Εμπόριο

Το εμπόριο κατά τη Φραγκοκρατία (1192 - 1489)

Image

Το εμπόριο της Κύπρου από τις αρχές του 12ου αι., πολύ πριν ακόμη το νησί καταληφθεί από το Ριχάρδο Λεοντόκαρδο και πωληθεί απ' αυτόν αρχικά στους Ναΐτες (1191) και αργότερα στους Λουζινιανούς (1192), λόγω των στενότερων επαφών που αναπτύσσονταν μεταξύ του νησιού και της Εγγύς Ανατολής, αρχίζει να μη εξαρτάται πια από το μακρινό Βυζάντιο. Οι νέες συνθήκες που άρχισαν να διαμορφώνονται ύστερα από την κάθοδο των Σταυροφόρων και την εγκατάσταση Ευρωπαίων εμπόρων στην Κύπρο, οδήγησε στην περαιτέρω σύσφιγξη των εμπορικών δεσμών του νησιού με τις ανεξάρτητες λατινικές κτήσεις στην Ανατολή και ιδιαίτερα με το βασίλειο της Ιερουσαλήμ, που το φεουδαρχικό του σύστημα, ακολουθώντας το παράδειγμα της βενετικής εμποροκρατίας, επέτρεπε την εξάπλωση των σχέσεων του με τις παραθαλάσσιες πόλεις της Συρίας και της Παλαιστίνης. Οι ανάγκες της ζωής και οι δυνατότητες που πρόσφερε η γεωπολιτική σπουδαιότητα του νησιού και η συνεχής εγκατάσταση περισσοτέρων ξένων εμπόρων, δεν μπορούσαν παρά να συμβάλουν ώστε σύντομα η Κύπρος να στραφεί προς την ανάπτυξη του εμπορίου της με τα λιμάνια των ακτών της Συρίας και της Παλαιστίνης, των οποίων η εμπορική κίνηση και σπουδαιότητα στη Μεσόγειο, χάρις στις συνεχώς ζωηρότερες εμπορικές σχέσεις με τη Δύση, αυξάνονταν διαρκώς. Η ανάπτυξη του εμπορίου μεταξύ Ανατολής και Δύσης ευνοεί ιδιαίτερα την Κύπρο και κυρίως την Αμμόχωστο, η οποία ως διαμετακομιστικός σταθμός επιτυγχάνει τη συσσώρευση σ' αυτήν αμύθητων κερδών.

 

» Βλέπε λήμμα: Παλαιστίνη και Κύπρος

 

Η Κύπρος άρχισε να διαδραματίζει αξιόλογο ρόλο στο εμπόριο της Ανατολής από τις τελευταίες δεκαετίες του 12ου αιώνα, με σπουδαιότερο εμπορικό κέντρο την Αμμόχωστο, η οποία άρχισε να αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την εποχή της τρίτης Σταυροφορίας (1189-1192). Αργότερα ο ρόλος της Κύπρου γίνεται ακόμη πιο σημαντικός γιατί οι επαφές και οι σχέσεις της με τη Συρία και την Παλαιστίνη, δυο από τις πιο αξιόλογες αγορές, επέτρεπαν σ' αυτήν να προμηθεύεται με ευκολία τα προϊόντα της Ανατολής και μέσω τω ν αγορών του νησιού, ιδιαίτερα της Αμμοχώστου, να τα διοχετεύει στη Δύση, και αντιστρόφως, να προμηθεύεται διάφορα προϊόντα από τη Δύση και να τα διαθέτει στις αγορές της Ανατολής.

 

Ο ρόλος της Κύπρου προς αυτή την κατεύθυνση ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο μετά την πτώση της Άκρας το 1291, εφόσον έτσι το μεγαλύτερο μέρος της εμπορικής δραστηριότητας της Συρίας μετεφέρθη στην Κύπρο. Τα κυπριακά λιμάνια ήσαν οι μόνοι εμπορικοί σταθμοί της Ανατολής που βρίσκονταν στα χέρια των Χριστιανών. Η Κύπρος ήταν η μόνη χριστιανική χώρα που βρισκόταν κοντά στους Αγίους Τόπους και από την οποία οι Χριστιανοί έμποροι θα μπορούσαν να εξορμούν για την ανάκτηση των απολεσθέντων.

 

» Βλέπε λήμμα: Ιεροσόλυμα

 

Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες και χάρις στην ασφάλεια που πρόσφερε ως νησί, την εξαιρετική της γεωγραφική θέση, που επέτρεπε την εύκολη και γρήγορη συγκοινωνία με τα λιμάνια της νοτιοανατολικής Μεσογείου, και την αφθονία και ποικιλία των εγχωρίων προϊόντων της, η Κύπρος έγινε αξιόλογο εμπορικό κέντρο όπου συναντιούνταν πολυάριθμοι έμποροι από τη Δύση και την Ανατολή, και μεγάλη αγορά για την ανταλλαγή κάθε λογής εμπορευμάτων. Με την πάροδο του χρόνου ρόλος του νησιού προς αυτή την κατεύθυνση ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο γιατί οι Κύπριοι πια δεν περιορίστηκαν μόνο στο ρόλο του μεσάζοντος στο ζωηρό εμπόριο που διεξαγόταν μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Τουναντίον παράλληλα με το εμπόριο των περιζήτητων παραδοσιακών ως τότε κυπριακών προϊόντων (ζάχαρη, κρασί, χαρούπια, βαμβάκι, λουλάκι, κ.ά.) που αυτοί διοχέτευαν προς όλες τις κατευθύνσεις και των οποίων τα περισσεύματα που προορίζονταν για εξαγωγή εξασφαλίζονταν αναγκαστικά από την ίδια τη φύση του φεουδαρχικού συστήματος μέσω της παραγωγής των φέουδων που προορίζονταν για την αγορά, άρχισαν να ειδικεύονται και στην παραγωγή ορισμένων υφασμάτων που μιμήθηκαν από την Ανατολή (baldekino, camocato, boccasino, zendado, bucherame, nacco, nassit κ.α.). Ιδιαίτερα ύστερα από την πτώση των χριστιανικών κτήσεων της Ανατολής στα χέρια των Μωαμεθανών, οι Κύπριοι παρέμειναν οι μόνοι φορείς του εμπορίου αυτών των ειδών προς τη Δύση. Ο προσανατολισμός των Κυπρίων προς αυτά τα είδη και η επίδοση τους στην παραγωγή τους, αύξησε σημαντικά την ποικιλία και τη σημασία των κυπριακών αγορών και συνέβαλε σημαντικά στη ραγδαία ανάπτυξη του εμπορίου του νησιού.

 

Τον 13ο και 14ο αιώνα στην Κύπρο είχαν εγκατασταθεί διάφοροι ξένοι έμποροι, τραπεζίτες, μεσίτες και άλλοι από την Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία και άλλα μέρη της Ευρώπης και της Μεσογείου. Αυτοί ίδρυαν τις δικές τους εμπορικές κοινότητες κυρίως στη Λευκωσία και στα σημαντικότερα λιμάνια της Κύπρου (Αμμόχωστο, Λάρνακα, Λεμεσό και Πάφο) και διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στην οικονομική ζωή του νησιού. Οι κοινότητες αυτές αριθμητικά ήσαν αρκετά σημαντικές και καλά οργανωμένες. Οι σημαντικότερες από αυτές, για παράδειγμα αυτές που ίδρυσαν οι Γενουάτες και οι Βενετοί, διέθεταν εκκλησίες, ιερείς, αγορές, σχολεία, δασκάλους, γιατρούς κλπ.

 

» Βλέπε λήμμα: Λιμάνια

 

Η μεγάλη ανάπτυξη του εμπορίου και η ευημερία που γνώρισε η Κύπρος από τον 14ο αιώνα, οφειλόταν κυρίως στις ξένες εμπορικές κοινότητες. Δίχως την παρουσία των ξένων αυτών εμπόρων θα ήταν δύσκολη η ανάπτυξη ενός τόσο αξιόλογου εμπορίου γιατί οι ντόπιοι δεν διέθεταν ούτε την πείρα, ούτε τις αναγκαίες γνωριμίες και επαφές με εμπόρους άλλων χωρών, αλλά φυσικά δεν είχαν ούτε και τα αναγκαία κεφάλαια. Η σημαντική ανάπτυξη που γνώρισε το εμπόριο του νησιού και τα μεγάλα κέρδη που πραγματοποιούσαν οι επιδιδόμενοι σ' αυτό ξένοι έμποροι συνέβαλαν ώστε η περίοδος της Φραγκοκρατίας να χαρακτηρίζεται συχνά ως «χρυσός αιώνας" του νησιού. Η πρόοδος που γνώρισε το εμπόριο της Κύπρου κατά τη φραγκοκρατία ήταν πράγματι εξαιρετική και η ευημερία εκείνων που απασχολούνταν μ' αυτό οπωσδήποτε μεγάλη. Αλλά όταν ληφθεί υπόψιν η κοινωνικό -οικονομική δομή του νησιού, η περίοδος της φραγκοκρατίας μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «χρυσός αιώνας» μόνο για τις τάξεις των ευγενών και των εμπόρων, τις οποίες αποτελούσαν σχεδόν αποκλειστικά ξένοι. Όμως δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο και για του αυτόχθονα ελληνικό πληθυσμό τον οποίο το αυστηρό φεουδαρχικό σύστημα, οργανωμένο κατά τα δυτικά πρότυπα, απέκλειε ουσιαστικά από τις ευεργετικές επιπτώσεις μιας τέτοιας προόδου που σημειώθηκε στην παραγωγή και το εμπόριο του νησιού. Οπωσδήποτε όμως πέρα από τη μεγάλη ανισότητα και αδικία που επέφερε όσον αφορά την κατανομή του πλούτου και των εισοδημάτων του νησιού σε βάρος του αυτόχθονος ελληνικού πληθυσμού, η ύπαρξη αυτών των κοινοτήτων αποτελούσε στην πραγματικότητα μια παρασιτική ανάπτυξη που υπονόμευε τη συνοχή του βασιλείου και μείωνε σημαντικά τα έσοδα του εξαιτίας των πολυειδών εξαιρέσεων των ξένων εμπόρων από τη φορολογία.

 

» Βλέπε λήμμα: Διομολογήσεις

 

Επιπλέον οι κοινότητες αυτές και οι κυβερνήσεις τους όχι μόνο ζημίωναν το νησί ενθαρρύνοντας την πειρατεία, αλλά διευκόλυναν και τους εχθρούς της Κύπρου ενισχύοντας τους με άνδρες και εφόδια. Η Κύπρος άρχισε να υφίσταται τις καταθλιπτικές συνέπειες της ανάμειξης των ξένων εμπόρων και ιδιαίτερα της μεγάλης αντιζηλίας και του μεγάλου μίσους που υπήρχε μεταξύ των δυο ιταλικών πόλεων της Βενετίας και της Γένουας. Τους πικρούς καρπούς της αντιζηλίας και των συγκρουόμενων συμφερόντων των δυο ιταλικών πόλεων γεύτηκαν οι Κύπριοι όταν οι Γενουάτες κατέλαβαν την Αμμόχωστο το 1373 και τη διατήρησαν υπό την κατοχή τους ως το 1464. Η κατάληψη της Αμμοχώστου απετέλεσε την απαρχή της ανάπτυξης του λιμανιού της Λάρνακας έτσι που αυτό κατά το δεύτερο μισό του 15ου αι. έγινε το σημαντικότερο λιμάνι του νησιού. Στη Λάρνακα εγκατέστησαν αρχικά την έδρα τους πολλοί ξένοι εμπορικοί οίκοι και από τα τέλη του 16ου αι. εκεί είχαν την έδρα τους και τα προξενεία διαφόρων χωρών. Κατάληξη της μεγάλης αντιζηλίας και αντιπαράθεσης της Βενετίας και της Γένουας στην Κύπρο ήταν η εξασθένηση του μεσαιωνικού βασιλείου, του οποίου τα κυριαρχικά δικαιώματα αποκόπτονταν συνεχώς ως την ημέρα που επενέβη και τελικά κατέλαβε έμμεσα το νησί η Βενετική Δημοκρατία.

 

» Βλέπε λήμμα: Βενετία και Κύπρος

 

Η Κύπρος διατηρούσε εμπορικές σχέσεις με τη Βενετία, τη Γένουα και άλλα εμπορικά κέντρα της Ιταλίας. Ως ένα από τα βασικότερα κέντρα διαμετακομιστικού εμπορίου, από την οποία διαμετακομίζονταν εμπορεύματα από την Ανατολή στη Δύση και αντίθετα, διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στο εμπόριο της Ανατολής κατά το Μεσαίωνα, πράγμα το οποίο προκαλούσε ολοένα και περισσότερο το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων εμπόρων και τους προσείλκυε να εγκατασταθούν μόνιμα στο νησί.

 

Η Ανατολή αποτελούσε μια πολύ καλά προμηθευμένη αγορά στην οποία συγκεντρώνονταν εμπορεύματα ακόμη και από πολύ μακρινές περιοχές. Σ' αυτήν κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, όπως φυσικά και αργότερα, κατέφθαναν προϊόντα όχι μόνο από τη Δύση αλλά και από την Άπω Ανατολή. Αυτά μεταφέρονταν με πλοία διαφόρων εθνικοτήτων, που παραταγμένα σε φάλαγγα σχημάτιζαν τη γνωστή νηοπομπή ή καραβάνι που εκτελούσε τακτικά δρομολόγια. Από τη Βενετία, για παράδειγμα, πολλές φορές κάθε χρόνο ξεκινούσε νηοπομπή με προορισμό τα λιμάνια της Ανατολής, μεταξύ των οποίων και τα κυπριακά λιμάνια, αποτελούμενη συνήθως από 8 - 13 γαλέρες, που ήσαν φορτωμένες με διάφορα εμπορεύματα της Δύσης. Τα καραβάνια αυτά συνήθως συνόδευαν ένας πρόξενος, ένας εμπορικός σύμβουλος και ένας επόπτης. Ο τελευταίος, μετά την εκφόρτωση των εμπορευμάτων της Δύσης και τη φόρτωση των εμπορευμάτων της Ανατολής στα πλοία, επέστρεφε στη Βενετία, αφήνοντας στα διάφορα σημαντικά εμπορικά κέντρα της Ανατολής αντιπρόσωπο του με οδηγίες για την προετοιμασία μελλοντικών προμηθειών.

 

 

Πηγή:

  1. Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

Φώτο Γκάλερι

Image