Τζ’ημός

Πλέγμα από βούρλα, καλάμια ή σχοινί, που οι χωρικοί τοποθετούσαν στη μουσούδα των ζώων για να καλύπτει το στόμα τους, ως φίμωτρο. Ιδίως ετοποθετείτο στα βόδια όταν γινόταν το αλώνισμα, ώστε αυτά να μη τρώνε τη σοδειά, αλλά και στα αρνάκια για να μη θηλάζουν οποτεδήποτε. Η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική κημός. Απ' αυτήν προήλθαν κι άλλες σχετικές λέξεις, όπως το ρήμα τζ΄ημώννω (=φιμώνω), τζ’ημωμένος (=φιμωμένος) κλπ.