου έθεσε τον εαυτό του και την Εκκλησία του υπό την προστασία του πάπα). Αποτέλεσμα ήταν, όπως ήδη ανεφέρθη, η έκδοση της Βούλλα Σύπρια το 1260. Η διάταξη αυτή φέρει την υπογραφή του πάπα Αλέξανδρου και τις υπογραφές 8 καρδιναλίων του, με πρώτη εκείνη του  Όδωνος ντε Σιατερώ, που υπογράφει ως Odo Tusculanus episcopus.

 

Όταν βρισκόταν στην Κύπρο ο Όδων ντε Σιατερώ είχε εκδώσει μια δική του διάταξη, το 1248, προς τους Λατίνους του μεσαιωνικού βασιλείου της Κύπρου, με την οποία διέτασσε όπως ο λατινικός κλήρος τιμά ειδικά και μερικούς τοπικούς αγίους της Κύπρου. Ο ντε Σιατερώ είχε επιλέξει συνολικά 11 Κυπρίους αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τη λατρεία των οποίων επέβαλε και στους Λατίνους του νησιού. Οι άγιοι αυτοί ήταν: Βαρνάβας, Επιφάνιος, Ιλαρίων, Νικάνωρ, Τυχικός, Ιάσων, Σπυρίδων, Άμμων, Αλέξανδρος, Ποτάμιος και Νεμέσιος.