Ορυχεία και Κύπρος

Τα ορυχεία κατά την αρχαιότητα

Image

Η λέξη μέταλλο στα ελληνικά ή metallum τα λατινικά έχει την έννοια του ορυχείου. Η λατινική γλώσσα χρησιμοποιεί, επίσης, τον όρο fodina. Ο οποίος περιλαμβάνει τις μεταλλουργικές δραστηριότητες. Η ιστορία των μετάλλων – ορυχείων, ήταν αρχικά ένα σχόλιο των αρχαίων συγγραφέων όπως φαίνεται από το έργο του J. Von Bethe, Comenntatio de Hispaniae antiquae re metallica ad locum Strabonis lib. III, Gottigen, 1808. Αργότερα, οι ακριβείς και εντυπωσιακές ανακαλύψεις που οφείλονταν στην εκρηκτική ανάπτυξη της μεταλλουργίας τον 19ο αιώνα, έγιναν αιτία να μελετηθούν όπως φαίνεται από το άρθρο του E. Ardaillon (“Metalla” Dictionnaire des antiquites grecques et romaines, 1904), των αρχών του 20ου αιώνα. Σήμερα η αρχαιομεταλλουργεία και η μεταλλουργεία, συχνά σχετιζόμενες με τις επιστήμες της γης και συγχωνευόμενη με την αρχαιομετριά, εμπλούτισαν τις γνώσεις μας αναφορικά με τα πρώτα στάδια της τεχνικής.

Η σπουδαιότητα των μετάλλων στους αρχαίους πολιτισμούς είναι αισθητή εφόσον έγιναν σύμβολα του χρόνου από την βαθιά αρχαιότητα –χρυσός, αργυρός, ορείχαλκος, σίδηρος –όπως το επισημαίνει ο Ησίοδος και όπως τα χρησιμοποιούν οι αρχαιολόγοι για να διαχωρίσουν την Προϊστορία από την Ιστορία. Χωρίς τα μέταλλα η ανθρωπότητα δε θα ήταν το τι είναι σήμερα, με ό,τι επέφερε σ’ αυτή καλό ή κακό. Το σίδηρο π. χ. που είναι συγχρόνως, κατά τον Πλίνιο (Φυσική Ιστορία XXXIV, 138), το καλύτερο και το χειρότερο πράγμα, κατασκευάζουμε με αυτό τόσο τα όπλα όσο και τα άροτρα. Η χρήση των μετάλλων είναι πολλαπλή και από πολλούς, στις πόλεις, στις επαρχίες, οι στρατιώτες, οι χωρικοί, οι πολίτες, οι ιδιώτες, όλοι τα χρειάζονται. Μετά τη σταθεροποίηση της ανθρωπότητας που επέφερε η νεολιθική επανάσταση, έπρεπε να καλλιεργηθεί η γη και να προστατευτεί. Παράλληλα οι τεχνικές εξελίσσονται, έτσι εγκαταλείπεται ο λίθος για τα μέταλλα. Πολύ σύντομα θα αρχίσει ή με την εμπορία ή με τη βία η ιδιοποίηση των μεταλλοφόρων στρωμάτων, αρχικά επιφανειακά και μετά υπόγεια.

Μεταξύ της 5ης και της 3ης χιλιετίας, η αναζήτηση λίθων και χρωματιστών ορυκτών για διακόσμηση υπήρξαν αιτία για την ανάπτυξη της τεχνικής της υπόγειας εκμετάλλευσης και φυσικά άνοιξαν το δρόμο προς τη μεταλλουργεία. Τα πρώτα ορυχεία είχαν ως σκοπό την αναζήτηση χαλκού, από την 5η χιλιετία στη νοτιοανατολική Ευρώπη, εκεί όπου άνθισαν οι πρώτοι μεγάλοι πολιτισμοί και αργότερα στη δυτική Ευρώπη.

Ο J.D. Muhly (Metals: Typology and Technology, vol 4, 1997, p. 1-5), κάνει παρουσίαση της ιστορίας της εφεύρεσης και πρώτης χρήσης του χαλκού την οποία τοποθετεί στην κεντρική και ανατολική Ανατολία, την 8η χιλιετία

Παρά τη γεωγραφική διαφορά που μπορεί να παρατηρηθεί μεταξύ των στρωμάτων των ορυκτών, εντούτοις οι τεχνικές ταξίδευσαν, εξελίχθηκαν και τελειοποιήθηκαν παράλληλα με την εκμετάλλευση των ορυχείων γύρω από τη Μεσόγειο, όπως το Σινά, η Αίγυπτος, η Κύπρος, η Ιταλία, η Γαλλία και η Ιβηρική χερσόνησος. Από το γεωγραφικό χώρο και τα γεωλογικά δεδομένα εξαρτιόταν η ανακάλυψη και η εκμετάλλευση των μεταλλοφόρων στρωμάτων. Πρώτα, επισημάνθηκαν αυτά που βρίσκονταν πλησίον των μεγάλων πολιτισμών όπως της Φεινάν στην Ιορδανία, του Αμπελικού στην Κύπρο της Τίμνα στο Νεγκέβ.

Ο Π. Δίκαιος, (Early Copper Ages Discoveries in Cyprus:3rd Millennium B.C. Copper Mining, Illustrated London News, 1946), παρουσιάζει τα αποτελέσματα της ανασκαφής του στο Αμπελικού, τοποθεσία Αλέτρι, σε αριστουργηματική έκφραση αρχαιολογικού κειμένου, και με το οποίο τοποθετεί τις πρώτες μεταλλευτικές δραστηριότητες στην Πρώιμη εποχή του Χαλκού.

Έντονη μεταλλευτική δραστηριότητα παρατηρείται από τον 8ο π.Χ. αιώνα και μετά με επίκεντρο την Κύπρο και Ισπανία, όπου οι Φοίνικες έμποροι προμηθεύονταν χαλκό και σίδηρο. Για τον ίδιο λόγο, οι Φοίνικες προχώρησαν μέχρι τα νησιά Κασσιτέρια σε αναζήτηση του κασσίτερου. Η εκμετάλλευση όμως μεταλλοφόρων στρωμάτων εξαρτιόταν από το επίπεδο τεχνολογίας. Ένα ορυκτό μετατρέπεται σε μετάλλευμα από τη στιγμή που καθίσταται γνωστό ότι περιέχει μέταλλο και είναι δυνατό να επεξεργαστεί. Έτσι τα αργυροφόρα στρώματα της ανατολικής Μεσογείου, κυρίως το Λαυρίου, της Σίφνου, της Θάσου και της Σκουριώτισσας, εκμεταλλεύθηκαν αρκετά νωρίς επειδή η τεχνική διαχώρισης του αργυρού από το μόλυβδο ήταν γνωστή από την 3η χιλιετία.

Τα κύρια μέταλλα που παρήγε ο αρχαίος ελληνορωμαϊκός κόσμος είναι ο άργυρος, ο μόλυβδος, ο σίδηρος, ο χαλκός, ο κασσίτερος, ο χρυσός. Από τα ορυκτά τα πλέον αναζητούμενα ήταν ο αργυροφόρος γαληνίτης, τα οξείδια του σιδήρου, τα οξείδια του χαλκού από τα οποία τα πιο σημαντικά ήταν ο θειικός και ο χαλκοπυρίτης, ο κασσερίτης. Φυσικά τα αυτοφυή μέταλλα, όπως ο χαλκός και ο χρυσός δεν ήταν άγνωστα. Στις φλέβες μολύβδου-αργυρού ο γαληνίτης συχνά συνοδεύεται από το ορυκτό του ψευδαργύρου, το θειούχο ψευδάργυρο. Πολλοί λαοί όμως μη γνωρίζοντας τον ψευδάργυρο αγνόησαν και το θειούχο ψευδάργυρο. Οι Έλληνες, εντούτοις, από τον 3ο αιώνα π.Χ. και οι Ρωμαίοι από τον 1ο αιώνα, χρησιμοποίησαν την καλαμίνη για την ανθράκιση του χαλκού, που έδωσε τον ορείχαλκο, μέταλλο με το οποίο έκοψαν νομίσματα.

Γεωγραφική τοποθέτηση των ορυχείων στον ελληνορωμαϊκό κόσμο

Στα μέσα της 1ης χιλιετίας πολλές μεταλλοφόρες περιοχές ήταν γνωστές. Άλλες θα προστεθούν κατά τη διάρκεια των αιώνων μέχρι το τέλος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Όσον αφορά στον ελληνικό χώρο τα χαλκοφόρα στρώματα της Κύπρου είναι, τουλάχιστον από την Ύστερη εποχή του Χαλκού και μετά υπό έντονη εκμετάλλευση. Από τη δεύτερη χιλιετία προμήθευαν χαλκό τις μεσογειακές χώρες, με φορτία ταλάντων, όπως βρέθηκαν στο Χεληδόνιο άκρο και στην Ulu Burum, νότια της Μικρά Ασίας. Τάλαντα βρέθηκαν, επίσης στη Σαρδηνία ίσως ακόμα και στις Μπαλεάρες, πρώτη ένδειξη εμπορίου πέραν της Μεσογείου. Η Σίφνος, η Θάσος, η τα ορυχεία των Σόλων, και η Ταμασσός παρήγαγαν χρυσό μόλυβδο, αργυρό και χαλκό –τα κυπριακά ορυχεία- το Λαύριο άργυρο και μόλυβδο εντούτοις πηγές αναφέρουν ότι τα μέταλλα δεν αφθονούσαν στη Μεσόγειο τουλάχιστον την Αρχαϊκή περίοδο. Οι Φοίνικες έμποροι, ίσως από τον 12ο αιώνα π.Χ., όπως το θέλει η παράδοση ή μάλλον από τον 8ο αιώνα αναζητούν τον κασσίτερο, τον άργυρό, τον μόλυβδο και το χρυσό στη δυτική Μεσόγειο, στο βασίλειο της Ταρτέσος. Ακόμα πιο έντονη είναι η παρουσία τους στην Κύπρο, που έφθαναν όχι μόνο για την αναζήτηση χαλκού αλλά εγκαταστάθηκαν επίσης όπως το μαρτυρούν οι μεταλλουργικές εγκαταστάσεις στο Κίτιο. Οι Έλληνες της Μικρά Ασίας, Σάμιοι και Φωκιείς έχουν τις ίδιες βλέψεις στις ίδιες πηγές. Χάριν στις αρχαιολογικές έρευνες που διεξάγονται από το 1970 στα νοτιοδυτικά της Ιβηρικής χερσονήσου –Ριοτίντο, Θαρσίδα- διαβεβαιώνεται με ακρίβεια αυτή η παράδοση ιδιαίτερα σε ότι αφορά την παραγωγή αργυρού αυτή την περίοδο και τη την επεξεργασία χαλκού στο Κίτιο. Την Κλασική και Ελληνιστική εποχή ο χαλκός της Κύπρου, με κύρια ορυχεία την Σκουριώτισσα, Λίμνη και Ταμασσό είναι υπό έντονη εκμετάλλευση, το Λαύριο το ίδιο. Αρχικά τον 5ο αιώνα κατά την περίοδο των Περσικών πολέμων (Ηρόδοτος, VI, 144, Αριστοτέλης, Πολιτεία, XXII , 7) όταν η Αθήνα με προτροπή του Θεμιστοκλή χρησιμοποιεί τα έσοδα των ορυχείων για την κατασκευή στόλου που οδήγησε στη νίκη της Σαλαμίνας το 480 π.Χ. Έπειτα τον 4ο αιώνα π.Χ. όπως αφήνεται να νοηθεί στο έργο του Ξενοφώντα «Τα έσοδα» και η αρχαιολογική επισκόπηση του ορυχείου. Το Λαύριο παράγει επίσης σίδηρο το οποίο χρησίμευε στο δέσιμο των μαρμάρων των κτιρίων της Ακρόπολης. Λιγότερο γνωστά είναι τα ορυχεία του Παγγαίου από όπου ο Φίλιππος της Μακεδονίας προμηθευόταν χρυσό για τους στατήρες του. Το 2ο αιώνα π.Χ. τα ορυχεία χαλκού αργυρού και σιδήρου της Μακεδονίας ελέγχονται από το βασιλιά, ως επίσης και τα ορυχεία χρυσού των Λαγίδων στην Αίγυπτο, που έγιναν γνωστά από τον Αγαθαρχίδη.

Ρωμαϊκή εποχή: Τη Ρωμαϊκή εποχή σχεδόν όλα τα μεταλλοφόρα στρώματα, από τα μεγαλύτερα μέχρι τα μικρότερα είχαν επισημανθεί και βρίσκονταν υπό εκμετάλλευση. Η Δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και η Κύπρος τοποθετούνται στην πρώτη θέση παραγωγής. Πολύ λίγο γνωρίζουμε για τα ορυχεία αυτά αλλά σίγουρα παρήγαγαν χαλκό, χρυσό, αργυρό και σίδηρο. Η άφιξη των Ρωμαίων στην Ισπανία το 218 π.Χ. και στην Κύπρο το 51 π.Χ. σηματοδοτεί την αρχή μιας από τις πλέον μεγάλες περιόδους μεταλλευτικής δραστηριότητας, που γνώρισαν ποτέ οι δύο χώρες. Σε λίγο χρονικό διάστημα τα ορυχεία μολύβδου και αργυρού της Carthago Nova, όπου οι Ρωμαίοι διαδέχονται τους Καρχηδόνιους, και της Σκουριώτισσας όσο και της Λίμνης και Ταμασσού θα δραστηριοποιηθούν έντονα για δύο αιώνες. και πλέον. Η αρχαιολογία επιβεβαιώνει το κείμενο του Πολύβιου (Στράβωνας, Γεωγραφικά, ΙΙΙ, 2, 10) στο οποίο αναφέρονται 40.000 εργάτες που επέφεραν 25.000 δραχμές την ημέρα. Σε δεύτερη θέση έρχεται η Γαλάτια γνωστή κυρίως για τα ορυχεία σιδήρου, τα ferrariae, των οποίων τη σπουδαιότητα υπογραμμίζει ο Καίσαρας (Πόλεμος της Γαλάτιας, VII, 22,2) και την Τρίτη θέση κατέχει η Βρετανία, η Britannia των Ρωμαίων. Μικρότερου ενδιαφέροντος υπήρξαν πολλές επαρχίες της ανατολικής και δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όπως αυτές της σημερινής Αυστρίας, Σερβίας, Ρουμανίας και Σαρδηνίας. Για τον Πλίνιο (Φυσική ιστορία ΙΙΙ, 138 και ΧΧΧΙΙΙ, 78) καμιά άλλη γη δεν ήταν τόσο πλούσια σε μέταλλα όσο η Ιταλία, αλλά νομοθετικό διάταγμα της Συγκλήτου απαγόρευσε την εκμετάλλευση τους. Φαίνεται όμως ότι η Ιταλία στην πραγματικότητα είναι πολύ φτωχή σε μέταλλα. Ο σίδηρος του νησιού Έλβα θα ήταν η μόνη σημαντική παραγωγή. (Διόδωρος, V, 13), όπως το προδίδει το τεράστιο κατάλοιπο σκουριάς που βρέθηκε στην περιοχή.

 

Μεταλλευτικές δραστηριότητες: Πολύ λίγα στοιχεία ας έχουν περιέλθει για τις μεταλλευτικές δραστηριότητες πριν την Ελληνορωμαϊκή εποχή. Σημειώνουμε ότι οι πρώτες πληροφορίες αναφορικά με τις μεταλλευτικές δραστηριότητες, προέρχονται από την Κύπρο, από το Αμπελικού (Π. Δίκαιος, 1946) και θεωρούνται οι αρχαιότερες μαρτυρίες, που ανάγονται στην Πρώιμη εποχή του Χαλκού. Ποιος όμως είχε δικαιώματα πάνω στα ορυχεία. Όλες οι γραπτές πηγές δεικνύουν ότι την εξουσία στα ορυχεία την είχε η πολιτεία. Ο Ξενοφών στο έργο του «Τα έσοδα»XVII γράφει. Η πολιτεία νοικιάζει τα ορυχεία του Λαυρίου σε εργολάβους οι οποίοι τα εκμεταλλεύονται με σκλάβους τους οποίους παρέχει η ίδια η πολιτεία. Το ίδιο φαίνεται να συνέβαινε την Ελληνιστική εποχή στην Αίγυπτο (Διόδωρος, Ιστορική Βιβλιοθήκη, ΙΙΙ, 2), τη Ρωμαϊκή εποχή στην Κύπρο (Γαληνός, Περί της των απλών φαρμάκων κράσεως και δυνάμεως) και στη Μακεδονία (Τίτος Λίβιος, Ιστορία της Ρώμης, XLV, 29,11). Η Ρώμη φορολογεί τα ορυχεία. Το ρωμαϊκό δίκαιο δεν κάνει διάκριση μεταξύ της κυριαρχίας στο έδαφος και στο υπέδαφος. Εφόσον η Ρώμη είναι κυρίαρχη του εδάφους το οποίο κατάκτησε, γίνεται και κυρίαρχος του υπεδάφους, των μετάλλων και των λίθων. Τα δικαιώματα αυτά μπορούν να μεταβιβαστούν σε άλλους πολίτες ή ιδιώτες, είναι όμως ανακλητό. Έτσι πρέπει να θεωρηθεί η δήμευση από τον Τιβέριο των ορυχείων του Σίξτους Μάριους, που κατείχε στην Ισπανία. (Τάκιτος, Χρονικά, VI, 19). Η επικράτεια της ρωμαϊκής πολιτείας διαφαίνεται στο Θεοδοσιανό Κώδικα, Χ, 19, 10), του IV αιώνα που αναφέρεται στα ορυχεία και τα λατομεία. Τα ελληνικά γραπτά κείμενα του ΙV αιώνα π.Χ., που αναφέρονται στο Λαύριο δείχνουν ότι η Αθηναϊκή πολιτεία δεν εκμεταλλευόταν μόνη της τα ορυχεία. Τα νοίκιαζε σε εργολάβους με συμβόλαιο και οι άρχοντες, οι πολίτες αναλάμβαναν τις διαβουλεύσεις για την υλοποίησή του. Πολλές στήλες που βρέθηκαν στην αγορά των Αθηνών, που χρονολογούνται μεταξύ 367-307 π.Χ. περιγράφουν τα συμβόλαια αυτά τα οποία περιελάμβαναν: το όνομα του ορυχείου – Ερμαικόν, Ποσειδωνιακόν, Αρτεμισιακόν, Δημητριακόν- την κατηγορία του και την τιμή στην οποία ήταν νοικιασμένο. Στις επιγραφές και σε κείμενο του Αριστοτέλη (Πολιτεία, XLVII, 2), κατηγορίες ορυχείων είναι: ορυχεία εν ενεργεία (εργάσιμα), νέα (καινοτομίαι), ανασάξιμα, παλαιά ανασάξιμα, συγκεχωρεμένα.

Η Ρώμη αρχικά απέφευγε να εκμεταλλεύεται άμεσα τα ορυχεία της, τα νοίκιαζε δε, 5 χρόνια σε ελεγκτές (κήνσωρες) ή σε ιδιώτες publicani ή σε εταιρίες –societas publicorum- Οι εταιρίες αυτές είχαν απεριόριστα οφέλη κυρίως από τον 1ο αιώνα και μετά, όπου απέκτησαν μια ορισμένη σταθερότητα και αυτονομία που τους επέτρεπε να υπογράφουν συμβόλαια σε ψηλή τιμή, ότι δεν μπορούσε να κάνει μια μικρή εταιρία. Ο Πολύβιος (VI, 11, 1-2) τον 2ο αιώνα π.Χ. αναφερόμενος σε θεωρία για τα ορυχεία τονίζει ότι για να είναι ικανοποιητική η εκμετάλλευση των χρειάζεται χρόνος και χρήμα, γι’αυτό προσέτρεχαν στις societas publicorum. Σε κείμενο του Τίτου Λίβιου (Ιστορία της Ρώμης, XLV, 18,4), σχετικά με τα ορυχεία της Μακεδονίας διαφαίνεται ότι η Σύγκλητος δεν τα έδινε για εκμετάλλευση παρά στις εταιρίες. Δεν αποκλείονται οι περιπτώσεις όπου νοικιάζονταν και σε ιδιώτες. Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζεται από σφραγίδα σε τάλαντα μολύβδου που προέρχονται από τα ορυχεία της Καρχηδόνας, του 1ου αιώνα π.Χ. όπου αναγράφεται το όνομα ιδιώτη. Εφόσον η απαιτούμενη φορολογία είχε πληρωθεί στην πολιτεία, οι εκμεταλλευτές ήταν ιδιοκτήτες των μετάλλων που παρήγαγαν, όχι όμως και των ορυχείων. Ο τρόπος αυτός διαχείρισης επέτρεπε στην πολιτεία να έχει ένα σταθερό εισόδημα, τα οφέλη, και γλίτωνε συγχρόνως από τη βαριά εκμετάλλευση. Το μειονέκτημα της όλης κατάστασης είναι ότι οι πολίτες, δηλαδή, οι υπεύθυνοι  της εταιρίας δεν είχαν ως ενδιαφέρον παρά την επιδοφόρα παραγωγή και το οικονομικό, χωρίς την έννοια για τον τοπικό πληθυσμό, ούτε τη λογική παραγωγή και την οικονομική. Γενικά οι εταιρίες ήταν αυτόνομες όπου η πολιτεία δεν ασκούσε κανένα έλεγχο. Με την εγκαθίδρυση της αυτοκρατορίας νέο σύστημα τοποθετείται που απαιτούσε πραγματικό έλεγχο από τη διοίκηση στην οποία υπαγόταν το ορυχείο, δηλαδή το φορολογικό ταμείο. Από την εποχή των Φλαβιανών αυτοκρατόρων τη διαχείριση των ορυχείων είχε ο οικονομικός επίτροπος της καθορισμένης επαρχίας και αντιπρόσωπος του αυτοκράτορα –procurator Augusti- επίλεκτος πολίτης, μέλος της τάξης των ιπποτών, δηλαδή της 2ης ρωμαϊκής τάξης. Επί τόπου, το ορυχείο διοικούταν από τον επίτροπο, ελεύθερο πολίτη, βοηθούμενος από μια καθορισμένη διοίκηση. Το ορυχείο και η περιοχή του ήταν υπό τον έλεγχο του επιτρόπου και διέφευγε της τοπικής αυτοδιοίκησης. Δύο ορειχάλκινες πλάκες που ανακαλύφθηκαν το 1876 και το 1906 σε σωρό ρωμαϊκής σκουριάς στα ορυχεία Vipasca –metallum Vipascense- στην Πορτογαλία, δίνουν μια ιδέα της δύναμης του επιτρόπου την εποχή του Ανδριανού (117-138) και αναφέρονται στη νομοθεσία που υπέκειντο οι μεταλλωρύχοι. Έλεγχε όλες τις δραστηριότητες του ορυχείου – διοίκηση, ασφάλεια - την κοινωνική ζωή των μεταλλωρύχων – τα δημόσια λουτρά, το σχολείο, την αγορά- όλα ήταν υπό τον έλεγχο του.