Γλύπτης. Γεννήθηκε στην Αμμόχωστο, το 1947 και πέθανε το 2008.
Αποφοίτησε από το Β΄ Γυμνάσιο Αμμοχώστου το 1965. Το δυνατό ταλέντο του στη ζωγραφική, η σχεδιαστική του ικανότητα και η χρωματική του ευαισθησία είχε εκδηλωθεί από τα παιδικά μαθητικά του χρόνια.
Υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά από το ’65 – ’67 και ένα χρόνο αργότερα παρουσίασε το έργο του σε ατομική έκθεση που έκανε στο Λύκειο Ελληνίδων, ενώ παράλληλα εργαζόταν σε αρχιτεκτονικό γραφείο για να συγκεντρώσει χρήματα για τις σπουδές του.
Το 1971 έφυγε για την Αθήνα όπου έγινε δεκτός στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Ολοκλήρωσε της σπουδές του το 1976 με καθηγητή τον ακαδημαϊκό Γιάννη Παπά. Σπούδασε επίσης την τεχνική της νωπογραφίας, των φορητών εικόνων, της γυψοτεχνίας, της χαλκοχυτικής και της τορευτικής, και τύχαινε υποτροφιών ως πρωτεύσας από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών και από κληροδοτήματα της Σχολής Καλών Τεχνών. Πήρε το Πτυχίο του με Άριστα και με 7 επαίνους, δύο για γυμνό, δύο για προτομή, δύο για σχέδιο εκ του φυσικού και ένα για σχέδιο γυμνού.
Στην εξέγερση των φοιτητών του Πολυτεχνείου το Νιόβρη του 1973 βρισκόταν μέσα στο Πολυτεχνείο με τους φίλους και συμφοιτητές του και διαδήλωνε την αντίθεσή του ενάντια τη Χούντα των Συνταγματαρχών.
Βλέπε λήμμα: Πολυτεχνείου Εξέγερση
Όταν έγινε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1974 , φοιτητής ακόμα, υπηρέτησε στον Πενταδάκτυλο στο Μηχανικό. Η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη τους τον Αύγουστο του 1974, όπου έμεινα και όλα τα σχέδια και έργα που έκανε ως φοιτητής.
Το 1976 με την περάτωση των σπουδών του, του προτάθηκε θέση Βοηθού Καθηγητή σε Εργαστήρι γλυπτικής της Σχολής Καλών Τεχνών από τον καθηγητή Γιάννη Παπά. Επέστρεψε όμως στην Κύπρο, όπου ήθελε να ζήσει και να εργαστεί.
Το 1978 με υποτροφία της Ιταλικής Κυβέρνησης έκανε μεταπτυχιακές σπουδές για ένα χρόνο στη γλυπτική, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης με καθηγητές τους Emilio Greco και Lorenzo Guerini.
Εργάστηκε ως καθηγητής Τέχνης στη Μέση Εκπαίδευση Κύπρου για δεκαπέντε χρόνια, από το 1979 ως το 1994. Ανάμεσα στα έργα του της περιόδου αυτής είναι και το ανάγλυφο «Συλλογή της αλόης» 2 x 2.50 μέτρα (1978), που βρίσκεται στην είσοδο του Ξενοδοχείου «Αλόη» στην Κάτω Πάφο.
Διορίστηκε από τη Σύγκλητο της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών τακτικό μέλος της Εξεταστικής Επιτροπής για την οργάνωση και διεξαγωγή των εισαγωγικών εξετάσεων της Σχολής, στην Κύπρο, από το 1986 μέχρι το 2000. Στην Εξεταστική Επιτροπή συνεργάστηκε με τους καθηγητές της Σχολής και μετέπειτα Πρυτάνεις Παναγιώτη Τέτση, Χρόνη Μπότσογλου, Λάκη Πατρασκίδη, καθώς και τους Θόδωρο Παπαγιάννη, Χρίστο Μεταξά, Μάριο Σπηλιόπουλο, Γιώργο Ζιάκα, Ζαχαρία Αρβανίτη κ.ά.
Το 1989, κατόπιν διαγωνισμού της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου του ανατέθηκε το σχέδιο του Ζήνωνα του Κιτιέως, που κοσμούσε το κέρμα των 20 σεντ.
Υπήρξε αριστίνδην μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής Μνημείων Κύπρου από το 2000 μέχρι το 2006. Επίσης υπήρξε μέλος της Κριτικής Επιτροπής Πολιτιστικών Ιδρυμάτων, όπως της Ελληνικής Τράπεζας, του Συμβουλίου Ιστορικής Μνήμης, της Επιλογής του Ιδρύματος Σολομώντος Παναγίδη, του Αντιναρκωτικού Συνδέσμου «Ασπίς» και του Δήμου Λεμεσού για την οργάνωση του Δεύτερου Συμποσίου Γλυπτικής.
Από το 1992 εργάστηκε ως επαγγελματίας γλύπτης ως επί το πλείστον με αναθέσεις μνημείων για δημόσιους χώρους, πολλά δε έργα του βρίσκονται τοποθετημένα στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου.
ΑΝΔΡΙΑΝΤΕΣ:
Νίκος Καρασαμάνης, 1998, Πελένδρι.
Διγενής, 2001, Λεμεσός και 2003, Άγ. Γεώργιος, Πάφος.
Ηλίας Καννάουρος, 2005, Λόφου.
Ηλίας Καννάουρος, 2008, Ύψωνας.
Αντάρτης της ΕΟΚΑ, 2008, Παραμύθα.
ΠΡΟΤΟΜΕΣ:
Ευγένιος Συκοπετρίτης, 1992, Κοιμητήριο Αγίου Νικολάου, Λεμεσός (μάρμαρο).
Ανδρέας Βλάμης, 1993, Βουνί.
Πλάτωνας Στυλιανού, 1993, Βουνί.
Ανδρέας Παντελίδης, 1994, Αγία Ζώνη, Λεμεσός.
Πετράκης Γιάλλουρος, 1995, Παραλίμνι.
Νάντια Ιακώβου, 1996, Α΄ Κοιμητήριο, Λευκωσία.
Ανδρέας Γεωργίου, 1997, Διερώνα.
Βάνιος Σπανιάς, 1997, Φασούλα.
Χριστόφορος Εργατούδης, 1998, Άγ. Γεώργιος Χαβούζας, Λεμεσός (μάρμαρο).
Ευριπίδης Νούρος, 1999, Απαισιά.
Φίλιππος Παπαλουκάς, 1999, Πάφος.
Σωκράτης Σωκράτους, 2000, Κολόσσι.
Χαράλαμπος Ευαγγέλου, 2000, Κοιμητήριο Γερμασόγειας.
Ανδρέας Πατσαλίδης, 2005, Α΄ Κοιμητήριο, Λευκωσία.
Το 1994 κατόπιν διαγωνισμού του ανατέθηκε η εκτέλεση του μνημείου του Ιωάννη Σταυριανού, αγωνιστή της Ελληνικής Επανάστασης στο χωριό του τη Λόφου.
Στα χρόνια αυτά ίδρυσε το πρώτο καλλιτεχνικό χυτήριο γλυπτικής στη Λεμεσό προσφέροντας τις πολύτιμες και μοναδικές γνώσεις και ικανότητές του. Ήταν αφοσιωμένος στη γλυπτική του όλες τις ελεύθερες ώρες του.
Ο Θεόδουλος υπήρξε ένας παραγωγικός καλλιτέχνης με πλούσιο καλλιτεχνικό έργο. Οι σπουδές που έκανε στην Αθήνα και στη συνέχεια στη Ρώμη τον έφεραν σε άμεση επαφή με τους πιο σημαντικούς σταθμούς – περιόδους της γλυπτικής δημιουργίας, την αρχαία Ελληνική και την Αναγέννηση, τις οποίες θαύμαζε απεριόριστα και αντλούσε από αυτές για τις δικές του προσωπικές δημιουργίες. Τούτο φαίνεται έντονα στα πρώτα του έργα αλλά παρουσιάζεται σ’ όλες σχεδόν τις χρονικές περιόδους της γλυπτικής του πορείας. Επιπλέον, ο θαυμασμός που έτρεφε ιδιαίτερα στη γλυπτική του Αύγουστου Ροντέν, έχει επηρεάσει άμεσα το έργο του. Για το έργο του Ροντέν και τις επιδράσεις του από την αρχαία ελληνική γλυπτική είχε δώσει διάλεξη στη Λευκωσία, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.
Τη γλυπτική του Θεόδουλου χαρακτηρίζει έντονα το ανθρωποκεντρικό στοιχείο και ιδιαίτερα η γυμνή γυναικεία φιγούρα. Το αυστηρά ρεαλιστικό σχέδιο και η απλοποίηση της γλυπτικής φόρμας είναι στοιχεία που κυριαρχούν στην πιο πρόσφατη δουλειά του. Είχε την ικανότητα να αποδίδει πιστά την πραγματικότητα, την αλήθεια της ζωής, ώστε το έργο να χάνει την υλική του υπόσταση και να αναπνέει.
Τα πλείστα του έργα είναι χυτευμένα σε ορείχαλκο. Το μάρμαρο και η πέτρα είναι επίσης υλικά της δουλειάς του. Πολλά έργα του σε γύψο και πρόπλασμα πηλού βρίσκονται στο εργαστήριό του, που εγκατέλειψε αιφνίδια με το θάνατό του το 2008. Στο εργαστήριό του υπάρχουν επίσης μεταξύ άλλων δύο μακέτες Μνημείου της Ελευθερίας με άγαλμά της που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, όπως και τέσσερις διαφορετικές μακέτες του Μνημείου Μαθητιώσας Νεολαίας.
Το Ιούνιο του 2000, κατόπιν Διαγωνισμού της Εφορείας Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λεμεσού, του ανατέθηκε η εκτέλεση μνημείου στον χώρο του Λανιτείου για την προσφορά της Μαθητιώσας Νεολαίας στους απελευθερωτικούς αγώνες της Κύπρου. Το Μνημείο, σύνθεση από δύο φιγούρες, ενός αγοριού και ενός κοριτσιού που κρατά σημαία, μαθητών σε πορεία διαδήλωσης, εγκαινιάστηκε τον Μάιο του 2005 από τον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσο Παπαδόπουλο.
Πέραν της γλυπτικής ζωγράφισε αρκετές προσωπογραφίες που βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές, 30 περίπου έργα ζωγραφικής σε λάδι, εκατοντάδες σκίτσα με μολύβι και κάρβουνο. Αγιογράφησε επίσης μεγάλο αριθμό φορητών εικόνων, που κοσμούν εκκλησίες της Λευκωσίας, της Λεμεσού και της υπαίθρου της Κύπρου, ως επίσης ιδιωτικές συλλογές.
Δύο μνημειώδη έργα του αποπερατώθηκαν μετά τον θάνατό του. Το Μνημείο Μάνας, το οποίο του ανατέθηκε το 2005, κατόπιν Πανελλήνιου Διαγωνισμού της Εταιρείας Shacolas Group. Το Μνημείο είναι σύνθεση από 3 φιγούρες με τη μάνα καθιστή, ύψους 2.50 μ. και 2 παιδιά. Αποκαλύφθηκε το 2009 στην Πλατεία Μάνας στο Shacolas Emporium Park στη Λευκωσία, όπου έχει τοποθετηθεί. Επίσης, το μνημείο με τον ανδριάντα «Αντάρτης της ΕΟΚΑ» ύψους 2.40 μ. για το Νεοκλή Παναγιώτου στην πλατεία του χωριού Παραμύθα.
Πέθανε από καρκίνο σε ηλικία 61 χρόνων, την 1η Ιουνίου 2008. Το έργο στο οποίο δούλευε, και έμεινε ημιτελές, παριστάνει μια μουσικό βυθισμένη στη γαλήνη των ήχων του βιολοντσέλου της.
Πηγές