Μαμμού

Έτσι ελέγετο στην Κύπρο η εμπειρική μαία που εκαλεἰτο για να κάμει τις γέννες των εγκύων, κυρίως στην ύπαιθρο. Τέτοιες μαμμούδες εργάζονταν στα χωριά της Κύπρου μέχρι ακόμη και τα μέσα του 20ού αιώνα, αφού μέχρι και τη δεκαετία του 1950 οι ιατρικές υπηρεσίες στο νησί δεν ήσαν ικανοποιητικές. Το επάγγελμα της μαμμούς άρχισε να πλήττεται και να εξαφανίζεται μετά τη βελτίωση και οργάνωση των ιατρικών υπηρεσιών, από την ανεξαρτησία της Κύπρου και ύστερα (1960 κ.ε.). Σήμερα δεν απαντώνται πλέον εμπειρικές μαμμούδες. Το επάγγελμα αυτό ασκούσαν και Ελληνίδες αλλά και Τουρκάλες της Κύπρου, κατά τους τελευταίους αιώνες.

 

Είναι όμως ένα αρχαιότατο επάγγελμα που αποδεικνύεται και από αρχαία ειδώλια τα οποία έχουν βρεθεί και παριστάνουν σκηνές γέννας. Στα ειδώλια αυτά παριστάνεται να διαδραματίζει βοηθητικό ρόλο κατά την ώρα του τοκετού και η βοηθός της μαμμούς που λέγεται καρκιοβαστούσα*. Η βοηθός αυτή κρατούσε την επίτοκο γυναίκα σε κατάλληλη θέση, ευρισκόμενη πίσω από αυτήν, όταν η μαμμού διενεργούσε τον τοκετό.

 

Η μαμμού ήταν η γυναίκα που γνώριζε να διενεργεί τον τοκετό εκ πείρας, αφού μαθήτευε κοντά σε άλλη γεροντότερη, την οποία κι αντικαθιστούσε. Δεν ασχολείτο μόνο με τη διαδικασία του τοκετού, αλλά και με τα πριν και τα μετά τον τοκετό. Εμπειρικά, δηλαδή, ασκούσε το επάγγελμα του μαιευτήρα. Συνήθως έδρευε στο χωριό της, αλλά συχνά εκαλείτο να προσφέρει τις υπηρεσίες της και σε γειτονικά χωριά. Άλλοτε είχε μόνιμη βοηθό, άλλοτε όμως τον ρόλο της καρκιοβαστούσας τον έπαιρνε γυναίκα που επιστρατευόταν την τελευταία στιγμή. Το επάγγελμα της μαμμούς ελέγετο μαμμουτιτζ'ή (όπως μαιευτήρας - μαιευτική). Ωστόσο σε μερικά μέρη της Κύπρου, μαμμού ονομαζόταν και η στετέ (=η γιαγιά).

 

Το επάγγελμα της μαμμούς ήταν καθαρά γυναικείο.