Σουσκιού αρχαιολογικός χώρος

Image

Τα πρώτα δείγματα του παφιακού χαλκολιθικού πολιτισμού προέρχονται από τους τάφους ενός πολύ σημαντικού νεκροταφείου στην τοποθεσία Βαθυρκάκας που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά περίχωρα του εγκαταλειμμένου τουρκοκυπριακού χωριού Σουσκιού και περί τα 2 περίπου χμ. βορειοδυτικά των Κουκλιών.

 

Το νεκροταφείο αυτό, που δεσπόζει σε μικρό υψίπεδο πάνω από την ανατολική απόκρημνη όχθη του ποταμού Διαρίζου, είχε αρχικά επισημανθεί από τυμβωρύχους και συλήθηκε σχεδόν ολότελα. Πέντε όμως από τους τάφους του, που ξέφυγαν από την προσοχή των τυμβωρύχων, ερευνήθηκαν συστηματικά, το 1975, από το Τμήμα Αρχαιοτήτων υπό τη διεύθυνση του Δήμου Χρήστου. Όλοι ανεξαίρετα οι ανασκαφέντες τάφοι είναι φιαλόσχημοι λακκοειδείς, με ελλειψοειδές στόμιο και ακανόνιστο κυκλικό δάπεδο, και λαξευμένοι στο σκληρό, φυσικό ασβεστολιθικό πέτρωμα. Το μέσο βάθος τους είναι 2 περίπου μ. και το πλάτος τους κυμαίνεται μεταξύ 1,50 μ. και 2μ. στο δάπεδο και μεταξύ 0,75 μ. και 0,90μ. στο στόμιο. Με τά τις ταφές, οι τάφοι γεμίστηκαν με χώμα και τα στόμιά τους κλείστηκαν με μεγάλες ασβεστολιθικές πλάκες. Οι τρεις από τους πέντε τάφους βρέθηκαν εντελώς άθικτοι με λιγοστά, αλλά εκλεκτά κτερίσματα, που περιλαμβάνουν εξαιρετικά δείγματα πήλινων αγγείων, μικροσκοπικά σταυρόσχημα ειδώλια από στεατίτη, υπέροχα γυναικεία περιδέραια από παρόμοια ειδώλια συνδυασμένα με μικροσκοπικά θαλασσινά κογχύλια (δεντάλια) και ζωόμορφα στεάτινα περίαπτα, λίθινα κύπελλα και άλλα αντικείμενα. Ανάμεσα στα μικροτεχνικά νεκρικά αφιερώματα μοναδικό στο είδος του και σημαντικότατο είναι ένα στενόμακρο και στρογγυλεμένο χάλκινο κόσμημα με εγχάρακτη γραμμική διακόσμηση, που είναι το δεύτερο, κατά σειράν ανακάλυψης, χάλκινο αντικείμενο στην ιστορία του αρχαίου κυπριακού πολιτισμού, ύστερα από το πρώτο μικρό χάλκινο κοπίδι που βρέθηκε στην Ερήμη το 1934, και που αποτελεί μια επιπρόσθετη τρανή απόδειξη για τη χρήση του χαλκού στις αρχές της 4ης χιλιετίας π.Χ.

 

Από τα πήλινα αγγεία ξεχωρίζουν ένα μικρό άωτο ημισφαιρικό κύπελλο, ένα παράξενο μικρό δοχείο με ακανόνιστο σχήμα κι ένας περίτεχνος λαιμός μεγάλης πρόχους, που φαίνεται ότι κόπηκε εσκεμμένα από το υπόλοιπο αγγείο και εχρησιμοποιείτο σαν χωνί. Όλα τ' αποκαλυφθέντα αγγεία ανήκουν στον τύπο των λευκών ερυθροβαφών, γιατί ολόκληρη η λευκή επιφάνειά τους είναι συμμετρικά στολισμένη με ερυθρωπά κοκκιδωτά και γραμμικά μοτίβα.

 

Οι τάφοι χρησιμοποιήθηκαν για διπλές και τριπλές ταφές ενηλίκων και ανηλίκων, που θάβονταν σε συνεσταλμένη στάση. Τα σκελετικά λείψανα και τα κτερίσματα του τρίτου και πλουσιότερου τάφου ήταν καλυμμένα μ' ένα παχύ στρώμα στάκτης, που πιθανό να αποτελεί τα κατάλοιπα κάποιου είδους θυσίας προς τους νεκρούς.

 

Πάνω στο ίδιο υψίπεδο και σε απόσταση 200 περίπου μ. από την ανατολική πλευρά του νεκροταφείου επισημάνθηκε κι ο αντίστοιχος χαλκολιθικός συνοικισμός που εμπίπτει όμως στην τοποθεσία Λαόνα.

 

Τα κατάλοιπα του οικισμού της Σουσκιού, στην τοποθεσία Λαόνα, σε απότομη πλαγιά χαράδρας ανατολικά του νεκροταφείου, ήλθαν στο φως ύστερα από σειρά ανασκαφών (η πρώτη 1992 και η τελευταία τον Απρίλιο-Μάιο του 2007) από την αποστολή του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου υπό τον καθηγητή Edgar Peltenburg, που διεξήγαγε και άλλες ανασκαφές στην Κύπρο και κυρίως στη Λέμπα.

 

Σύμφωνα προς τα πορίσματα των ανασκαφών, ο οικισμός στη Σουσκιού είχε διαμορφωθεί σε σειρές από επίπεδα/πλατφόρμες, λόγω της κατωφέρειας, πάνω στα οποία είχαν κτιστεί οι κατοικίες. Οι κάτοικοι του οικισμού ειδικεύονταν στην παραγωγή των περίφημων σταυρόσχημων ειδωλίων, αφού διαπιστώθηκε η ύπαρξη πέραν του ενός εργαστηρίων. Το υλικό επεξεργασίας των ειδωλίων βρέθηκε σκορπισμένο σε όλη την έκταση του οικισμού, πράγμα που υποδηλώνει ότι υπήρχαν διάφορες ομάδες παραγωγής. Τα στοιχεία αυτά παρέχουν σημαντικές πληροφορίες τόσο για τον τρόπο κατασκευής των ειδωλίων όσο και για την κοινωνική οργάνωση και τη χειροτεχνία/βιοτεχνία της εποχής.

 

Οι δοκιμαστικές τάφροι που ανοίχθηκαν στον χώρο, επιβεβαίωσαν ότι η μεγάλης εκτάσεως διάβρωση στο ύψωμα της Λαόνας κατέστρεψε σε προχωρημένο βαθμό τα κατάλοιπα του χαλκολιθικού συνοικισμού που υπήρχαν εκεί. Λίγα μόνο απομεινάρια παρέμειναν από τον συνοικισμό εκείνο, που χρονολογούνται γύρω στο 3000 π.Χ. περίπου. Ωστόσο επαρκείς μαρτυρίες για την κατοίκηση του χώρου κατά την Χαλκολιθική περίοδο έχουν διασωθεί και ανευρεθεί στις εσωτερικές παρυφές φυσικών αναβαθμίδων.

 

Τα κατάλοιπα αυτά περιλαμβάνουν θαμμένες ομάδες αντικειμένων μία από τις ομάδες αυτές περιελάμβανε 17 συνολικά λίθινους πελέκεις και λίθινες σφύρες. Βρέθηκαν επίσης ίχνη περιτειχίσματος του συνοικισμού και, χαμηλότερα στην πολύ απότομη πλαγιά, μεγάλοι αναλημματικοί τοίχοι μήκους 15 περίπου μέτρων. Ακόμη χαμηλότερα στην πλαγιά, και στο ανατολικό υπερυψωμένο επίπεδο, είχαν διατηρηθεί κατάλοιπα τοίχων μερικών κτισμάτων. Ένας από τους τοίχους αυτούς σώζεται ακόμη σε ύψος 7 δομών. Τα διάφορα κινητά ευρήματα από τον χώρο αυτό περιλαμβάνουν ακριβώς τους ιδίους τύπους κοσμημάτων από πικρόλιθο και τους ιδίους ρυθμούς κεραμικής με ζωγραφικό διάκοσμο που είχαν ανακαλυφθεί στο περίφημο γειτονικό νεκροταφείο.

 

Σημαντικό στοιχείο αποτελεί και η αποκάλυψη προσεγμένης κτιστής κατασκευής στο ψηλότερο σημείο του οικισμού, όπου βρέθηκαν σκελετοί παιδιών. Φάνηκε ότι το ποσοστό παιδικής θνησιμότητας ήταν πολύ χαμηλό. Ενώ όμως υπήρχε η άποψη ότι όλοι οι νεκροί θάβονταν στο κοντινό νεκροταφείο, φάνηκε ότι τα παιδιά θάβονταν σε άλλο ειδικό χώρο. Τούτο προσφέρει ένα νέο δεδομένο, αφού διαπιστώθηκε ότι η ηλικία και η κοινωνική θέση ήσαν παράγοντες που όριζαν και τον χώρο ταφής του κάθε ενός.

 

Έτσι, έχει πλέον εντοπισθεί και διερευνηθεί ο χώρος του οικισμού των ανθρώπων που τάφηκαν στο γειτονικό νεκροταφείο της Σουσκιού, με τις ανασκαφές που έγιναν.

 

Τα ταφικά ευρήματα από το νεκροταφείο της Σουσκιού φανερώνουν ότι οι προϊστορικοί κάτοικοί της είχαν καλλιεργήσει ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα, δημιούργησαν νέα επιτεύγματα στην ήδη εξελιγμένη κυπριακή κεραμική και ειδικά στη μικρογλυπτική, χρησιμοποιούσαν τον χαλκό παράλληλα με τον λίθο για την κατασκευή κοσμημάτων και ασφαλώς και διαφόρων άλλων αντικειμένων και έθαβαν τους νεκρούς τους σε ειδικά νεκροταφεία χωρισμένα με μικρή απόσταση από τον συνοικισμό, σ' αντίθεση με τα ταφικά έθιμα στην Ερήμη, όπου ο χαλκολιθικός συνοικισμός και το νεκροταφείο συνυπήρχαν στον ίδιο χώρο. Όλα τα ευρήματα από τους τάφους του νεκροταφείου της Σουσκιού καθώς και τα επιφανειακά κεραμικά όστρακα και τα διάφορα άλλα δείγματα από τον παρακείμενο συνοικισμό χρονολογούνται στην πρώτη φάση της Χαλκολιθικής εποχής (3900-2900 π.Χ.). Στον ίδιο συνοικισμό πολύ πιθανό να ανήκει κι ένα άλλο χαλκολιθικό νεκροταφείο της ίδιας χρονικής περιόδου, που βρίσκεται σ' ελάχιστη απόσταση από τα ανατολικά σύνορά του και 1 περίπου χμ. στα βόρεια των Κουκλιών.

 

Τα ανευρεθέντα μικροσκοπικά σταυρόσχημα ειδώλια από στεατίτη ή πικρόλιθο αντιγράφουν πανομοιότυπα μεγάλα ειδώλια, που είναι εξαιρετικά δείγματα ανεπτυγμένης μικρογλυπτικής και μοναδικά στο είδος τους. Όμως πολλά από τα εκλεκτά αυτά αριστουργήματα, που προέρχονται από τους συλημένους χαλκολιθικούς τάφους του νεκροταφείου της Σουσκιού και από διάφορα άλλα μέρη της επαρχίας Πάφου, πήραν λαθραία, κατά καιρούς, τον δρόμο της παράνομης εξαγωγής τους από την Κύπρο και σήμερα κοσμούν ξένα αρχαιολογικά μουσεία και ιδιωτικές συλλογές σε διάφορες χώρες του κόσμου. Δυο από τα φυγαδευμένα σταυρόσχημα ειδώλια είναι σημαντικότατα και μοναδικά στο είδος τους. Το ένα, από γκριζοπράσινο στεατίτη, που είναι σύνθετο και παριστάνει δυο ανθρώπινες μορφές, τη μια όρθια και στηριγμένη στην κεφαλή της άλλης, βρίσκεται τώρα σε ιδιωτική συλλογή στο  Άμστερνταμ της Ολλανδίας. Το άλλο, που είναι περίτεχνα κατασκευασμένο από ασβεστόλιθο και παριστάνει γυναικεία σταυρόσχημη μορφή με γραμμική ανάγλυφη διακόσμηση στα χέρια, βρίσκεται σε άλλη ιδιωτική συλλογή στην Ελβετία. Αρκετά άλλα που παρέμειναν στο νησί βρίσκονται στο Κυπριακό Μουσείο και σε ιδιωτικές συλλογές, ιδιαίτερα στη συλλογή Χατζηπροδρόμου στο τουρκοκρατούμενο Βαρώσι, που δυστυχώς κι αυτή έχει εκποιηθεί και φυγαδευθεί στο εξωτερικό. Πέντε από τα σταυρόσχημα στεάτινα ειδώλια της πλουσιότατης και αγνοούμενης αυτής συλλογής, που επισημάνθηκαν σε κέντρο δημοπρασίας του Λονδίνου, αγοράστηκαν από το Τμήμα Αρχαιοτήτων και τώρα βρίσκονται στο Κυπριακό Μουσείο. Ένα άλλο, όμως, σπάνιο και μοναδικό αντικείμενο, που είναι παράνομος καρπός τυμβωρυχίας από το νεκροταφείο της Σουσκιού και που βρισκόταν στην ίδια συλλογή, δεν έχει ακόμη επισημανθεί πουθενά στο εξωτερικό. Πρόκειται για μικρό τερατόμορφο αγγείο με ζωικό σώμα και ανθρώπινο λαιμό και κεφαλή με γραμμική ερυθρωπή διακόσμηση σ' όλη του την επιφάνεια. Παρόμοια τερατόμορφα χαλκολιθικά αγγεία, που θυμίζουν τους πολύ μεταγενέστερους κενταύρους της ελληνικής μυθολογίας, βρέθηκαν και στην περιοχή των Βαλκανίων.

 

Συγκρινόμενα με τα λίθινα προκεραμικά νεολιθικά ειδώλια της Χοιροκοιτίας, τα χαλκολιθικά, πικρολιθικά, σταυρόσχημα ειδώλια της Πάφου, που συναγωνίζονται στην τεχνοτροπία τα μαρμάρινα, λευκά, πρωτοκυκλαδικά ειδώλια, είναι κατασκευασμένα με περισσότερο νατουραλισμό, έχουν μικρότερες κεφαλές, μακρύτερους λαιμούς και πραγματικές αναλογίες, αλλά και σ' αυτά η γενική εμφάνιση είναι αυστηρά σχηματοποιημένη. Εκτός από μερικά ειδώλια, που παριστάνουν μορφές ζώων και χρησιμοποιούνταν σαν περίαπτα, όλα τ' άλλα είναι ανθρωπόμορφα. Στα ειδώλια αυτά το ανθρώπινο σώμα είναι σταυρόσχημο με τα χέρια εκτεταμένα και τα πόδια λυγισμένα και χωρισμένα με βαθιά κάθετη εγχάραξη. Η κεφαλή είναι επίπεδη και τα χαρακτηριστικά του προσώπου έντονα δηλωμένα, αλλά πολύ απλοποιημένα. Τα περισσότερα είναι γυναικεία, με εμφαντικό τονισμό του στήθους, και μερικά παριστάνουν ενωμένες μια ανδρική και μια γυναικεία μορφή. Στα ανδρικά ειδώλια τα χαρακτηριστικά του φύλου είναι αδήλωτα. Ο πλεονασμός των γυναικείων ειδωλίων και ο ιδιαίτερος τονισμός του γυναικείου στήθους σε συνδυασμό με την ένωση των δύο φύλων σε σχήμα σταυρού, πιστεύεται ότι αποτελούν έκδηλα συμβολικά δείγματα βαθιάς θρησκευτικής πεποίθησης και ιδιαίτερης λατρείας της θεάς της Γονιμότητας. Επιπρόσθετες μαρτυρίες για το βαθύ αυτό συναίσθημα της λατρείας της θεάς της Γονιμότητας και της συμβολικής εξωτερίκευσης και επίδειξής του είναι ένα φαλλικό ασβεστολιθικό αντικείμενο από το νεκροταφείο της Σουσκιού κι ένα πήλινο χαλκολιθικό ειδώλιο γυμνής καθισμένης γυναικείας μορφής με ανοικτά σκέλη γύρω από μια λεκάνη και με εξογκωμένα στήθη, που τα πιέζει με τα δυο της χέρια. Το μοναδικό αυτό ειδώλιο, που προφανώς είναι παφιακό, βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου.  Ένα άλλο σταυρόσχημο ειδώλιο από στεατίτη, από τη Γιαλιά της Πάφου και τώρα στο Κυπριακό Μουσείο, παριστάνει γυναικεία μορφή που έχει κρεμασμένο στον λαιμό της ένα άλλο μικροσκοπικό σταυρόσχημο ειδώλιο. Όπως έχει αποδειχθεί με τις ανασκαφικές έρευνες στους τάφους του νεκροταφείου της Σουσκιού, τα γυναικεία περιδέραια είχαν σαν κύρια στολίδια παρόμοια μικροσκοπικά σταυρόσχημα ειδώλια, που φαίνεται να ήσαν τα σύμβολα της θεάς της Γονιμότητας. Το παμπάλαιο αυτό παφιακό έθιμο θυμίζει τη σημερινή χριστιανική συνήθεια της ανάρτησης μικρών χρυσών σταυρών στον λαιμό, που συμβολίζουν τη σταύρωση του Χριστού και την πίστη στον Θεό.

 

Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις του συνοικισμού της Σουσκιού κάνουν την εμφάνισή τους και σε μερικούς άλλους παφιακούς συνοικισμούς της δεύτερης φάσης της Χαλκολιθικής εποχής (2900-2500 π.Χ.), ειδικά στην περιοχή της Λέμπας και της Κισσόνεργας.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image