Ελένη αγία και Κύπρος

Image

Η Ελένη, μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ήταν Ελληνίδα την καταγωγή (γεννήθηκε το 247 στο Δρέπανον της Βιθυνίας) κόρη ξενοδόχου, η οποία σε ηλικία 23 χρόνων παντρεύτηκε τον Ιλλυριό αξιωματικό του Αυρηλιανού Κωνστάντιο τον Χλωρό. Η Ελένη πέθανε σε ηλικία 81 χρόνων. Η Εκκλησία την προσονόμασε ισαπόστολο και την ανακήρυξε αγία. Διάφορες εκκλησιαστικές παραδόσεις την συνδέουν με την Κύπρο και συγκεκριμένα με τη Μονή Σταυροβουνίου.

 

Στα 326, δυο χρόνια μετά την νίκη του Μεγάλου Κωνσταντίνου κατά του Λικινίου (στου οποίου τις δυνάμεις είχαν συμβάλει και οι Κύπριοι με 30 πλοία) και την ανακήρυξή του ως μονοκράτορα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η Ελένη εξήλθε από 30ετή αφάνεια στα πλαίσια ενδοδυναστικών εξελίξεων. Της ανετέθη αμέσως από τον γιο της αποστολή στους Αγίους Τόπους  για ανεύρεση του Τάφου του Χριστού και του Τιμίου Σταυρού. Κατά την παράδοση και της Κυπριακής και της Ιεροσολυμιτικής Εκκλησίας, που σώζεται σε κείμενο σε χειρόγραφο Additional 34554 του Βρετανικού Μουσείου, απ’ όπου προφανώς αντλεί και ο Λεόντιος Μαχαιράς και άλλοι Κύπριοι χρονογράφοι, τόσο κατά τη μετάβαση όσο και κατά την επιστροφή της η Ελένη πέρασε από τη Λεμεσό, που την βρήκε έρημη και πικράθηκε γι' αυτό.

 

Όταν στην Ιερουσαλήμ κατά την παράδοση βρήκε τον Τάφο του Σωτήρος, και τους σταυρούς των δυο ληστών, επιστρέφοντας στις 14 Σεπτεμβρίου 326, ξαναπέρασε από την Κύπρο. Στο Βασιλοπόταμο, όπου έφαγε, είδε όραμα, μετά το οποίο έκτισε, όπως και στην Ιερουσαλήμ, ναό στο βουνό Λύμπια [= Όλυμπος], Ὀλυμπία κατά τον Μαχαιρά, που το ερμηνεύει ως προερχόμενο ετυμολογικά από τον σταυρό του Ολυμπά, το όνομα του καλού ληστού. Ο σταυρός αυτός ήταν ένας από τους δυο μεγάλους σταυρούς που η Ελένη κατασκεύασε συνδυάζοντας τα ξύλα των σταυρών των δυο ληστών. Ο ναός ιδρύθηκε στο σημείο όπου βρέθηκε ο σταυρός μετά το όραμα, αφού εξαφανίστηκε από το σεντούκι της Ελένης. Πρόκειται για τον ναό - μονή του Σταυροβουνιού, του Τιμίου Σταυρού. Στην Τόχνη η Ελένη έκτισε γεφύρι και εκκλησία, γιατί εκεί πάλι βρέθηκε με «θαύμα» ένας από τους τέσσερις μικρούς σταυρούς τους φτιαγμένους από το υποπόδιο που είχε καρφωθεί στα πόδια του Ιησού. Έκτοτε ο ποταμός Τέτιος της Τόχνης ονομάστηκε Βασιλοπόταμος [στην πραγματικότητα το όνομα Τέτιος δόθηκε επί Φραγκοκρατίας, από τον Βενετό φεουδάρχη της περιοχής Diedo] κοντά στο μοναστήρι Αγίου Γεωργίου. Η διαβάθμιση των σταυρών ως προς το μέγεθος, μικρός στην Τόχνη, μεγάλος στο Σταυροβούνι, πιθανώς αντανακλά τοπική αντιζηλία των δυο εστιών της «ευεργεσίας» της βασιλομήτορος, που δεν αποκλείεται να στάθμευσε στην Κύπρο και στον πηγαιμό και στον γυρισμό, σύμφωνα με παλαιότατο δρομολόγιο των ταξιδιωτών από την Ευρώπη προς την Ανατολή και τανάπαλιν, από δε τα μέσα του 4ου αι. μ.Χ. κ.ε. και των προσκυνητών των Αγίων Τόπων, δρομολόγιο που γινόταν ολοένα πυκνότερο με τον καιρό, εκτός σε περιόδους πολέμων όπως στην εποχή των Αραβικών Επιδρομών (μέσα 7ου - αρχ. 10ου αι.) και που συνέβαλε στη μετάδοση ανατολικών και κυπριακών τελετουργικών συνηθειών στη δυτική Ευρώπη.

 

Η πρώτη μνεία στις πηγές για την εύρεση του Σταυρού απαντάται στον λόγο του Αμβροσίου επισκόπου Μεδιολάνων για την κηδεία του αυτοκράτορα Θεοδοσίου στα 395 μ.Χ., ενώ ο Ευσέβιος Καισαρείας, φίλος και σύγχρονος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στον Βίον Κωνσταντίνου δεν αναφέρει την εύρεση αλλά μόνο τις ευεργεσίες της Ελένης στην Παλαιστίνη και σ’ όλη την Ανατολή [Εώαν], ιδίως στους κατά πόλιν δήμους και ειδικά τις οικοδομικές της δραστηριότητες, που λογικά δυνατόν να εξυπακούουν και δραστηριότητες και στην Κύπρο, ή δεν μπορούν να τις αποκλείσουν. Στο Ταξιδιωτικό του Bordeaux του 333 μ.Χ. αναφέρεται μόνο η οικοδόμηση από την Ελένη της βασιλικής στον Γολγοθά, ενώ στο Ταξιδιωτικό της Αγίας Συλβίας του 385 μνημονεύεται η Ελένη μόνο για οικοδομήσεις βασιλικών. Η παράδοση της ανακαλύψεως του Σταυρού χωρίς αναφορά στην Ελένη επί Μεγάλου Κωνσταντίνου (που πέθανε στις 21.5.337) διαμορφώθηκε αρχικά στην ίδια την Ιερουσαλήμ στα μέσα του 4ου αι., όπως βλέπουμε σε επιστολή του Κυρίλλου Ιεροσολύμων στον Κώνστα Β' της 7.5.351. Αυτό έγινε προφανώς στα πλαίσια τοπικής εξάρσεως του διαμορφωνόμενου πατριαρχείου της Αγίας Πόλεως, που ανταγωνιζόταν τον θρόνο Αντιοχείας, με συμμάχους την έκτοτε κινδυνεύουσα από τις φιλοδοξίες της τελευταίας Κυπριακή Εκκλησία και την Εκκλησία Αλεξανδρείας, και με «προστάτη» όλων τη Ρώμη. Στις Κατηχήσεις του Κυρίλλου του 346, αναφέρεται η εύρεση του Σταυρού και πάλι χωρίς μνεία της Ελένης αλλά με την εξής σημαντική λεπτομέρεια: καί τοῦ ξύλου τοῦ σταυροῦ πᾶσα ἡ οἰκουμένη κατά μέρος ἐπληρώθη (Patr. Gr., 33, στ. 469 iv 10), που και πάλι μπορεί να εξυπακούει και την Κύπρο. Μετά τον Αμβρόσιο το «μοτίβο» της αγίας Ελένης σταθεροποιείται στην εκκλησιαστική παράδοση και στις Εκκλησιαστικές Ιστορίες (π.χ. Σωκράτους, Σωζομένου [που θεωρείται Κύπριος], Θεοδωρήτου κλπ.), και εκλαμβάνεται ως ιστορικό γεγονός. Αν η Ελένη επισκέφθηκε πράγματι την Κύπρο και οικοδόμησε τα όσα της αποδίδει η παράδοση, πράγμα που δεν αποκλείεται εφόσον οι πιο πάνω ιεροσολυμιτικοί και αυτοκρατορικοί θρύλοι περιέχουν και ιστορικό πυρήνα, η επίσκεψη αυτή δεν μπορεί για κανένα λόγο να συσχετισθεί προς την θεραπεία των δεινών που αναφέρει η παράδοση (ανομβρίας, πείνας, όφεων κλπ.) και προς επιστροφή του πληθυσμού που είχε δήθεν φύγει προ του 326 λόγω των δεινών. Τέτοια δεινά δεν μπορεί να συνέβησαν στα προ του 326 χρόνια, διότι τότε η Κύπρος άκμαζε όπως μαρτυρείται από τις ανασκαφές και την αποστολή 30 πλοίων στον Λικίνιο στα 324 και ισχυρής αντιπροσωπείας στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας στα 325. Εξάλλου οι δυο «επισκέψεις» της Ελένης στην Κύπρο και η όλη συμπεριφορά της και οι σχέσεις της προς τον πληθυσμό όπως αναφέρονται από την παράδοση του Λ. Μαχαιρά, του χειρογράφου British Museum Additional 34554, και ενός άλλου, του 16ου - 17ου αι., που «αναπαράγει» ή αντιγράφει παλαιότερη πηγή, συγγενική προς τις πιο πάνω, προϋποθέτουν ύπαρξη πληθυσμού στο νησί στα 326 και στα προ αυτού χρόνια, όχι ερήμωσή του. Το τελευταίο αυτό κείμενο αναφέρει: καθώς τό λέγουν οἱ  ἱστορίαις οἱ Ρωμαῖκαις τῆς Κύπρου ...ἡ  ἁγία Ἑλένη βλεπόντα τό νησσίν ἒρημον, καί ὂχι μονάχα ἀπό τήν ἀβροχίαν μά ἀκόμη καί ἀπό τήν πολλότητα τῶν θηρίων, καί βλεπόντας ὃτι ἀρχίνησεν νά βρέχη [όταν η Ελένη έφερε σταυρό στην Κύπρο] τότε ἐκείνη ἡ βασίλισσα ἒκαμεν νά ἒλθουν ἀπό τούς ἀνάγυρα τόπους, οἱ  ὁποῖοι ἢτονε ὅλοι Ρωμαῖοι, καί ἒτσι ἐκατοικήσαν εἰς τό νησσίν ∙ οἱ τόποι ὁπού ἢλθασιν εἶναι ἐτοῦτοι: αἲγυπτος, ἰουδαία, σουρία [Συρία], κιλικία, καππαδοκία, καί παμφυλία, καί ἂλλοι τόποι. Καί πολλοί ἢλθασιν ἀπό τήν Κωνσταντινούπολιν, εἰς τήν συντροφίαν τοῦ πρώτου δούκα τῆς Κύπρου, εἰς ἐκείνους τούς καιρούς καί [εις] ὃλους τούς τόπους ἦταν Ρωμαῖοι, καί διά τοῦτο τό πλῆθος τῶν Κυπρίων ἒμειναν καί εἶναι Ρωμαῖοι... 

 

Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός στην Ιστορία του (1788), αντλώντας πιθανώς από τον Νεόφυτο Ροδινό και τον Στέφανο Λουζινιανό, γράφει παρόμοια και ειδικά σημειώνει την «ερήμωση» με τη φράση σχεδόν ἐρημώθη, και εξηγεί την ποικιλορρυθμία, την πολυγλωσσία [= διαλεκτική ποικιλία της ελληνικής γλώσσας] και τα ποικίλα ήθη των Κυπρίων από την ποικίλη προέλευση των «νέων» Ελλήνων κατοίκων που ήρθαν μετά την «μεταφορά σταυρού» από την Ελένη αγνοώντας την επιστροφή των φυγάδων που τονίζουν ο Λεόντιος Μαχαιράς και το χειρόγραφο του Βρετανικού Μουσείου. Χάσμα πληθυσμιακό δεν φαίνεται να υπήρξε τότε, αν και ενίσχυση του πληθυσμού, που επλήγη από δεινά, όχι πάντως στα προ του 326 χρόνια, με νέον ακραιφνώς ελληνικό φαίνεται ότι πράγματι υπήρξε.

 

Τα περι δεινών 

Η ενίσχυση αυτή προκύπτει και από το στιλ και τη μορφή των επιγραφών και τις καλλιτεχνικές αντιλήψεις που επικρατούν στα μέσα του 4ου αι. στην Κύπρο, αν και αυτές μπορεί να σχετίζονται και με την οριστική επικράτηση του Χριστιανισμού και επιδράσεις από τις γύρω χώρες. Η «βάρβαρη» επιγραφή των Σόλων (Byzantion, XX, 1950, σσ. 167 - 170) μπορεί να συνδέεται με τους πάροικους που κατά μερικές εκδοχές ήλθαν στην Κύπρο μετά τη λήξη των δεινών. Το ίδιο ισχύει και για άλλες επιγραφές με ποικίλλουσα ελληνική γραφή που διαφέρει από τη σταθερή και αμετάβλητη γραφή των 1ου, 2ου (και 3ου) αι. μ.Χ. Αλλά είναι τώρα βέβαιο ότι οι αλλαγές αυτές δεν σχετίζονται προς τις «επισκέψεις» της Ελένης ούτε τα δεινά που «θεράπευσε» η βασιλομήτωρ συνέβησαν προ του 326 ούτε αυτή τα θεράπευσε. Τέτοια δεινά είναι ιστορικώς δυνατό να συνέβησαν κατά την βασιλεία του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των αμέσων διαδόχων του μόνο μετά τους σεισμούς του 332 και του 342/3 μ.Χ. και εξ αιτίας αυτών των σεισμών. Όπως ξέρουμε οι μεγάλοι σεισμοί συχνότατα προκαλούν ερήμωση, ανομβρία, πείνα, ανάπτυξη φιδιών μέσα στα ερείπια. Πάντως ούτε οι δυο πιο πάνω σεισμοί υπήρξαν ολοκληρωτικά καταστρεπτικοί, αφού διασώθηκαν από αυτούς δημόσια και ιδιωτικά κτίρια του 3ου αι. και επισκευάστηκαν, ενώ πόλεις που κατέρρευσαν ξανακτίστηκαν (π.χ. η Σαλαμίς ως Κωνσταντία). Ούτε η περίφημη πείνα που έπληξε την Ανατολή επί Μεγάλου Κωνσταντίνου προκαλώντας εξεγέρσεις συνέβη στα 324 όπως την χρονολογεί ο George Hill (History of Cyprus, I, 1949, σ. 246), αλλά στα 333, ένα χρόνο μετά τον πρώτο σεισμό, που κατέστρεψε τη Σαλαμίνα και άλλους γύρω τόπους (μάλλον όχι και το Κούριον και την Πάφο, που φαίνεται ότι επλήγησαν στα 370 μ.Χ., οπότε κι αυτές οι πόλεις γέμισαν φίδια, γι’ αυτό κι ο «θρύλος» των φιδιών του μοναστηριού του Αγίου Νικολάου του Ακρωτηρίου, για τον οποίο βλ. λήμμα γάτες Αγίου Νικολάου). Τότε ακριβώς ο Μέγας Κωνσταντίνος διέταξε την δωρεάν διανομή μερίδων σιταριού σε πολλές πόλεις όπως η Αντιόχεια μέσω των τοπικών Εκκλησιών για συντήρηση χηρών, πτωχών, ξένων και κληρικών κατά τον Θεοφάνη (Χρονογραφία, έκδ. de Boor, I, σ. 29).

 

Η χρησιμότητα της Αγίας Ελένης

Τα πραγματικά αυτά γεγονότα, προφανώς ενωρίς, η Εκκλησία αλλά και η λαϊκή παράδοση της Κύπρου καθοδηγούμενη από την Εκκλησία, τα συνέδεσαν προς τις πραγματικές ή φανταστικές επισκέψεις της αγίας Ελένης στην Κύπρο για λόγους πολιτικούς και εκκλησιαστικούς, δηλαδή για να στηρίξουν τις κυπριακές εκκλησιαστικές διεκδικήσεις για απαλλαγή από την επιχειρούμενη κηδεμόνευση της Κυπριακής Εκκλησίας από την Αντιόχεια. Από μερικούς ερευνητές, ωστόσο, οι «επισκέψεις» αυτές εντάσσονται σ' ευρύτερους κύκλους πανάρχαιων λαϊκών θρυλικών παραδόσεων, προχριστιανικών, ελληνικών και ευρωπαϊκών, κατά τις οποίες η εξαφάνιση φιδιών και άλλων θηρίων από δοκιμαζόμενα νησιά ή άλλους τόπους αποδίδεται σε άγιο ή ήρωα ή θεό (Στεφ. Δ. Ήμελλου,«Ἀπό τήν ἐπίσκεψιν τῆς Ἁγίας Ἑλένης εἰς τήν Κύπρον», Κυπριακός Λόγος, IB', 69 - 72, Μάιος - Δεκέμβριος 1980, σσ. 367 - 371). Παρόμοιος είναι και ο θρύλος της επισκέψεως της Παναγίας στην Κύπρο και δη στη Λάρνακα κατά τη διαδρομή Παλαιστίνη - Άθως [αντί Κύπρου λόγω ανέμου] -Λάρνακα - Ιερουσαλήμ. Η σχεδόν πλήρης ταύτιση του «χώρου επισκέψεως» της Παναγίας προς εκείνον της αγίας Ελένης (Λάρνακα ή Κιττιαία, Τόχνη, Βασιλοπόταμος και τα γύρω) ίσως υποδηλώνουν κάποια σχέση των δυο παραδόσεων (βλ. και λήμμα Άθως και Κύπρος). Σημασία εδώ έχει η πρώιμη περιβολή της επισκέψεως της αγίας Ελένης στην Ανατολή με θρυλικά στοιχεία είτε στα πλαίσια του αυτοκρατορικού μύθου είτε για να εξυπηρετήσουν τις προπαγανδιστικές ανάγκες των συγκρουόμενων συμφερόντων των μεγάλων «μητροπολιτικών» Εκκλησιών της εποχής, των κατοπινών πατριαρχείων, και βέβαια και της Κυπριακής Εκκλησίας στον φοβερό αγώνα της για απόκρουση των ασφυκτικών διεκδικήσεων της Αντιοχείας για έλεγχο της τελευταίας.  

 

Ειδικότερα η Εκκλησία της Κύπρου υιοθετώντας τον θρύλο των επισκέψεων της βασιλομήτορος στο νησί και συνδέοντάς τις προς θεραπείες δεινών που συνέβησαν τουλάχιστον 5 ή 6 χρόνια μετά απ’ αυτές, «καθαγίαζε» τα δικαιώματά της, όπως αργότερα και με το «θαύμα της Κερατέας» επί Ανθεμίου αρχιεπισκόπου (488), και αφετέρου αξιοποιούσε προς όφελός της τις συγκρούσεις Αντιοχείας - Κωνσταντινουπόλεως και Ιερουσαλήμ - Αντιοχείας. Η πρώτη άρχισε ή ενδυναμώθηκε λόγω της υβριστικής συμπεριφοράς του Αντιοχείας Ευσταθίου του Ομολογητού, αντι-Αρειανού, έναντι της Ελένης για την οποία και εξορίστηκε από τον Κωνσταντίνο μαζί με πρεσβυτέρους και διακόνους στα 326-327. Χαρακτηριστικά σημειώνουμε ότι ο στύλλος πυρός που η αγία Ελένη λέγεται ότι είδε στον Βασιλοπόταμο προτού κτίσει την εκκλησία και το γεφύρι στην Τόχνη κατά την ιεροσολυμιτική και την κυπριακή παράδοση, θυμίζει τον φωτεινό σταυρό του «οράματος» του Μεγάλου Κωνσταντίνου κατά τους Ευσέβιο και Λακτάντιο, αιτία και αρχή της μεταστροφής του στον Χριστιανισμό. Αν και ο πρώτος υπαινιγμός για φωτεινό σταυρό βρίσκεται στους Κλήμεντα και Ωριγένη, ωστόσο η πρώτη σαφής μνεία του στους Ευσέβιο και Λακτάντιο καθιστά την βασικά αυτοκρατορική προέλευση του «οράματος» αδιαμφισβήτητη. Το «όραμα» με τους σταυρούς του αυτοκράτορα και οι στύλλοι πυρός που βλέπει η μητέρα του στην Κύπρο αποτελούν κρίκους της ίδιας σταυρικής - οραματικής αυτοκρατορικής μυθολογίας της δυναστείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ειδικά της πιστής σ’ αυτόν (μετά τις σφαγές και εκκαθαρίσεις των υπόπτων μελών της από τον ίδιο). Τη μυθολογία αυτή υιοθετούν και αναπτύσσουν η Ιερουσαλήμ και η Κύπρος στα μεταβατικά και ρευστά εκείνα χρόνια. Η καταστολή του κινήματος του δούκα Καλόκαιρου, που εστάλη για να θεραπεύσει τα δεινά των σεισμών του 332 αλλά αποσχίσθηκε και τιμωρήθηκε σκληρά από τον Δαλμάτιο, συνδυάστηκε με την αποστολή φρουράς Ιλλυριών στην Κύπρο, ειδικά στη βόρειο Κύπρο, που κινδύνευε συχνά από τους πειρατές των έναντι μικρασιατικών ακτών, των λεγομένων Τηλλύρων, που κατά μετάθεση χρονολογική η κυπριακή παράδοση τους θεωρεί αποίκους που η αγία Ελένη μετέφερε «από την Τήλον».

 

Κ.Π. ΚΥΡΡΗΣ