Τουρισμός

Image

Σήμερα ο τουρισμός αποτελεί την πιο σημαντική βιομηχανία της Κύπρου. Στον τουρισμό στηρίζεται ως ένα μεγάλο βαθμό η οικονομία του τόπου, οι δε ξένοι τουρίστες που επισκέπτονται κάθε χρόνο την Κύπρο ξεπερνούν σήμερα τα δύο εκατομμύρια. Ωστόσο αυξάνεται συνεχώς και ο αριθμός των Κυπρίων που κάθε καλοκαίρι ή κατά τις περιόδους των εορτών (Χριστούγεννα, Πάσχα) και με άλλες ευκαιρίες κάνουν τουρισμό στο εξωτερικό. Σε ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα της τουριστικής ανάπτυξης αναδεικνύεται τα τελευταία χρόνια και ο εσωτερικός τουρισμός από τους ίδιους τους Κυπρίους.

 

Γενικά περί τουρισμού:  Ο όρος τουρισμός σημαίνει ταξιδιωτική κίνηση από τόπο σε τόπο για σκοπούς αναψυχής, περιήγησης και γνωριμίας, ξεκούρασης και επίσκεψης αξιοθέατων, ιστορικών και αρχαιολογικών χώρων, μουσείων κλπ. Ο όρος τουρισμός  έχει αγγλική προέλευση, από τη λέξη touring, που όμως κι αυτή προέρχεται από τη γαλλική tour που σημαίνει γύρο, περιοδεία, ταξίδι. Σύμφωνα δε προς μια άποψη ο όρος tour ετυμολογείται από την αρχαία ελληνική λέξη τόρνος, που σημαίνει τον διαβήτη που διαγράφει κύκλους.

 

Οι όροι τουρισμός και τουρίστας ήταν, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, άγνωστες στο ελληνικό λεξιλόγιο. Αντί αυτών εχρησιμοποιούντο οι λέξεις περιήγησις και περιηγητής. Τελικά όμως ο όρος τουρισμός κι όλοι οι άλλοι σχετικοί όροι (τουρίστας, τουριστικό γραφείο, τουριστική βιομηχανία, τουριστικοί οργανισμοί κλπ.) καθιερώθηκαν.

 

Ο τουρισμός σήμερα αποτελεί διεθνώς τεράστια βιομηχανία με την οποία σχετίζονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πολλές καταστάσεις (αεροπορικές και ναυτιλιακές εταιρείες, εταιρείες σιδηροδρόμων, λεωφορείων κι άλλων συγκοινωνιακών μέσων, ξενοδοχεία κι άλλες εγκαταστάσεις, εστιατόρια και άλλα ειδικά καταστήματα, ταξιδιωτικά γραφεία κλπ.). Ο τουρισμός έχει πολλές μορφές: ατομικών ταξιδιών, οργανωμένων εκδρομών, εσωτερικός και εξωτερικός τουρισμός, ειδικών περιπτώσεων τουρισμός (όπως λ.χ. για την παρακολούθηση μιας αθλητικής συνάντησης ή για ένα προσκύνημα) κ.α., ενώ έχουμε και την ταξιδιωτική λογοτεχνία και δημοσιογραφία που σχετίζονται σε αρκετά μεγάλο βαθμό με τον τουρισμό.

 

Ο τουρισμός στην Κύπρο:  Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τουρισμό στην Κύπρο πριν από την περίοδο της Αγγλοκρατίας. Σε προηγούμενες εποχές επισκέπτονταν βέβαια την Κύπρο αρκετοί ταξιδιώτες, εκ των οποίων μάλιστα διάφοροι έγραψαν και τις εντυπώσεις τους σε κείμενά τους που αποτελούν σήμερα πηγές πληροφοριών. Κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια κι αργότερα πολλοί απ' όσους επισκέπτονταν την Κύπρο ήσαν προσκυνητές καθ' οδόν προς και από τους Αγίους Τόπους.

 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Κύπρος είχε περιέλθει σε κατάσταση πλήρους παρακμής, ώστε δεν πρόσφερε καμιά ευκαιρία στους επισκέπτες της, εκτός πολύ λίγων που γνώριζαν κι ενδιαφέρονταν για το μακρύ κι ένδοξο παρελθόν της. Η κατάληψη της Κύπρου από τους Άγγλους (1878) είχε ένα πολύ θετικό στοιχείο: αφαίρεσε το νησί από την Οθωμανική αυτοκρατορία (και κατ' ακολουθίαν κι από τις ποικίλες εξαρτήσεις του από την Ανατολή) και το επανένωσε με την Ευρώπη. Έτσι, από τα τέλη κιόλας του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού έχουμε επισκέπτες — βασικά από την Αγγλία —που κατά κάποιο τρόπο μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε ως «τουρίστες». Μερικοί μάλιστα έγραψαν και ταξιδιωτικά βιβλία για το νησί, όπως για παράδειγμα ο Basil Stewart (MyExperiencesofCyprus, 1906, με 50 μάλιστα φωτογραφίες).

 

Βέβαια οι διακινήσεις στους σχεδόν ανύπαρκτους δρόμους της Κύπρου ήταν προβληματικές και γίνονταν με άλογα και άμαξες, ενώ δεν υπήρχαν ούτε οι υπόλοιπες ανέσεις οι απαραίτητες για ένα τουρίστα. Σύντομα όμως (κατά τις αρχές του 20ού αιώνα) άρχισαν να κτίζονται τα πρώτα ξενοδοχεία, που σταδιακά αντικατέστησαν τα χάνια. Στη συνέχεια οι βελτιώσεις στα λιμάνια και η προσέγγιση περισσοτέρων καραβιών, όπως και η περαιτέρω βελτίωση του οδικού δικτύου, η καλύτερη υγειονομική φροντίδα (κυρίως στις πόλεις) κι άλλα έργα, σήμαιναν και την αύξηση του αριθμού των επισκεπτών.  Όμως και πάλι δεν μπορούμε να μιλούμε πραγματικά για τουρισμό και τουριστική βιομηχανία.

 

Οι χαρές της θάλασσας δεν είχαν «ανακαλυφθεί» ακόμη.  Έτσι, κατά την περίοδο μεταξύ των δυο Παγκοσμίων πολέμων γνώρισαν μέρες δόξας τα ορεινά θέρετρα της Κύπρου και ιδίως οι Πλάτρες* που αναπτύχθηκαν ως το δημοφιλέστερο θέρετρο του νησιού αυτή την εποχή. Οι Πλάτρες συγκέντρωναν επισκέπτες από την Αγγλία κι άλλες χώρες της Ευρώπης, κυρίως όμως πλούσιες οικογένειες από τη γειτονική Αίγυπτο (περιλαμβανομένου κι αυτού του βασιλιά της Αιγύπτου Φαρούκ). Τις πλούσιες αυτές οικογένειες που άρχισαν να έρχονται στο νησί για παραθερισμό στα βουνά του Τροόδους άρχισαν σύντομα να μιμούνται και διάφοροι πλούσιοι Κύπριοι, έμποροι και άλλοι, που άρχισαν κι αυτοί ν' ανεβαίνουν τα καλοκαίρια στα χωριά του Τροόδους.  Έτσι άρχισε, σε περιορισμένο βαθμό, και το φαινόμενο του εσωτερικού τουρισμού.

 

Η ανάπτυξη του τουρισμού:  Η Κύπρος άρχισε να προβάλλεται διεθνώς, και βασικά σε χώρες της Ευρώπης, ως ιδανικός χώρος για τουρισμό μετά την απόκτηση της ανεξαρτησίας της (1960 κ.ε.) και την ίδρυση αρμόδιας υπηρεσίας, του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού  (ΚΟΤ). Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι μετά το 1960 ιδρύθηκε — σε σύντομο σχετικά χρόνο — η μεγάλη βιομηχανία του τουρισμού.

 

Η Κύπρος είχε να επιδείξει πολλά πλεονεκτήματα για προσέλκυση τουριστών. Ως τέτοια πλεονεκτήματα μπορούμε ν' αναφέρουμε:

 

1. Το θαυμάσιο κλίμα της.

2. Το μεγάλο ποσοστό ηλιοφάνειας κατ' έτος.

3. Τα αρχαία και μεσαιωνικά μνημεία της.

4. Τις όμορφες ακρογιαλιές της και γενικά τη χάρη του κυπριακού τοπίου.

5. Τη φιλική διάθεση και φιλοξενία των κατοίκων της.

6. Την πλεονεκτική γεωγραφική θέση της, κοντά στις μεγάλες τουριστικές αγορές της Ευρώπης.

7. Το ικανοποιητικό επίπεδο των προσφερομένων υπηρεσιών.

8. Τις σχετικά χαμηλές τιμές (με τα ευρωπαϊκά δεδομένα).

 

Βέβαια όλα τα πιο πάνω πλεονεκτήματα είναι συνυφασμένα με τη γενικότερη ανάπτυξη του νησιού μετά το 1960 και την πρόοδο σε διάφορους τομείς και την εκτέλεση πολλών έργων υποδομής, όπως για παράδειγμα: η οικοδόμηση σύγχρονου αεροδρομίου στη Λευκωσία, η πυκνότερη ατμοπλοϊκή κι αεροπορική κίνηση, η βελτίωση του οδικού δικτύου, η γενικότερη καλυτέρευση των συνθηκών, η καθαριότητα και η υγιεινή, η ανάπτυξη όλων των τομέων παροχής υπηρεσιών κλπ. Η οικοδόμηση σύγχρονων πολυτελών ξενοδοχείων άρχισε και συνεχίστηκε σε παράλιες περιοχές του νησιού, ιδίως στις πόλεις Αμμόχωστο και Κερύνεια, ενώ τα ορεινά θέρετρα άρχισαν να φθίνουν. Και τούτο γιατί η προτίμηση των ξένων επισκεπτών, αλλά και των ιδίων των Κυπρίων (εσωτερικός τουρισμός) εστράφη προς τη θάλασσα.

 

Μέχρι και το καλοκαίρι του 1974 η κατ' εξοχήν τουριστική πόλη της Κύπρου ήταν η Αμμόχωστος. Ακολουθούσε η Κερύνεια και η ευρύτερη περιοχή της επαρχίας της, και η Λεμεσός.

 

Η τουρκική στρατιωτική εισβολή του 1974 άλλαξε εντελώς τα δεδομένα αυτά. Οι πόλεις της Αμμοχώστου και της Κερύνειας απωλέσθησαν, κι ευρίσκονται ακόμη υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή όπως κι ολόκληρο το τμήμα της βόρειας Κύπρου. Η τουρκική εισβολή απετέλεσε καίριο πλήγμα για την τουριστική βιομηχανία του νησιού. Ο μεγαλύτερος αριθμός των ξενοδοχείων απωλέσθη, όπως και οι κατ' εξοχήν τουριστικές περιοχές Αμμοχώστου και Κερύνειας, καθώς και σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι, αμμουδιές κλπ. (βλέπε σχετικά στοιχεία στα ανάλογα κεφάλαια στα λήμματα για τις δυο αυτές πόλεις και επαρχίες).

 

Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι με την τουρκική εισβολή και κατοχή μεγάλου τμήματος της Κύπρου απωλέσθη περίπου το 65% της ξενοδοχειακής βιομηχανίας στις δυο κύριες περιοχές (Αμμοχώστου-Κερύνειας), δηλαδή περίπου 12.350 κλίνες. Η ανώμαλη κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα και την κάθετη πτώση του τουριστικού ρεύματος προς το νησί: 264.066 ξένοι επισκέπτες το 1973, έναντι μόνο 47.085 το 1975.

 

Στη συνέχεια καταβλήθηκαν τόσο από το κράτος και τα αρμόδια όργανά του όσο και από τον ιδιωτικό τομέα τεράστιες προσπάθειες όχι μόνο επαναδραστηριοποίησης της τουριστικής βιομηχανίας, αλλά και περαιτέρω ανάπτυξής της. Οι νέες περιοχές που αναπτύχθηκαν τουριστικά ήσαν, βέβαια, στο ελεύθερο τμήμα της Κύπρου. Η Πάφος, κατά κύριο λόγο, που ως τότε είχε ελάχιστη τουριστική κίνηση, απέκτησε σε λίγα χρόνια μεγάλο αριθμό υπερπολυτελών ξενοδοχείων που θεωρούνται σήμερα αρίστου επιπέδου. Το ίδιο συνέβη με την περιοχή Αγίας Νάπας-Πρωταρά-Παραλιμνίου. Μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες και οργανωμένα διαμερίσματα κτίστηκαν και στις περιοχές Λάρνακας και Λεμεσού, κατά μήκος των ζωνών της παραλίας.

 

Ταυτόχρονα καταβλήθηκαν πολλές προσπάθειες, βασικά στην Ευρώπη, για προσέλκυση τουριστών. Τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η Κύπρος, σε συνδυασμό με τον δραστήριο χαρακτήρα των Κυπρίων, είχαν σύντομα λαμπρά αποτελέσματα: Το 1979 (5 χρόνια μετά την καταστροφή) ο αριθμός των τουριστών που ήλθαν στην Κύπρο ξεπέρασε το επίπεδο του προ της εισβολής έτους (264.066 τουρίστες το 1973). Μια δεκαετία αργότερα, ο αριθμός των τουριστών ξεπέρασε το ένα εκατομμύριο. Το 1988 η Κύπρος δέχθηκε συνολικά 1.111.818 τουρίστες, τα δε έσοδα από τον τουρισμό ανήλθαν σε 365.000.000 λίρες, υπό μορφή ξένου συναλλάγματος.

 

Στην εικοσαετία που ακολούθησε, η αύξηση του τουριστικού ρεύματος υπήρξε ραγδαία και την τελευταία δεκαετία κυμαίνεται γύρω στα 2,5 εκατομμύρια τον χρόνο. Κατά την πρώτη δεκαετία του 2000 η τουριστική ανάπτυξη έγινε στο πλαίσιο Στρατηγικού Σχεδίου 2003-2010 που κατάρτισε ο Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού, με κύριο στόχο   την επανατοποθέτηση της Κύπρου στον τουριστικό χάρτη, ως ενός προορισμού διαφοροποιημένου από τον ανταγωνισμό, που προσφέρει ποιότητα αλλά και μοναδικές εμπειρίες στον επισκέπτη.

 

Για την υλοποίηση του στόχου αυτού προωθήθηκαν διάφορα είδη τουρισμού, όπως ο αθλητικός, ο θρησκευτικός, ο συνεδριακός, ο πολιτιστικός, ο ναυτικός τουρισμός κ.α. Ήδη στην Κύπρο λειτουργούν δύο μαρίνες και δρομολογείται η κατασκευή περισσοτέρων. Η Κύπρος διαθέτει, εξάλλου, μεγάλο αριθμό μονοπατιών μελέτης της φύσης και είναι σημαντικό το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Μονοπάτι Ε4 έχει επεκταθεί και διασχίζει πλέον και τη χώρα μας. Εκ των σημαντικών έργων που προωθούνται είναι η κατασκευή νέων γηπέδων γκολφ,  νέων σύγχρονων συνεδριακών κέντρων, αλλά και θεματικών πάρκων, καθώς και η περαιτέρω ανάπτυξη του αγροτουρισμού.

 

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην προώθηση του χειμερινού τουρισμού. Σημαντική εξάλλου ώθηση στην ανάπτυξη του τουρισμού έδωσε και η κατασκευή των νέων αεροδρομίων στη Λάρνακα και την Πάφο.

 

Το 2007 η Κύπρος είχε 2,42 εκατομμύρια τουριστικές αφίξεις που απέφεραν στην οικονομία της χώρας €1.878 εκατομμύρια (γύρω στο 12,1% του ΑΕΠ), δηλαδή η κατά κεφαλή δαπάνη των τουριστών ανήλθε στα €769 περίπου. Σε ό,τι αφορά τις αφίξεις, ο αριθμός τους ήταν κατά 0,6% αυξημένος σε σχέση με το 2006. Οι σημαντικότερες αγορές για τον κυπριακό τουρισμό βρίσκονται στη Δυτική, Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. Μεγαλύτερη απ’ αυτές ήταν η αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου, με περίπου 1,3 εκ. αφίξεις (δηλαδή πέραν του 50% των συνολικών αφίξεων). Άλλες τέσσερις αγορές (Ρωσία, Ελλάδα, Γερμανία και Σουηδία) πρόσφεραν από 120.000-150.000 αφίξεις (5-6% του συνολικού μεριδίου αγοράς η κάθε μία), ενώ ένας αριθμός άλλων ευρωπαϊκών χωρών, καθώς και το Ισραήλ και οι ΗΠΑ συνεισέφεραν από 20.000-50.000 αφίξεις (1-2% του συνολικού μεριδίου αγοράς έκαστη). Οι υπόλοιπες αφίξεις προέρχονται από άλλες, μικρότερες αγορές.

 

Το 2008 οι συνολικές αφίξεις περιηγητών ανήλθαν στις 2.403.750, σημειώνοντας οριακή μείωση 0,5% σε σχέση με το 2007. Μειώσεις σημειώθηκαν στις αφίξεις περιηγητών από κύριες αγορές όπως το Ηνωμένο Βασίλειο (3,1%), τη Γερμανία (4,6%) και την Ελλάδα (4,9%)". Ωστόσο σημειώθηκαν σημαντικές αυξήσεις στο τουριστικό ρεύμα από τη Ρωσία (24,0%) και τις Βόρειες Χώρες (μέση αύξηση 12,3%).

 

Το 2009 έφθασαν στην Κύπρο 2,1 εκατ. τουρίστες, αφήνοντας στο νησί 1,5 δισ. ευρώ, σε σύγκριση με τους 2,7 εκατ. τουρίστες που έφτασαν στη χώρα το 2001 και άφησαν ποσά της τάξης των 2,2 δισ. Ευρώ (το 2001 ήταν η καλύτερη χρονιά από την άποψη της άφιξης τουριστών και εσόδων από τον τουρισμό κατά την τελευταία δεκαετία).

 

Στο τέλος του 2008 η συνολική προσφορά κλινών σε αδειούχα ξενοδοχειακά καταλύματα ανερχόταν σε 90.398, σε σύγκριση με 92.569 στο τέλος του 2007. Από τις 90.398 κλίνες, 52.795 ήταν σε 225 ξενοδοχεία αστέρων, 19.519 σε 209 μονάδες οργανωμένων διαμερισμάτων πολυτελείας, Α’, Β’ και Γ’ τάξης, οι 6.812 σε 22 τουριστικά χωριά Α’ τάξης και οι υπόλοιπες 11.272 σε τουριστικές επαύλεις, τουριστικά διαμερίσματα, επιπλωμένα διαμερίσματα, παραδοσιακές οικοδομές, ξενοδοχεία χωρίς αστέρα, ξενώνες και κατασκηνωτικούς χώρους

Οι διανυκτερεύσεις σε όλες τις κατηγορίες αδειούχων τουριστικών καταλυμάτων το 2008 παρέμειναν στα ίδια επίπεδα με το 2007, φθάνοντας τις 14.380.375 σε σύγκριση με 14.377.667 τον προηγούμενο χρόνο.

 

Υπήρξε ωστόσο σημαντική μείωση στην προσφορά κλινών σε σχέση με μερικά χρόνια προηγουμένως. Στο τέλος του 2004 η συνολική προσφορά κλινών σε αδειούχα ξενοδοχειακά καταλύματα ήταν 96.535 σε σύγκριση με 95.185 στο τέλος του 2003. Από τις 96.535 κλίνες, 53.218 ήταν σε 242 ξενοδοχεία αστέρων, 23.313 σε 261 μονάδες οργανωμένων διαμερισμάτων πολυτελείας, Α΄, Β΄ και Γ΄ τάξης, οι 6.926 σε 22 τουριστικά χωριά και οι υπόλοιπες 13.078 σε τουριστικές επαύλεις, τουριστικά διαμερίσματα, επιπλωμένα διαμερίσματα, παραδοσιακές οικοδομές, ξενοδοχεία χωρίς αστέρα, ξενώνες και κατασκηνωτικούς χώρους.

 

Η Λευκωσία δεν έχει μεγάλο μερίδιο από το τουριστικό ρεύμα, αλλά κατέχει σημαντική θέση σε ένα άλλο είδος τουρισμού, τον συνεδριακό τουρισμό.

 

Ο εσωτερικός τουρισμός σημειώνει επίσης συνεχή αύξηση. Πρόκειται για πολλούς Κυπρίους που είτε τα καλοκαίρια είτε κατά τις περιόδους εορτών, είτε ακόμη απλώς κατά τα Σαββατοκύριακα, διακινούνται μέσα στην ίδια τη χώρα για ξεκούραση, για θαλάσσια μπάνια κλπ.

 

Όμως και οι Κύπριοι κάνουν τουρισμό επισκεπτόμενοι άλλες χώρες. Κατά τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί κατακόρυφα ο αριθμός των Κυπρίων που κάνουν διακοπές εκτός Κύπρου, κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες αλλά και κατά τις περιόδους των μεγάλων εορτών και με άλλες ευκαιρίες.

 

Ένας μεγάλος αριθμός ατόμων εργοδοτείται στον τομέα του τουρισμού, είτε σε ξενοδοχειακές μονάδες, είτε σε ταξιδιωτικά γραφεία,  είτε σε άλλες συναφείς εργασίες. Εξ άλλου, εκτός από τα μεγάλα ξενοδοχεία στις παραλιακές τουριστικές ζώνες της Κύπρου, έχουν ανεγερθεί και λειτουργούν και πλείστα όσα άλλα σχετικά με τον τουρισμό: εστιατόρια, κέντρα διασκεδάσεως, καταστήματα τουριστικών ειδών και λαϊκής τέχνης, δισκοθήκες κλπ, ενώ σημαντική είναι και η κατανάλωση εγχωρίων προϊόντων από τους τουρίστες.

 

Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ

Α. ΧΑΤΖΗΛΟΪΖΟΥ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image