Σινεσκάρδου γεφύρι

Image

Ένα από τα γεφύρια της μεσαιωνικής Λευκωσίας, επί του Πεδιαίου ποταμού που τότε περνούσε από το κέντρο της πόλης την οποία και διέσχιζε με κατεύθυνση περίπου δυτική - ανατολική.

 

Ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς, που το αναφέρει, γράφει ότι το γεφύρι αυτό είχε φραχτεί από ξύλα κι άλλα αντικείμενα, όταν ο ποταμός κατήλθε ορμητικός στις 10 Νοεμβρίου του 1330. Αποτέλεσμα ήταν να πλημμυρίσει η πόλη και να πνιγούν πολλές χιλιάδες κατοίκων της. Άλλες πηγές δίνουν και αριθμούς νεκρών, από 3.000 μέχρι 11.000.

Η περιγραφή του Λεόντιου Μαχαιρά: «Εις τους ατλ’ Χριστού εκατέβην ο ποταμός της Χώρας τόσον μέγας και εξερίζωσεν πολλά δεντρά και εκατέβασεν τα και εφέραν τα εις την Χώραν, και εστούππωσεν το γιοφύριν του Σινεσκάρδου και ο ποταμός επήγεν τριγύρου της Χώρας και εχάλασεν πολλά σπίτια και έπνιξεν πολλύν λαόν».

 

Το γεφύρι του Σινεσκάρδου από όπου ξεκίνησε η φονική πλημμύρα, βρισκόταν δίπλα από την οικία του στρατιωτικού ακόλουθου, από τον οποίο πήρε και το όνομά του. Εκείνη την ημέρα, ο Αρχιεπίσκοπος Λευκωσίας, Ιωάννης ντελ Κοντέ, διέταξε να ανοίξει το αρχιεπισκοπικό μέγαρο στο κέντρο της πόλης για να στεγάσει τους εκατοντάδες πλημμυροπαθείς. Από εκείνο τον Νοέμβριο και για περίπου έναν αιώνα, κάθε 10 του μηνός οι κάτοικοι της Λευκωσίας πορεύονταν σε μία λιτανεία όπου μνημόνευαν την καταστροφή, γύρω από τα τείχη της πόλης.