Αέτιος επίσκοπος

Επίσκοπος των Βαλεντινιανών γνωστικών - πλατωνιστών αιρετικών στην Κύπρο. Αυτοί ήταν οπαδοί του Ρωμαίου Βαλεντίνου, μαθητή του Θεωδά, μαθητή του αποστόλου Παύλου, που οι θεωρίες του μαζί με διάφορες άλλες συγγενείς αιρέσεις ήταν πολύ διαδεδομένες στην Κύπρο κατά τους χρόνους του Επιφανίου Σαλαμίνος - Κωνσταντίας (β' μισό του 4ουμ.Χ. αιώνα), κυρίως στην περιοχή Κωνστάντιας.

 

Οι Βαλεντινιανοί ή Ουαλεντινιανοί πίστευαν, μεταξύ άλλων, ότι η υπέρτατη θεότητα συνίσταται από την αρσενική Προαρχήν ή Προπάτορα ή Βυθόν, και από την θηλυκή σύζυγό του Έννοιαν ή Χάριν ή Σιγήν. Τα υπερκόσμια όντα κατά τον Βαλεντίνο είναι 33, κι ανάμεσα τους (30ο) ο Χριστός και (31ο) το Άγιον Πνεύμα, ενώ το 32ο είναι ο Ιησούς ή Σωτήρ ή Πατρωνομικός Λόγος ή Τα Πάντα. Ο Ιησούς είχε τέσσερις φύσεις που εκπηγάζουν από τέσσερα διαφορετικά υπερκόσμια όντα ή προϋπάρχοντες Χριστούς.

 

Ο Αέτιος επίσκοπος πρέπει να διακριθεί από τον Αέτιο μαθητή του Ευνομίου και γνωστό αιρεσιάρχη στην Αντιόχεια κ.α, φίλο του Γάλλου και του Ιουλιανού. Με τον Αέτιο είχε μακρές συζητήσεις ο Σαλαμίνος  Επιφάνιος,  συζητήσεις  για την αιρετική του διδασκαλία, που γινόταν προφανώς γιατί ο αιρεσιάρχης επίσκοπος Αέτιος ήλεγχε «πλήθη» πιστών στην περιοχή της επισκοπής του, που τα αποσπούσε από το ποίμνιο του Επιφανίου. Και μόνο η απαρίθμηση των υπολοίπων έξι αιρέσεων που ανθούσαν τότε στην Κύπρο και αριθμούσαν μεταξύ των πολυαρίθμων οπαδών τους και πλούσιους άνδρες κατόχους δημοσίων θέσεων που εταπείνουν τους ορθοδόξους, δείχνει πόσο ακόμη ο χριστιανισμός στην ορθόδοξη εκδοχή του δεν είχε σταθεροποιηθεί και διαδοθεί αρκετά. Ο Αέτιος στηριζόταν βέβαια και στη δύναμη των πλουσίων συμπατριωτών του. Δεν είναι γνωστή η τύχη του μετά την έκδοση και την εφαρμογή διατάγματος του φιλορθόδοξου αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α' (379-385 μ.Χ.) σύμφωνα προς επιστολή του πολυπράγμονος Επιφανίου για υπακοή των Κυπρίων στα δόγματα του τελευταίου, ή εκδίωξή τους από το νησί, σύμφωνα με τον (κατά πολλά αναξιόπιστο) βιογράφο του Πολύβιο Ρινοκουρούρων.

 

Καρπός των ατέλειωτων συζητήσεων και συγκρούσεων του Επιφανίου στην επισκοπή του (αλλά και εκτός αυτής και εκτός Κύπρου) με θεολόγους και αιρεσιάρχες όπως ο Αέτιος, ήταν προπάντων τα δυο θεμελιώδη έργα του «Αγκυρωτύς» (374 μ.Χ.) και «Πανάριον» (374-377 μ.Χ). Εξαιρετικής σημασίας είναι ο επισκοπικός τίτλος του Αετίου, που μαρτυρεί ότι στην Κύπρο, παρά τη σμικρότητά της, υπήρχε και τότε δυνατότητα συνύπαρξης περισσοτέρων της μιας συγκροτημένων αντιπάλων χριστιανικών Εκκλησιών. Για τις άλλες έξι αιρέσεις δεν γνωρίζουμε αν είχαν και εκκλησιαστική οργάνωση ξεχωριστή.