Αθανάσιος ο του Καρύδη

Image

Κύπριος ιεράρχης που διετέλεσε μητροπολίτης Νικομήδειας και εκτελέστηκε μαζί με τον οικουμενικό πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄μετά την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Γεννήθηκε πιθανώς στη Λάρνακα μεταξύ 1740 και 1750, κι ανήκε στη γνωστή οικογένεια Καρύδη της Λάρνακας που συγγένευε με τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο και είναι γνωστοί την εποχή αυτή αρκετοί γόνοι της (Ιερώνυμος, Χριστόδουλος, Κωνσταντίνος, Χατζηανδρόνικος κ.α.), αλλά αγνοούμε ποιος απ' αυτούς ήταν ο πατέρας του. Σπούδασε στη Βενετία τα ελληνικά και λατινικά γράμματα, πιθανώς με την υποστήριξη του εκεί στενού συγγενή (θείου;) του Χατζηανδρόνικου Καρύδη, εμπόρου, γύρω στα 1765-1771 (Θησαυρίσματα, XIV, 1977, σσ. 270-272).

 

Όντας μοναχός στη Βενετία, εξέδωσε την Ακολουθίαν του Αγίου Ερμογένους στα 1771 ή 1772. Στα 1773 (30 Ιανουαρίου) χειροτονήθηκε διάκονος στη Σκαρίνου από τον Κιτίου Μακάριο, και στις 24 Μαρτίου 1773 πρεσβύτερος από τον ίδιο. Έπειτα υπηρέτησε εφημέριος της ορθόδοξης Εκκλησίας της Βενετίας. Το 1776 υπηρέτησε ως γραμματέας, κήρυκας και διδάσκαλος στη μητρόπολη Αθηνών, δίδαξε δε στη Σχολή της Αθήνας.

 

Χρημάτισε επίσκοπος Λιβύης από το 1781 μέχρι το 1791, με πρόσκληση του Κυπρίου πατριάρχη Αλεξανδρείας Κυπριανού (1776-1783), με τον οποίο συνεργάστηκε στενά. Στενά συνεργάστηκε και με τον διάδοχο του Κυπριανού Γεράσιμο Γ΄ τον Λέριο (1785-1789), ο οποίος προόριζε τον Αθανάσιο για διάδοχό του. Παρά την υποστήριξη όμως προς τον Αθανάσιο και του Κυπρίου μητροπολίτη Νικομηδείας Γερασίμου, ο οικουμενικός πατριάρχης Προκόπιος χειροτόνησε τον πρωτοσύγγελλο Παρθένιο ως διάδοχο του Γερασίμου Γ΄ στον θρόνο Αλεξανδρείας. Στα 1791, ο Αθανάσιος κλήθηκε από τον οικουμενικό πατριάρχη Νεόφυτο Ζ΄ στην έδρα της Νικομηδείας, και διαδέχθηκε τον μητροπολίτη Μελέτιο που είχε πάρει τη θέση του Κυπρίου Γερασίμου.

 

Η δράση του Αθανάσιου από τον μητροπολιτικό θρόνο Νικομήδειας (πέμπτο στην ιεραρχία των μητροπολιτικών θρόνων του Οικουμενικού πατριαρχείου), ήταν αξιόλογη. Φρόντισε για τη μόρφωση και τη βελτίωση της θέσης των κληρικών, ίδρυσε και προικοδότησε ελληνικό σχολείο (1800), βοήθησε υλικά πολλούς φτωχούς μαθητές καθώς και πάσχοντες ή διωκόμενους πολίτες και αναδιοργάνωσε την εκπαίδευση στην μητρόπολή του με τη χρησιμοποίηση όλων των μορφωμένων κληρικών ως δασκάλων, ιδίως στα χωριά, για τα οποία έλαβε ξεχωριστή φροντίδα. Ως μέλος της ιεράς συνόδου του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, εργάστηκε για τη βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας της Πατριαρχικής Σχολής, της οποίας υπήρξε έφορος, και για τον πλουτισμό της βιβλιοθήκης της. Την 1η Μαρτίου 1820 διορίστηκε επίτροπος του πατριαρχικού τυπογραφείου (που ιδρύθηκε στα 1798).

 

Αμέσως μετά την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης του 1821, συλλήφθηκε, αρκετά πριν από τον οικουμενικό πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ και τους μητροπολίτες Εφέσου Διονύσιο και Αγχιάλου Ευγένιο. Ύστερα από βασανιστήρια, βρήκε μαρτυρικό θάνατο κατά την 19η του Απριλίου του 1821, Κυριακή του Πάσχα. Αν και εξέπνευσε πριν τον εκτελέσουν, οι Τούρκοι τον κρέμασαν έστω και νεκρό.