Νικηφόρος μητροπολίτης

Image

Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας, ηγούμενος της Ιεράς Μονής Κύκκου. Γεννήθηκε στις 2 Μαΐου 1947 στο χωριό Κρήτου Μαρόττου της επαρχίας Πάφου. Μετά την αποφοίτηση από το δημοτικό σχολείο του χωριού του, εισήχθη ως δόκιμος μοναχός στη Μονή Κύκκου, όπου και υπηρέτησε για 6 χρόνια, φοιτώντας ταυτόχρονα στην 3τάξιον Ελληνική Σχολή η οποία λειτουργούσε τότε στη Μονή. Στη συνέχεια εστάλη από τη Μονή στη Λευκωσία, όπου συνέχισε τη φοίτηση στο Λύκειο Κύκκου, απ’ όπου και αποφοίτησε το 1969.

 

Στις 6 Απριλίου 1969 χειροτονήθηκε διάκονος από τον αρχιεπίσκοπο Μακάριον Γ΄ και εντάχθηκε στην Αδελφότητα της Μονής. Τον επόμενο χρόνο πήγε στη Θεσσαλονίκη και ενεγράφη στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, από όπου και αποφοίτησε το 1974. Συνέχισε τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ως υπότροφος της Μονής, αποφοίτησε δε το 1978. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1979 χειροτονήθηκε ιερέας από τον αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομον Α΄ και προεχειρίσθη σε αρχιμανδρίτη. Στη συνέχεια υπηρέτησε για 6 χρόνια ως καθηγητής στην Ιερατική Σχολή «Απόστολος Βαρνάβας», ως πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου για 5 χρόνια και ως γραμματέας της Ιεράς Συνόδου για 3 χρόνια. Παράλληλα, υπηρέτησε από το 1979 μέχρι το 1983 ως μέλος του ηγουμενοσυμβουλίου της Μονής Κύκκου.

 

Στις 28 Δεκεμβρίου 1983 η αδελφότητα της Μονής τον εξέλεξε ως ηγούμενο. Ενθρονίστηκε στις 14 Ιανουαρίου 1984 από τον αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομον Α΄ . Ως ηγούμενος του μεγαλυτέρου μοναστηριού, ο Νικηφόρος επιδόθηκε σε ένα πολύπλευρο έργο κατά τα επόμενα χρόνια (Βλέπε Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος Αρχείου ΡΙΚ). Μεταξύ άλλων, ανακαίνισε και διακόσμησε τόσο την ίδια τη Μονή όσο και το κυριότερο μετόχι της, εκείνο του Αγίου Προκοπίου στη Λευκωσία. Συντήρησε και αναπαλαίωσε άλλα μετόχια της Μονής, όπως εκείνο του Αρχαγγέλου στη Λακατάμεια, τη Μονή των Ιερέων (Αγία Μονή) στην επαρχία Πάφου, την ερειπωμένη Μονή της Παναγίας του Σίντη στην ίδια επαρχία, κ.α. Ίδρυσε αξιόλογο μουσείο στη Μονή Κύκκου, ενώ στο μετόχι του Αρχαγγέλου ίδρυσε και στέγασε πολιτιστικό ίδρυμα με ποικίλη δραστηριότητα (Κέντρο Μελετών, Κέντρο συντήρησης εκκλησιαστικών εικόνων κ.α.) και ανήγειρε συνεδριακό κέντρο. Παράλληλα ενίσχυσε την εκπαίδευση αναγείροντας ή και ενισχύοντας σχολεία, ενώ ίδρυσε και συνέδραμε διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα και κέντρα υγείας. Επίσης ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τη συντήρηση και διάσωση των ναών και μοναστηριών στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, ενώ οργάνωσε και σχετικές φωτογραφικές εκθέσεις στις Βρυξέλλες (κέντρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και αλλού, για σκοπούς διαφώτισης. Υπό την ηγουμενία του η Μονή Κύκκου κατέστη ιδιαίτερα σημαντικό θρησκευτικό, πολιτιστικό και φιλανθρωπικό κέντρο, του οποίου οι πλείστες όσες δραστηριότητες επεκτάθηκαν και πολύ πέραν της Κύπρου. Μεταξύ άλλων, οργάνωσε αποστολές ανθρωπιστικής βοήθειας σε εμπόλεμες ζώνες (όπως στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στο Λίβανο) και σε περιοχές που επλήγησαν από θεομηνίες (όπως στη Σρι Λάνκα).

 

Λόγω της πολύπλευρης προσφοράς του, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου τον εξέλεξε ως επίσκοπο (με τον τίτλο επίσκοπος Κύκκου) στις 18 Φεβρουαρίου 2002, η δε χειροτονία και ενθρόνισή του έγινε στις 24 του ίδιου μήνα.

 

Υπήρξε υποψήφιος για τον αρχιεπισκοπικό θρόνο κατά τις εκλογές του 2006. Στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης της Εκκλησίας της Κύπρου, ιδρύθηκαν και νέες Μητροπόλεις, μεταξύ δε τούτων και η Μητρόπολη Κύκκου – Τηλλυρίας. Ο ηγούμενος Νικηφόρος εξελέγη παμψηφεί στις 9 Μαΐου 2007 ως ο πρώτος μητροπολίτης Κύκκου – Τηλλυρίας, η δε εγκατάστασή του έγινε στις 13 Μαΐου 2007. Παράλληλα εξακολούθησε να υπηρετεί και ως ηγούμενος Κύκκου. Το 2008 ο μητροπολίτης Νικηφόρος τιμήθηκε με το αξίωμα του επίτιμου διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και με το αξίωμα του διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τιμήθηκε επίσης με πολλές άλλες διακρίσεις.