Φιλόξενος αρχιεπίσκοπος

Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντίας (Σαλαμίνος) κατά το πρώτο μισό του 6ου μ.Χ. αιώνα. Είναι ο υπ' αριθμόν 12 στον κατάλογο των Ορθοδόξων αρχιεπισκόπων Κύπρου της Μεγάλης Κυπριακής Εγκυκλοπαίδειας. Λογίζεται μεταξύ των αρχιεπισκόπων Κύπρου, επειδή οι επίσκοποι Κωνσταντίας ήσαν ιεραρχικά οι πρώτοι μεταξύ των πολλών επισκόπων της Κύπρου κατά τα Πρωτοχριστιανικά χρόνια. Ωστόσο σε επιγραφή που βρέθηκε κοντά στο μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα (περιοχή Κωνσταντίας), ο Φιλόξενος μνημονεύεται σαφώς ως ἁγιώτατος καί μακαριώτατος ἀρχιεπίσκοπος. Πρόκειται για την αρχαιότερη γνωστή, ως σήμερα, μνεία του τίτλου του αρχιεπισκόπου στην  Κύπρο. Ο τίτλος φαίνεται ότι είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται από τότε, με πρώτο κάτοχό του (ή ένα από τους πρώτους) τον Φιλόξενο.

 

Όπως μαρτυρείται στην επιγραφή, ο αρχιεπίσκοπος Φιλόξενος είχε εργαστεί για την οικοδόμηση διαφόρων έργων κοινής ωφελείας στην Κύπρο. Η πρωταγωνιστική ανάμειξή του στην κατασκευή τέτοιων έργων (όπως και παρόμοια δραστηριότητα άλλων αρχιεπισκόπων των Πρωτοχριστιανικών χρόνων), φανερώνει ότι η Εκκλησία της Κύπρου ήταν, τότε, ως ένα βαθμό περιβεβλημένη και με διάφορες κοσμικές εξουσίες.

 

Ο Φιλόξενος δεν ήταν Κύπριος. Είχε διατελέσει πιο πριν επίσκοπος Δολίχης (στη Συρία), οπαδός της αιρέσεως του Μονοφυσιτισμού. Αργότερα, σε σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρευρέθηκε, «προσηλυτίστηκε» στην Ορθοδοξία, μαζί με άλλους Μονοφυσίτες ιεράρχες. Ως «αμοιβή» για την εγκατάλειψη του Μονοφυσιτισμού, ο Φιλόξενος φαίνεται ότι είχε πάρει την έδρα της Κωνσταντίας στην Κύπρο, την οποία κατείχε περί το 533. Ἰσως μπορούμε να υποθέσουμε ότι κι ο τίτλος του αρχιεπισκόπου, αντί επισκόπου, αποτελούσε μέρος της «αμοιβής» του.

 

Στη σύνοδο του 536 μ.Χ., η οποία και καταδίκασε τον Μονοφυσιτισμό, μετείχε ένας μόνο Κύπριος ιεράρχης, ο Αμαθούντος Διονύσιος. Κι αυτό σ' αντίθεση προς άλλες συνόδους, στις οποίες η Εκκλησία της Κύπρου μετείχε με πολυμελείς αντιπροσωπείες. Τούτο οδηγεί στην υπόθεση ότι στην Κύπρο τότε υπήρχε μια ροπή προς τον Μονοφυσιτισμό, ίσως εξαιτίας του αρχιεπισκόπου Φιλοξένου, όπως και της επιρροής του Μονοφυσίτη επισκόπου Εδέσσης (Συρίας) και ιδρυτή της Ιακωβιτικής Εκκλησίας Ιακώβου Βαραδαίου*.