Μάχη του Μαχαιρά

Image

Θρυλική μάχη που διεξήχθη στα βουνά του Μαχαιρά στις 3 Μαρτίου 1957  κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ. Κατά τη διάρκεια της μάχης ο αγωνιστής και υπαρχηγός της οργάνωσης, Γρηγόρης Αυξεντίου κάηκε ζωντανός, αρνούμενος να παραδοθεί στους Άγγλους.

 

Ο Αυξεντίου υπηρετούσε ως Τομεάρχης Αμμοχώστου-Βαρωσίων στις αρχές του Αγώνα. Την 1η Απριλίου 1955 καταζητήθηκε από τους Άγγλους και μετατέθηκε στην επαρχία Κερύνειας, όπου υπηρέτησε ως τομεάρχης της ΕΟΚΑ μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1955. Από τον Δεκέμβριο του 1955 διετέλεσε τομεάρχης Πιτσιλιάς.

Ένα από τα σημαντικότερα κρησφύγετα που χρησιμοποίησε ο Γρηγόρης Αυξεντίου τον καιρό του Αγώνα ήταν αυτό του Παλαιχωρίου, δίπλα από την Εκκλησία της Παναγίας Χρυσοπαντάνασσας, στο υπόγειο του σπιτιού του Ανδρέα και της Μαρίτσας Καραολή. Κτίστηκε, με υπόδειξη του ιδίου του Αυξεντίου, το καλοκαίρι του 1956 (μετά από διαταγή του Διγενή για κατασκευή κρησφυγέτων και σε σπίτια, εκτός εκείνων που υπήρχαν στις ορεινές περιοχές), από τους αντάρτες του. Στο Παλαιχώρι τον κύκλωσαν οι Βρεττανοί στρατιώτες, που όμως δεν ανακάλυψαν τον χώρο όπου κρυβόταν . Καταδιωκόμενος ο Γρηγόρης, κατέβηκε στο χωριό Φτερικούδι, απ' εκεί στον Μαχαιρά, στους Καπέδες, στον Αναλιόντα, και πάλι πίσω στον Μαχαιρά, στις 5 Φεβρουαρίου 1957, όπου έμεινε προσπαθώντας ν' αναδιοργανώσει τον τομέα του που είχε δεχθεί ισχυρά πλήγματα.

Στις 3 Μαρτίου του 1957 οι Άγγλοι, ύστερα από προδοσία πληροφορήθηκαν το κρησφύγετό του κοντά στο Μαχαιρά. Το περικύκλωσαν με αυτοκίνητα και ελικόπτερα, μετά από πολύωρη μάχη και αρκετούς νεκρούς Άγγλους έριξαν βενζίνη στο κρησφύγετο και τον έκαψαν ζωντανό. Το καμένο σώμα του θάφτηκε στις 4 Μαρτίου στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας, στο χώρο που είναι γνωστός σήμερα ως «Τα φυλακισμένα μνήματα».

 

Στο σημείο της τελευταίας μάχης του Αυξεντίου έχει κτιστεί ενα μνημείο ενω στο παρακείμενο μοναστήρι ανεγέρθηκε ενα πελώριο άγαλμα του. Πολλοί Έλληνες και ξένοι ποιητές εμπνεύστηκαν από τον αγώνα και το θάνατο του Γρηγόρη Αυξεντίου και έγραψαν ποιήματα προς τιμήν του, όπως ο ποιητής Κώστας Μόντης και ο Γιάννης Ρίτσος με το ποίημα "Ο Αποχαιρετισμός".  Το Κέντρο Ανάδειξης της Λαογραφικής και Ιστορικής Ενότητας Θράκης- Κύπρου "Γρηγόρης Αυξεντίου" ιδρύθηκε από τον Σύλλογο Κυπρίων Νομού Ξάνθης και το Δήμο Βιστωνίδας με την βοήθεια και στήριξη του Συμβουλίου Ιστορικής Μνήμης Αγώνα ΕΟΚΑ 1955-1959. Το Κέντρο είναι στον οικισμό Αυξέντιο 10 χλμ περίπου από Ξάνθη, γιατί ο οικισμός μετονομάστηκε από Νέο Κατράμιο σε Αυξέντιο προς τιμή του Γρηγόρη Αυξεντίου, μετά από αίτημα των κατοίκων του το 1960. Ο οικισμός ιδρύθηκε το 1924 από Μικρασιάτες.

 

Η θρυλική μάχη

Την 1η Μαρτίου του 1957, οι βρετανοί επανήλθαν στην περιοχή του Μαχαιρά αναζητώντας επίμονα τον Γρηγόρη Αυξεντίου. Μετά από προδοσία ανακάλυψαν το κρησφύγετό του, σε απόσταση ενός χιλιομέτρου περίπου από το μοναστήρι του Μαχαιρά. Αμέσως, απόσπασμα από 60 βρετανούς στρατιώτες και αξιωματικούς περικύκλωσε το κρησφύγετο, ενώ ο επικεφαλής του βρετανικού αποσπάσματος, ανθυπολοχαγός Μίντλεττον, πλησίασε την είσοδο της σπηλιάς και φώναξε: «Ρίξε τα όπλα σου και παραδώσου, αλλιώς θα επιτεθούμε», αλλ’ έλαβε την απάντηση «Μολών λαβέ».

 

Ο Γρηγόρης απευθυνόμενος στους συντρόφους του, είπε τότε: «Σύντροφοι, ο θεός να με βγάλει ψεύτη, προδοθήκαμε». «Αρχηγέ, μαζί σου και στον θάνατο», απάντησαν όλοι. Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν την κουβέντα τους και οι στρατιώτες έφθασαν στην είσοδο του κρησφύγετου. Φώναξαν και πάλι στους άνδρες να παραδοθούν όμως καμία απάντηση. Τότε κατόπιν διαταγής του ίδιου του Αυξεντίου, οι τέσσερις συναγωνιστές του, Ανδρέας Στυλιανού, Αυγουστής Ευσταθίου, Αντώνης Παπαδόπουλος και Φειδίας Συμεωνίδης, βγήκαν έξω για να παραδοθούν και να σωθούν, όχι όμως κι εκείνος. Αμέσως μετά, τέσσερις Άγγλοι στρατιώτες όρμησαν μέσα στη σπηλιά. Ο Αυξεντίου τους υποδέχτηκε με καταιγιστικά πυρά. Οι τρεις βρετανοί οπισθοχώρησαν έντρομοι, ενώ ο τέταρτος έπεσε νεκρός. Ο Μίντλεττον ζήτησε τότε ενισχύσεις, οι οποίες κατέφθασαν αμέσως με ελικόπτερα.

Ο Γρηγόρης, αποφασισμένος να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των Άγγλων και αν χρειαζόταν να θυσιαστεί, τους είπε: «Μέχρι σήμερα μαθαίνατε πώς πολεμούν οι Έλληνες. Σήμερα θα μάθετε και πώς πεθαίνουν!». Ο συμπολεμιστής του, Αυγουστής Ευσταθίου, που μετά τη ρίψη χειροβομβίδας στο κρησφύγετο αναγκάστηκε από τους Άγγλους να επιστρέψει σε αυτό, για να δει αν ο Αυξεντίου ήταν ζωντανός και να τον πείσει να παραδοθεί, προτίμησε να μείνει μαζί του. «Τώρα είμαστε δύο. Ελάτε να μας πάρετε», φώναξε ο Γρηγόρης. Η μάχη συνεχίσθηκε για 10 ώρες, ως το απόγευμα, χωρίς αποτέλεσμα. Οι δυο αγωνιστές προσπαθούσαν να κρατηθούν μαχόμενοι μέχρι να νυχτώσει, ώστε να επιχειρήσουν να διαφύγουν, όταν θα είχε σκοτεινιάσει.

 

Οι βρετανοί, αφού χρησιμοποίησαν κάθε είδους όπλο και τέχνασμα, γύρω στις 2 τα ξημερώματα της 3ης Μαρτίου 1957 περιέλουσαν το κρησφύγετο με βενζίνη και στη συνέχεια το πυρπόλησαν με εμπρηστικές βόμβες. 

 

Οι τεράστιες φλόγες από τις εμπρηστικές βόμβες πετρελαίου των βρετανών λαμπάδιασαν τα πάντα, κάλυψαν το κρησφύγετο και έκαψαν ζωντανό τον Αυξεντίου, ενώ ο Αυγουστής Ευσταθίου διασώθηκε με βαριά εγκαύματα και συνελήφθη. Έτσι, καιόμενος σαν λαμπάδα, έπεσε ηρωικά και πέρασε στην αιωνιότητα ο Γρηγόρης Αυξεντίου, άμορφη μάζα από καμένη σάρκα, πυροβολώντας ως το τέλος. 

 

Το καρβουνιασμένο πτώμα του Γρηγόρη Αυξεντίου αναγνώρισε πρώτος ο πατέρας του στο στρατιωτικό νοσοκομείο Λευκωσίας. «Απ’ τις χοντρές ελληνικές κοκκάλες του», όπως είπε, «κι από κείνο το χρυσό Κωσταντινάτο που άχνιζε στον κόρφο του». Βγήκε από το νεκροτομείο χαμογελώντας. Όταν ρωτήθηκε από τους δικούς του γιατί χαμογελούσε και μήπως τελικά δεν ήταν ο Γρηγόρης ο νεκρός, εκείνος απάντησε με περηφάνια: «Ναι, ο Γρηγόρης είναι, αλλά να μην μας δούνε αυτά τα σκυλιά να κλαίμε» και αφού απομακρύνθηκε λίγο, έβαλε τα κλάματα. Η μάνα του, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του γιου της, είπε: «Είμαι περήφανη για τον γιο μου. Κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη, παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου».

Το απανθρακωμένο πτώμα του 29χρονου Αυξεντίου ετάφη την επομένη στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας, με μυστικότητα, για ν’ αποφευχθούν οι λαϊκές αντιδράσεις, στον χώρο που είναι γνωστός σήμερα ως «Τα Φυλακισμένα Μνήματα». Ο λεβέντης πατέρας του Γρηγόρη Αυξεντίου, ο γέρο Πιερής, έλεγε μετά τον ηρωικό θάνατο του παιδιού του: «Ο γιος μου δεν ανήκει εις την οικογένειαν που τον εγέννησε, ούτε εις το σπίτι που ανετράφη. Ανήκει εις ολόκληρον την Κύπρον, εις ολόκληρον τον Ελληνισμόν. Τα τηλεγραφήματα που μου εστάλησαν και τα μηνύματα συμπαθείας και συγχαρητηρίων που επήρα, αποτελούν διά εμέ επιταγάς, τας οποίας καμία τράπεζα δεν ημπορεί να εξαργυρώσει. Αιωνία σου η μνήμη, γιε μου. Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή σου».

 

 

Η μαρτυρία του Αυγουστή Ευσταθίου

Όπως διηγήθηκε αργότερα ο συναγωνιστής του Γρηγόρη Αυξεντίου, Αυγουστής Ευσταθίου: «Ένα υγρό άρχισε να κατακλύζει το κρησφύγετο. “Είναι βενζίνα Μάστρε μου”, του είπα. “Θα μας κάψουν ζωντανούς”. Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου και τρεις εμπρηστικές βόμβες μετέβαλαν το κρησφύγετο σε φλεγόμενο καμίνι. Βρισκόμουν στην είσοδο του κρησφύγετου γονατιστός. Οι φλόγες κάλυψαν τα μαλλιά μου και το δεξί μέρος του προσώπου μου. Ο μάστρος βρισκόταν στο βάθος του κρησφύγετου, ανάμεσα στις φλόγες που τον είχαν ζωσμένο από παντού. Η όψη του ήταν ήρεμη και γαλήνια. Με το ίδιο ατάραχο και αποφασιστικό ύφος και με πολλή στοργή και αγάπη, μόλις τον κοίταξα τρομαγμένος άκουσα από το στόμα του τα τελευταία λόγια του, που δεν ήταν άλλα από την τόσο αγαπημένη από μένα φράση, που πάντοτε υπήρξε για μένα κουράγιο και έμπνευση: “Μη φοβάσαι Ματρόζο, μη φοβάσαι”».

 

Μέσα σ’ εκείνη την κόλαση ο Ευσταθίου βγήκε από το σπήλαιο, ενώ οι Άγγλοι με μανία ρωτούσαν πού ήταν ο Αυξεντίου, αναγκάζοντάς τον να μπει στο κρησφύγετο για να τον ανασύρει νεκρό. Όταν μπήκε ο Αυγουστής στο κρησφύγετο, αντίκρισε τον νεκρό «μάστρο του», όπως αφηγείται ο ίδιος: «Ο θρυλικός Γρηγόρης Αυξεντίου, ο αγαπημένος μας Μάστρος ήταν νεκρός ξαπλωμένος ανάσκελα. Το αριστερό του χέρι ήταν υψωμένο και από τη μέση και πάνω είχε γίνει κάρβουνο. Το άλλο σώμα καιγόταν. Ήταν τόσο ζεστό που κάηκα μόλις τον άγγιξα. Οι στρατιώτες μου φώναζαν να τον σύρω έξω. Δεν με πίστευαν, όταν τους έλεγα πως είναι νεκρός».

 

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image