Σπάακ Πωλ Ανρύ

Image

Βέλγος πολιτικός. Γεννήθηκε το 1899. Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής το 1932. Διετέλεσε υπουργός Μεταφορών και Ταχυδρομείων (1935), Εξωτερικών (1936), πρωθυπουργός της χώρας του (1938-1939), ξανά υπουργός και πάλι πρωθυπουργός (1946-1949) και υπουργός Εξωτερικών (1946-1949 και 1954). Πρόεδρος της πρώτης συνόδου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (1946). Το 1961 σχημάτισε, πάλι, κυβέρνηση, αλλά απεσύρθη από την πολιτική σκηνή το 1966. Ως υπουργός των Εξωτερικών ενέταξε το Βέλγιο στη συμμαχία του NATO (το 1954). Ο ίδιος υπηρέτησε ως γενικός γραμματέας του NATO το 1957-1961.

 

Σχέσεις του προς την Κύπρο: Ο Πωλ Ανρύ Σπάακ ανέλαβε ως γενικός γραμματέας του NATO όταν στην Κύπρο οι Ελληνοκύπριοι διεξήγαν ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα κατά των   Άγγλων. To NATO ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την κατάσταση στην Κύπρο, που είχε σοβαρές επιπτώσεις στις σχέσεις των τριών αναμεμειγμένων χωρών (Ελλάδας, Τουρκίας, Αγγλίας) που ήσαν μέλη του. Ως γενικός γραμματέας του NATO ο Σπάακ αναμείχθηκε στο Κυπριακό πρόβλημα με ιδέες συμβιβαστικές έναντι και των τριών χωρών-μελών της Συμμαχίας. Ιδίως μετά την υποβολή, εκ μέρους της Αγγλίας, του διχοτομικού σχεδίου Μακμίλλαν* το οποίο οι Βρετανοί απείλησαν να εφαρμόσουν μονομερώς (και με τη συνεργασία της Τουρκίας βέβαια), η συνοχή της Συμμαχίας απειλήθηκε σοβαρότατα. Οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις ήσαν συνεχείς. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος, υποχωρώντας, έκαμε τη γνωστή δήλωσή του περί ανεξαρτησίας στη βουλευτίνα Μπάρμπαρα Κασλ* (στις 16.9.1958), αποδεχόμενος εγκατάλειψη του αιτήματος για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Τη νέα θέση του Μακαρίου υποστήριξε το Εργατικό κόμμα της Μεγάλης Βρετανίας. Την υποστήριξε, επίσης, το NATO διά του Σπάακ.  Άνοιξε, έτσι, η οδός για νέα διαπραγμάτευση, που οδήγησε στις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου. Προηγήθηκε έντονη δραστηριότητα του Σπάακ, που τελικά έπεισε την αγγλική κυβέρνηση να αποσύρει το σχέδιο Μακμίλλαν και, πολύ περισσότερο, να μη το εφαρμόσει.

 

Σ' αντιστάθμισμα του σχεδίου Μακμίλλαν, ο Σπάακ υπέβαλε προς τα ενδιαφερόμενα μέρη δικό του σχέδιο, στις 4.8.1958, για «προσωρινή ρύθμιση του Κυπριακού», διάρκειας 7 χρόνων, που δεν θα προδίκαζε την τελική λύση. Δηλαδή ο Σπάακ εισηγείτο ένα καθεστώς 7 χρόνων, κατά τη διάρκεια των οποίων θα ανευρίσκετο η τελική λύση. Για τη μεταβατική αυτή περίοδο ο Σπάακ εισηγείτο τη σύσταση ενός υπουργικού συμβουλίου με πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων, και βέβαια αποκλεισμό της ενώσεως αλλά και της διχοτομήσεως. Την κίνηση αυτή του Σπάακ εξουδετέρωσε ο Άγγλος πρωθυπουργός Χάρολντ Μακμίλλαν, που την ίδια ακριβώς περίοδο (Αύγουστος του 1958) προσπάθησε να προωθήσει το δικό του σχέδιο: επεσκέφθη μάλιστα προς τούτο και την Αθήνα (8.8.1958). Στην ελληνική πρωτεύουσα πήγε και ο Σπάακ μαζί με ολόκληρο επιτελείο (23.9.1958), προς αναζήτηση εξόδου από το δραματικό αδιέξοδο. Ο Σπάακ προώθησε το δικό του σχέδιο, που πρότεινε να συζητηθεί σε διάσκεψη υπό την αιγίδα του NATO (που θα συγκαλούσε σύντομα ο ίδιος), κι αφού αποσυρόταν το σχέδιο Μακμίλλαν. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδος Κ. Καραμανλής απεδέχθη τις εισηγήσεις του Σπάακ, προς τον οποίο όμως τόνισε ότι «ήταν προβληματική η παραμονή της Ελλάδας στο NATO».

 

Όταν, λίγο αργότερα, ο Σπάακ ανακοίνωσε κι επίσημα το σχέδιό του για την Κύπρο σε σύνοδο του NATO στο Παρίσι, ο αντιπρόσωπος της Ελλάδας δήλωσε πως η χώρα του το αποδεχόταν «χάριν της συνοχής της Ατλαντικής Συμμαχίας». Ωστόσο ο Σπάακ φαίνεται ότι δέχθηκε κατά τις επόμενες μέρες πολλές πιέσεις (είχε και συνάντηση με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζων Φόστερ Ντάλλες), με αποτέλεσμα να υπαναχωρήσει και να δηλώσει ότι στη διάσκεψη για το Κυπριακό που ετοίμαζε, θα συζητείτο και το σχέδιο Μακμίλλαν. Η υπαναχώρηση αυτή έδωσε την ευκαιρία στην ελληνική κυβέρνηση και στον αρχιεπίσκοπο Μακάριο να υπαναχωρήσουν επίσης έναντι της πρότασης Σπάακ. Ουσιαστικά τα δυο σχέδια (Μακμίλλαν και Σπάακ), τελικά αλληλοσυγκρούστηκαν κι εγκαταλείφθηκαν. Οι νέες παρασκηνιακές ζυμώσεις ξεκίνησαν πάνω σε καινούργια βάση, και κατέληξαν στις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου.