Τουρκόπουλλοι ή τουρκοπούλοι

Μισθοφόροι που αποτελούσαν, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, ειδική στρατιωτική μονάδα του βασιλείου της Κύπρου. Στις μη ελληνικές μεσαιωνικές πηγές μνημονεύονται με την ίδια ονομασία (turcopoles).

 

Η λέξη τουρκόπουλλος σημαίνει, στην κυριολεξία,  παιδί Τούρκου (όπως λ.χ. Παπαδόπουλος=γιος του παπά) κι έχει βυζαντινή προέλευση. Το στρατιωτικό σώμα των τουρκόπουλλων δεν αποτελείτο κατ' ανάγκην από Τούρκους. Η λέξη όμως είχε καθιερωθεί στους Βυζαντινούς, για μισθοφορικά σώματα εκχριστιανισμένων Μουσουλμάνων που υπηρετούσαν στον βυζαντινό στρατό, κι από τους Βυζαντινούς την πήραν οι Φράγκοι, παρά το ότι στα δικά τους σώματα οι υπηρετούντες μισθοφόροι δεν ήταν Μουσουλμάνοι και, βέβαια, ούτε Τούρκοι. Πιθανώς υπηρέτησαν και στην Κύπρο τέτοια σώματα κατά τους Βυζαντινούς χρόνους. Πάντως στην Κύπρο τουρκόπουλλοι εμφανίζονται σίγουρα (ως στρατιωτική μονάδα) από την αρχή της Φραγκοκρατίας, δηλαδή από τα τέλη του 12ου αιώνα, οπότε οι Φράγκοι είχαν αναθέσει σ' αυτούς την φύλαξη του νησιού και τους είχαν εκχωρήσει κτήματα κι άλλα ωφελήματα.

 

Ο εκάστοτε διοικητής/αρχηγός του σώματος των τουρκόπουλλων ήταν ένας των λεγομένων «αξιωματούχων της Κύπρου», κι ονομαζόταν τουρκοπουλιέρης. Ήταν συνήθως λίζιος (ligius), υποτελής τιμαριούχος, ανώτερος αξιωματούχος του βασιλείου κι έμπιστος του βασιλιά.

 

Η στρατιωτική μονάδα των τουρκόπουλλων υφίστατο στην Κύπρο καθ' όλη την περίοδο της Φραγκοκρατίας.