Δεκάτη

Image

Φορολογία που ξεκίνησε επί αρχαιοτάτων χρόνων στην Κύπρο δε άρχισε να μετατρέπεται σε μάστιγα επί Φραγκοκρατίας, αλλά κυρίως επί  Οθωμανοκρατίας, αφού έγινε αντικείμενο καταχρήσεων από πλευράς των φοροεισπρακτόρων. Με βάση αυτή τη φορολογία ο κάθε παραγωγός πλήρωνε ως φόρο στις Αρχές το ένα δέκατο της παραγωγής του. 

Ο όρος Δεκάτη (η), θηλ. του δέκατος, κατά παράλειψη του μοίρα, παραπέμπει στην δεκάτη μοίρα, δηλαδή το δέκατο μέρος του εισοδήματος, το οποίο αποδιδόταν ως φόρος, γνωστή ως φορολογία της δεκάτης. Η πρωτόγονη αλλά και απλούστατη αυτή ποσοτική φορολογία, που ανερχόταν συνήθως στο 1/10 της ακαθάριστης γεωργικής παραγωγής, χρονολογείται από των αρχαιοτάτων χρόνων, από τον καιρό που ο άνθρωπος άρχισε να καλλιεργεί τη γη. Αυτή η μορφή φορολογίας εισήχθη και εφαρμόστηκε ως ο πρώτος φόρος, γιατί ήταν εύκολη και πρακτική τόσο η επιβολή της όσο και η είσπραξή της. Αυτή εφαρμόστηκε επί της γεωργικής παραγωγής, γιατί, λόγω της αρχέγονης μορφής της οικονομίας, αυτή ορθά εθεωρείτο ως η μόνη ή τουλάχιστον η κυριότερη πηγή πλούτου, και τούτο πολλούς αιώνες πριν από τη διατύπωση των φυσιοκρατικών αντιλήψεων του 18ου αιώνα.

 

Οι αρχαίοι Αθηναίοι εισήγαγαν τη δεκάτη (το ένα δέκατο των προϊόντων σε είδος) τον 6ο αι. π.Χ. επί Πεισιστράτου. Επί ρωμαϊκής κυριαρχίας η δεκάτη (documa) επιβλήθηκε σ' όλες τις επαρχίες της αυτοκρατορίας και συνίστατο από το 1/10 των σιτηρών και το 1/5 των άλλων καρπών. Τη δεκάτη βρίσκουμε αργότερα και στο Βυζάντιο, όπου αποτελεί ένα από τα κυριότερα δημόσια έσοδα.

 

Ο θεσμός της δεκάτης στην Κύπρο συναντάται και κατά τη Φραγκοκρατία. Τον Μάρτιο του 1365 ο θεσμός της δεκάτης υιοθετήθηκε και από το βασιλιά Ιάκωβο Α'. Αρχικά ο θεσμός επρόκειτο να διαρκέσει μόνο δέκα χρόνια. Όμως, μετά τη λήξη της πρώτης δεκαετίας παρατάθηκε για ακόμη πέντε χρόνια και μετά την παράταση αυτή επ’ αόριστον. Η δεκάτη την εποχή αυτή επιβάρυνε κάθε άτομο, ιππότες, δούλους και ελεύθερους.

 

Ο δεκατισμός των προϊόντων της γης παρέμεινε ανέπαφος και μετά την τουρκική κατάκτηση και αποτελούσε τον κυριότερο έγγειο φόρο. Ο θεσμός της δεκάτης ίσχυσε σ' όλη την επικράτεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, περιλαμβανομένης βέβαια και της Κύπρου. Ολόκληρη η κατακτηθείσα γη θεωρήθηκε ως κτήμα του σουλτάνου, που μεταβίβαζε την κυριότητα των εδαφών στους συμπολεμιστές του σπαχήδες σ' ανταμοιβή των κοινών αγώνων. Οι τελευταίοι, εισπράττοντας τα δέκατα όχι πλέον ως δημόσιο έσοδο αλλά ως προσωπικό δικαίωμα ιδιοκτησίας, εξασκούσαν την εξουσία τους πολύ αυθαίρετα, παρεκτρεπόμενοι συχνά σε αδικίες και απάνθρωπες καταπιέσεις των φτωχών καλλιεργητών.

 

Μετά την κατάκτηση της Κύπρου η δεκάτη, που αποτελούσε μια από τις σημαντικότερες πηγές εσόδων του οθωμανικού φορολογικού συστήματος, επεκτάθηκε και στο νησί. Η επιβολή του αποτέλεσε ένα ακόμη μέτρο καταπίεσης και απομύζησης του κυπριακού λαού. Ο τρόπος είσπραξής της, οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν οι ενοικιαστές προς τρομοκράτηση των φορολογουμένων και η διατήρησή της σε μια εποχή κατά την οποία δεν υπήρχε βιομηχανία, ενώ η γεωργική παραγωγή γινόταν κάτω από αντίξοες συνθήκες χωρίς κεφάλαια και γεωργικά εργαλεία, υπήρξαν οι βασικές αιτίες εξαιτίας των οποίων η δεκάτη απέβη επαχθής για όλους τους φορολογούμενους.

 

Το σοβαρότερο μειονέκτημα της δεκάτης αναγόταν στη σφαίρα της στοιχειώδους φορολογικής δικαιοσύνης. Αυτή   επιβαλλόταν αδιάκριτα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη ούτε τα έξοδα παραγωγής, ούτε η διαφορετική σύσταση και απόδοση του εδάφους, ούτε το μέγεθος του κτήματος και η περιουσιακή κατάσταση του καλλιεργητή. Ο τρόπος επιβολής της έπληττε ακόμη και αυτή την παραγωγή, γιατί οι καλλιεργητές ήταν απρόθυμοι να επενδύσουν τις οικονομίες τους και να καταβάλουν την επίπονη εργασία τους για επέκταση της παραγωγής, εφόσον απ’ αυτή ανεξάρτητα από ευνοϊκές ή δυσμενείς συνθήκες της παραγωγής θα αφαιρείτο το 1/10 και μάλιστα αμέσως μετά τη συγκομιδή.

 

Η δεκάτη κρινόταν ως ένα άδικο και καταπιεστικό μέτρο. Μια πρώτη εξέγερση με εθνικά αλλά και κοινωνικά χαρακτηριστικά εκδηλωθηκε από τον Ρε Αλέξη επί Φραγκοκρατίας. Οι αντιδράσεις εντάθηκαν επί Οθωμανικής περιόδου. Η επιβολή τόσο αυτής, όσο και άλλων φόρων που οι Κύπριοι υποχρεώνονταν να πληρώνουν κατά την Τουρκοκρατία, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι, είχε επανειλημμένα συμβάλει στη συνένωση Ελλήνων και Τούρκων αγροτών σε κοινές εξεγέρσεις, όπως αυτή υπό τον Χαλίλ Αγά και αργότερα υπό τον Γκιαούρ Ιμάμη, που συνήθως πνίγονταν στο αίμα.

Κοινωνικό χαρακτήρα είχε και η εξέγερση υπό το Νικόλαο Θησέα όταν την 1η Μαρτίου 1833, ο νέος κυβερνήτης Σαΐτ Μεχμέτ απαίτησε τη συλλογή των καθυστερημένων φόρων, που λίγο πριν είχαν διαγραφεί με δική του απόφαση. Η επαναφορά των φόρων προκάλεσε κοινωνική αναταραχή με επίκεντρο τη Λάρνακα.

Ο Έλληνας πρόξενος στην Κύπρο Γ.Σ. Μενάρδος, στην έκθεσή του που υπέβαλε το 1869 αναφερόμενος στο φόρο της δεκάτης γράφει: ...Καί καταντᾷ συχνάκις, ὃταν ἡ  ἐσοδεία ἀποτύχῃ, νά πωλῶσιν οἱ χωρικοί πᾶν ὃ,τι ἀπομένει μετά τήν καταστροφήν τῆς ἀκρίδος καί πάλιν νά μή ἐξαρκῇ εἰς πληρωμήν τῆς λεγομένης δεκατείας, ἣτις τακτικῶς πωλεῖται διά γρ. 5.000.000. Ὁ  ἂμεσος τύραννος καί καταπιεστής τοῦ χωρικοῦ εἶναι ὁ  ἐνοικιαστής τῶν δημοσίων προσόδων, ὁ κερδοσκόπος οὗτος τῶνδρώτων τοῦ χωρικοῦ. Καταγράφει τά γεννήματά του, ὃταν θέλῃ, ζητεῖ τό ἀνάλογον, ὃταν τῷ δόξῃ. ... Ὁ πρῶτος ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀγοραστής διά 5.000.000 γρ. τῶν δεκατειῶν μεταπωλεῖ τό δικαίωμά του, ὁ δεύτερος ἀγοραστής κάμνει τό αὐτό, ὁ τρίτος ἐνοικιάζει, ὁ τέταρτος ὑπενοικιάζει καί ἐννοεῖται ὃτι ὃλοι ὠφελοῦνται. Σμῆνος ὑπαλληλίας δεκατιστῶν, σατραπικῶς διαιτωμένης, περιέρχονται τά χωρία ἐξεταστικῶς, ἳνα ἀνακαλύψωσι τυχόν ἀποκρυβέντα γεννήματα καί ὠφεληθῶσί τι. Κυκεών καταντᾷ  ὁ λαβύρινθος τῶν ἐνοικιάσεων, πωλήσεων καί μεταπωλήσεων καί τῶν εἰδῶν τῆς πληρωμῆς τῶν δεκατιστῶν.

 

Σε υποσημείωση της ίδιας έκθεσης ο Μενάρδος προσθέτει ότι μόλις πληροφορήθηκε ότι ήρθε διαταγή από την Πύλη όπως η δεκάτη αυξηθεί κατά ακόμη 50%.

 

Κατά το τουρκικό φορολογικό σύστημα η δεκάτη στην Κύπρο επιβλήθηκε σ' όλα τα γεωργικά προϊόντα. Ειδικότερα αυτή επιβαλλόταν στην παραγωγή σιταριού, κριθαριού, βαμβακιού, καπνού, μεταξιού, κρασιού, σταφυλιών και νωπών καρπών, καθώς και επί των ζώων. Εδώ θα πρέπει να τονισθεί ότι υπό τον όρο δεκάτη δεν πρέπει να νοηθεί ότι λαμβανόταν ακριβώς το δέκατο των προϊόντων, διότι η φορολογία σε μερικά απ' αυτά ανερχόταν μέχρι 20%.

 

Η δεκάτη που επιβαλλόταν επί των γεωργικών προϊόντων, αποτελούσε ένα από τα κυριότερα έσοδα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από την Κύπρο. Αυτή κατείχε συνήθως την πρώτη ή τη δεύτερη θέση μεταξύ των εσόδων.

 

Ο τερματισμός της  Οθωμανοκρατίας δεν τερμάτισε, ωστόσο, τη φορολογική καταπίεση και απομύζηση του κυπριακού λαού. Πολλοί από τους φόρους που ίσχυαν κατά την περίοδο αυτή, περιλαμβανομένης και της δεκάτης, που όπως αναφέραμε αποτελούσε και το βασικότερο φόρο, διατηρήθηκαν για αρκετά χρόνια από τους Άγγλους. Η δεκάτη διατηρήθηκε μέχρι το 1926, οπότε καταργήθηκε ύστερα από απόφαση του Άγγλου κυβερνήτη Στήβενσον στις 16 Φεβρουαρίου 1926. Η απόφαση αυτή, που ελήφθη ύστερα από επίμονες απαιτήσεις των Κυπρίων εκπροσώπων -μελών του Νομοθετικού Συμβουλίου, τις οποίες υπέβαλαν από το 1923, αφορούσε την κατάργηση της δεκάτης επί των δημητριακών και ειδικότερα της δεκάτης επί του σιταριού, του κριθαριού, της βρώμης, του αρακά (μπιζελιού), της σίκαλης και του βίκου. Όμως, διατηρήθηκε η δεκάτη που επιβαλλόταν στις εξαγόμενες ποσότητες του βαμβακιού, του λιναρόσπορου, του μαυρόκοκκου, της σταφίδας, του κατεργασμένου και ακατέργαστου μεταξιού και των χαρουπιών.

Για την ιστορία του Αγροτικού Κινήματος βλέπε (Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος-Αρχείο ΡΙΚ)

Για αντικατάσταση της απώλειας των εσόδων του κράτους από την κατάργηση της δεκάτης επί των δημητριακών, η αγγλική κυβέρνηση της Κύπρου προέβη σε φορολογική μεταρρύθμιση, η οποία απέβλεπε στην ενίσχυση των κρατικών εσόδων με τη μέθοδο της σημαντικής αύξησης των εισαγωγικών δασμών.

 

ΑΙΚ. Χ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ